Scroll Top

Yiorgos Panayiotidis | Greece

Η ποίηση είναι κώδικας ζωής, είναι οι σκέψεις που αναπνέουν και οι λέξεις που πυρπολούν τον βίο.

“Τι θα ήταν η ζωή χωρίς την ποίηση;
Τι θα ήταν η ποίηση χωρίς τις τρανές της γλώσσας οδοιπορίες;”
Το Culture Book συνομιλεί μέσω του Patras Word Poetry Festival με ποιητές και ποιήτριες που δημιουργούν ανά τον κόσμο. Η παρουσίαση, η καταγραφή, η μελέτη και αυτών των ποιητών και ποιητριών είναι από εκείνα που οφείλουμε στην τέχνη της ποιήσεως.
Η καταγραφή χωρίς μεγέθυνση των αληθινών διαστάσεων του μεγαλείου της ζωής, που είμαστε έτοιμοι να την καταστρέψουμε, μέσα και από τις κειμενικές αξίες των σύγχρονων ποιητών και ποιητριών, διαμορφώνει και την καθημερινότητα της σύγχρονης λογοτεχνίας.
 

Retrospective narration

On grandma’s wood-carved table
stood the wind-up alarm clock
its red pointer was turning
and you’d think it counted the drops
of the old tap that dripped its water
in the sink inside the tin bowl
not to be wasted, filled the house with beats
Grandma’s fingers knit songs
of the little grandson who was counting and turning
around the table of a time gone by
and grew with each step
every minute that dripped into the tin bowl-hug

grandmother’s hands will melt
the tin heart plating on the alarm clock
its metronome minute hand
the rust that receives the drops
a sign that the tap wastes its water
tolls mournfully in the tin bowl
something is lost with all these beats
oracles were uttered by gears and fingers
who could the spinning clock wake up
spinning around the little grandson and the table
with a sudden dilation – did he take a step? –
to fall into death’s arms too.

Ανάδρομη αφήγηση

Στο ξυλόγλυπτο τραπέζι της γιαγιάς
στεκόταν το κουρδιστό ρολόι ξυπνητήρι
ο κόκκινος γύριζε λεπτοδείκτης του
και θαρρείς μετρούσε τις σταγόνες
της παλιάς βρύσης που έσταζε το νερό της
στου νεροχύτη μέσα το τσίγκινο σκαφίδι
να μην πάει χαμένο, γέμιζε το σπίτι κτύπους
τραγούδια πλέκανε της γιαγιάς τα δάχτυλα
του μικρού εγγονού που μετρούσε και γύριζε
γύρω από το περασμένης εποχής τραπέζι
και μεγάλωνε με κάθε του βήμα
κάθε λεπτό που στάλαζε στο σκαφίδι-αγκαλιά

θα λιώσουνε τα χέρια της γιαγιάς
η τσίγκινη καρδιά έλασμα στο ξυπνητήρι
ο μετρονόμος λεπτοδείκτης του
η σκουριά που υποδέχεται τις σταγόνες
σημάδι πως σπαταλάει η βρύση το νερό της
καμπανίζει πένθιμα μέσα στο σκαφίδι
κάτι πάει χαμένο μ’ όλους αυτούς τους κτύπους
χρησμούς λέγανε γρανάζια και δάχτυλα
ποιον μπορούσε να ξυπνήσει το ρολόι που γύριζε
γύρω από τον μικρό εγγονό και το τραπέζι
με μια αιφνίδια διαστολή -έκανε ένα βήμα;-
στου θανάτου να πέσει κι αυτό την αγκαλιά.

Short description of the apartment

My last life partner, alone
an autumn fly, scraggy, incomprehensible
sitting on my desk aimlessly
sometimes flies around the lamp

to the window, no, it never gets there
to abandon me and leave is not capable
outside the clouds may be even more

day away and thought darkened
static reach beyond my apartment
on the radio, on the TV picture frozen

all my belongings are despised by this fly
the comfortable sofa, the floor -excellent mosaic- the
simple line bedroom -oak tree- the
electrical appliances I bought in installments

my messy office is what it prefers,
beech that priests once gave their oracles
interpreting the rustle of its leaves,

and the cheap droplets of the chandelier,
that is, my leftovers are what it loves
and my conceit that the fly laughs at

to the window, no, it never gets there
to abandon me and leave is not capable
and so it reminds me lankily, incomprehensibly
with her flying around the lamp

every effort I made, the circles I deleted
around shiny things
and those verses I wrote with other people’s leftovers.

Μικρή περιγραφή διαμερίσματος

Τελευταία σύντροφος μου στη ζωή, μόνη
μια μύγα φθινοπωρινή, ισχνή, ακατανόητη
κάθεται πάνω στο γραφείο μου δίχως σκοπό
κάποτε πετάει γύρω από το φωτιστικό

στο παράθυρο, όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί
να μ’ εγκαταλείψει και να φύγει δεν είναι ικανή
έξω η συννεφιά ίσως είναι ακόμη πιο πολλή

ημέρα μακρυσμένη και σκέψη σκοτισμένη
πέρα από το διαμέρισμά μου φτάνουν παράσιτα
στο ραδιόφωνο, στην τηλεόραση εικόνα παγωμένη

τα υπάρχοντά μου όλα τα περιφρονεί η μύγα αυτή
τον άνετο καναπέ, το δάπεδο -εξαίσιο μωσαϊκό-
την απλών γραμμών κρεβατοκάμαρα -ξύλο δρυός-
τις ηλεκτρικές συσκευές που αγόρασα με δόσεις

το ακατάστατο γραφείο μου είναι που προτιμάει,
οξιά που κάποτε ιερείς έδιναν τους χρησμούς τους
ερμηνεύοντας των φύλλων της το θρόισμα,

και τους φτηνούς κρυστάλλους του φωτιστικού,
τ’ αποφάγια μου δηλαδή είναι που αγαπάει
και την ξιπασιά μου που περιγελάει η μύγα

στο παράθυρο όχι, δεν φτάνει ποτέ εκεί
να μ’ εγκαταλείψει και να φύγει δεν είναι ικανή
κι έτσι μου υπενθυμίζει ισχνά, ακατανόητα

με το πέταγμά της γύρω απ’ το φωτιστικό
την κάθε προσπάθειά μου, όσους διέγραψα
κύκλους γύρω από πράγματα γυαλιστερά
κι όσους έγραψα στίχους με άλλων αποφάγια.

Βιογραφικό Γιώργος Παναγιωτίδης