Scroll Top

Άνοιξη 2020: Μα, που είναι η τρελή ροδιά, κ. Ελύτη; – Του Διονυσίου Μαρουλή

«[..]Πέστε μου είναι η τρελή ροδιά που χαιρετάει στα μάκρη

Τινάζοντας ένα μαντήλι φύλλων από δροσερή φωτιά
Μια θάλασσα ετοιμόγεννη με χίλια δυό καράβια[…]
Πέστε μου, είναι η τρελή ροδιά [..]
Που σπάει με φως καταμεσής του κόσμου τις κακοκαιριές του
                                                                                   δαίμονα
[…]Ξεχύνοντας στους κόρφους του ήλιου τα μεθυστικά πουλιά
Πέστε μου, αυτή που ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πράγματων
Στο στήθος των βαθιών ονείρων μας, είναι η τρελή ροδιά;»
                                   Ελύτης Οδ., Προσανατολισμοί, 1940

Τι κι αν μπήκε η Άνοιξη, τι κι αν ο ΄΄μηχανισμός΄΄ των ανθρώπων αρχίζει να ζητά φυσικά καύσιμα, το λίγο το ήλιου, την κίνηση του σώματος, την απουσία ντουβαριού να μας ξεσκεπάσει… Επιλογή δεν υπάρχει πέρα από το ΄΄Μένουμε Σπίτι΄΄ για το καλό, ως φαίνεται, όλης της ανθρωπότητας. Η παρατεταμένη απραξία (!) γίνεται πράξη ευθύνης, ενώ η δράση, η συμμετοχή, η επαφή καταντούν σχεδόν απειλητικές. Κι έτσι στη διαμορφωθείσα περιρρέουσα ατμόσφαιρα, κλεισμένοι μέσα, Απρίλη μήνα, σιγομουρμουρίζεις εύκολα τον στίχο του Τ. Λειβαδίτη, «Α, πες μου, λοιπόν πού πήγε όλη εκείνη η άνοιξη» (Καντάτα, 1960)για να αυτοσαρκαστείς με το δίστιχο του Τ. Σινόπουλο «Το μαύρο τριαντάφυλλο/περπατάει τώρα στους δρόμους» (Ο Χάρτης, 1977).

Όμως, «ενώ τα πάντα λιώνουν κάτω από τα πόδια μας, μπορούμε να κρατηθούμε πάντως από κάποιο εξαίσιο πάθος[…] ή από κάποιο κέντρισμα των αισθήσεων από παράξενα βαψίματα, από παράξενα χρώματα, παράξενες οσμές.» (Pater, Η Αναγέννηση, 1873). Ένα τέτοιο ΄΄κέντρισμα΄΄ έπιασα αυτές τις πρώτες μέρες του μήνα προσπαθώντας να ακολουθήσω το «Την άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι.» (Ελύτης Οδ., Εκ του πλησίον, 1998). Έπιασα, λοιπόν, να διαβάζω νεοελληνική ποίηση για κήπους κι άνθη, αφού είναι πια αδύνατον, κι ας είναι Άνοιξη, μες στη φύση να βρεθείς.

«Εν Φαντασία και Λόγω»στις ιστορίες των ποιητών ο έρωτας, η υπαρξιακή αγωνία, η μνήμη, το παράπονο, η ζωή σωματοποιούνται σε Αγάπανθο (π.χ. Σεφέρης), Μυγδαλιά (π.χ. Άγρας, Δροσίνης), Κισσό (π.χ. Γρυπάρης), Ορτανσία (π.χ. Ουράνης),Ηλίανθο (π.χ. Ρίτσος),Υάκινθο (π.χ. Καρέλλη) κι άλλα πολλά λουλούδια «ως ταίριαζαν πολύ». Φωνές ποιητικές με ετεροκλήτους εκφραστικούς τροπισμούς από τον Ρομαντισμό, τον Συμβολισμό, τον Μοντερνισμό εμφανίστηκαν σε αυτόν το τεχνητό κήπο καταθέτοντας εμπειρίες και συναισθήματα κοινά και κάποιες φορές πολύ σπάνια. Αυτός ο ποιητικός περίπατος με οδήγησε και στον Κ.Γ.Καρυωτάκη και τη δική του Άνοιξη (1919) όπου μας λέει«Στον κήπο απόψε μου μιλάει μια νέα μελαγχολία», μα πιο πολύ στάθηκα σε ένα σύντομο πεζό ποίημά (;) του που ονομάζεται «Ο κήπος της αχαριστίας» δημοσιευμένο μετά το θάνατό του στο περιοδικό Αλεξανδρινή Τέχνη (1929):

Θα καλλιεργήσω το ωραιότερο άνθος. Στις καρδιές των ανθρώπων θα φυτέψω την Αχαριστία. Ευνοϊκοί είναι οι καιροί, κατάλληλος ο τόπος. Ο άνεμος τσακίζει τα δέντρα. Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια. Οι εγκέφαλοι, εργαστήρια κιβδηλοποιών. Τερατώδη νήπια τα έργα, υπάρχουν στις γυάλες. Και μέσα σε δάσος από μάσκες, ζήτησε να ζήσεις. Εγώ θα καλλιεργήσω την Αχαριστία.
Όταν έρθει η τελευταία άνοιξις, ο κήπος μου θα ‘ναι γεμάτος από θεσπέσια δείγματα του είδους. Τα σεληνοφώτιστα βράδια, μονάχος θα περπατώ στους καμπυλωτούς δρόμους, μετρώντας αυτά τα λουλούδια. Πλησιάζοντας με κλειστά μάτια τη βελούδινη, σκοτεινή στεφάνη τους, θα νιώθω στο απρόσωπο τους αιχμηρούς των στημόνες και θ’ αναπνέω το άρωμά τους.

Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα, και οι αύρες θα πνέουν, αλλά εγώ, γέρνοντας ολοένα περσότερο, θα θυμάμαι.

Θα θυμάμαι τις σφιγμένες γροθιές, τα παραπλανητικά χαμόγελα και την προδοτική αδιαφορία.

Θα μένω ακίνητος ημέρες και χρόνια, χωρίς να σκέπτομαι, χωρίς να βλέπω, χωρίς να εκφράζω τίποτε άλλο. Θα είμαι ολόκληρος μια πικρή ανάμνησις, ένα άγαλμα που γύρω του θα μεγαλώνουν τροπικά φυτά, θα πυκνώνουν, θα μπερδεύονται μεταξύ τους, θα κερδίζουν τη γη και τον αέρα. Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου, θα πλέκονται στα μαλλιά μου, θα με τυλίγουν με ανθρώπινη περίσκεψη.

Κάτου από τη σταθερή τους ώθηση, θα βυθίζομαι στο χώμα.

Και ο κήπος μου θα είναι ο κήπος της Αγάπης.

Στο κείμενο αυτό στάθηκα ώρα πολλή διαβάζοντας λέξεις και φράσεις ειδικά στο πρώτο χωρίο που έστρεψαν τον νου μου και πάλι στον ιό και την πανδημία: οι πρώτες θεωρίες ότι ίσως μεταδόθηκε από φίδια ή τον φολιδωτό Παγκολίνο («Στη νοσηρή ατμόσφαιρα ορθώνονται φίδια»), η εύκολη διάδοσή του και με τον αέρα («ο άνεμος τσάκιζε»), ο αγώνας στα εργαστήρια για το εμβόλιο («Εγκέφαλοι, εργαστήρια, γυάλες»), οι μάσκες και τα γάντια που φοράμε («σε δάσος από μάσκες»), η απομόνωση («μονάχος θα περπατώ»), η προσπάθεια όλων μας να μείνουμε όρθιοι ( «ζήτησε να ζήσεις.»), η συμπτωματολογία του ιού («Σιγά σιγά οι κλώνοι τους θα περισφίγγουν το λαιμό μου»). Άρχισα να σκέφτομαι την κλεισούρα, τους θανάτους, την αγωνία, την αγαπημένη Ιταλία και τα πολλά ΄΄γιατί ΄΄, χωρίς πια να φτάνει η εξήγηση ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας υπάρχουν πάντα πανδημίες. Το μάτι πέφτει ξανά στον τίτλο, στην αχαριστία,και σε γεμίζει απορία. Λες κι αυτή η ηθική αλληγορία του Καρυωτάκη με τη δυστοπική ατμόσφαιρά της να είναι επίκαιρη και στο παρόν μας και να δίνει μια άλλη διάσταση στην αιτία…,αλλά και να προτείνει λύση στο τέλος, τρέποντας ο Καρυωτάκης τον κήπο της Αχαριστίας σε κήπο Αγάπης.

Ίσως, τώρα, αυτή την άνοιξη του 2020, κάποιος να αισθάνεται «Κομμένος όπως το λουλούδι μες στο βάζο»(Καρούζος Ν. Ανθολογία, 1971) ή κάποιος πιο αισιόδοξος:

«Στη μαύρη νύχτα
ζωγραφίζω(-ει) γιασεμιά
να ξημερώσει»

(Δ.Ι. Αντωνίου, 1972)

,μα σίγουρα οι περισσότεροι ευχόμαστε να μείνουμε δυνατοί και, όταν κοπάσει κι αυτό, κάτι να μάθαμε και ναμην αφήσουμε μόνο του τον Καρυωτάκηστον κήπο του της Αγάπης, ώστε:

«Kι απάνω εκεί δυο σύννεφα, λες κι είν’ ασπροντυμένοι
αγγέλοι, που με τ’ ανοιχτά φτερά τους σταματήσαν
κι ηύραν τη γη τόσ’ όμορφη και τόσο ευτυχισμένη,
που εμείναν και τον ουρανό γι’ απόψ’ ελησμονήσαν…»

(Πορφύρας Λ. «Απόψε», 1934)

ή

«Φως να βγαίνει απ’ τις χλοερές χαραμάδες των φύλλων
Όπως παλιά απ’ τις ίριδες των εραστών»

(Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Το άνθος διδάσκει», 2001)

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Johnson R.V., Αισθητισμός. Μτφρ. Μοσχονά Ελ., σειρά: Η Γλώσσα της Κριτικής, Αθήνα, εκδ. Ερμής, 2009.
Pater W., Η Αναγέννηση. Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση. Μτφρ. ΜπερλήςΑ., Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2011.
Καρυωτάκης Κ.Γ., Ποιήματα και πεζά. Επιμ. Σαββίδης Γ., Αθήνα, εκδ. Ερμής, 1972.
Μέντη Δ., Το Γλωσσάριο των Ανθέων, Ανθολογία Ποιημάτων εν Ανθηρώ ΈλληνιΛόγω. Αθήνα, εκδ. Πικραμένος, 2018.


Κενρικός πίνακας: The Pink Peach Tree by Vincent Van Gogh 

David Friedrich, Wanderer above the sea of fog,1818

John Singer Sargent, Carnation, Lily, Lily, Rose, 1885/86