Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Μάιο του 2020 στο Culture Book»

 «7 + 1 διηγήματα για τον Μάιο του 2020 στο Culture Book»

7 + 1 διηγήματα για το Culture Book από επτά (7) και έναν (1) διαφορετικούς συγγραφείς. Ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος και καταξιωμένος πεζογράφος (Ευάγγελος Αυδίκος), ο εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας, από τα σημαντικότερα στη χώρα σήμερα, και γνωστός ποιητής (Κώστας Κρεμμύδας), δύο από τους πλέον αξιόλογους Έλληνες λογοτέχνες (Αλέξανδρος Αραμπατζής και Γιώργος Παναγιωτίδης), η αξιοπρόσεχτη Κατερίνα Παναγιωτιοπούλου και δύο νεότερες γυναικείες φωνές που αξίζει να διαβάσετε (Λίλια Κυρίτση, απόφοιτη του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» και Ιωάννα Ντορμούση, πρωτοετής φοιτήτρια του ίδιου Προγράμματος), όλοι τους μάς καταθέτουν διηγήματα που αξίζει να διαβαστούν. Κείμενα με θεματολογικές και υφολογικές συγκλίσεις και αποκλίσεις αλλά κείμενα καλογραμμένα.[1]

Το διήγημα ορίζεται ως εκείνη η σύντομη αφήγηση, η μικρή ιστορία που διαθέτει συνήθως αρχή, μέση και τέλος. Ως λογοτεχνικό είδος είναι συντομότερο σε έκταση από τη νουβέλα και πολύ μικρότερο από το μυθιστόρημα, τα όρια άλλωστε είναι πάντοτε υπο-κειμενικά. Ένας κλασικός ορισμός υποδεικνύει πως μπορεί να διαβαστεί σε μια «καθισιά» (Έντγκαρ Άλλαν Πόε Το κοράκι και Η Φιλοσοφία της σύνθεσης, 1846). Επιλέξαμε αδημοσίευτα κείμενα που μπορούν να διαβαστούν από εσάς σε μια «καθισιά» και το καθένα ξεχωριστά και όλα μαζί όμως.

Να σημειώσουμε πως θεωρήσαμε υποχρέωσή μας (πώς αλλιώς άλλωστε όταν ομιλούμε για λογοτεχνία) να αποδεχτούμε τον τρόπο χρήσης των σημείων στίξης και των γραμματικοσυντακτικών κανόνων του κάθε συγγραφέα.

Καλή ανάγνωση!

Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος

[1] Και ένα κείμενο χ(ωρίς) σ(υγγραφέα)

Κατάμονος και γράφω

Αλέξανδρος Αραμπατζής

Οι μοναχικοί τύποι τσουβαλιάζουν όλες τις συμφορές τους στη μοναξιά τους. Η μοναξιά τους μοιάζει σαν ξεχειλωμένο τσουβάλι. Το τσουβάλι είναι το πραγματικό κοστούμι της μοναξιάς.
Ο μοναχικός γεύεται την πίκρα που γδέρνει το στόμα από την πολλή φλυαρία της μουγκαμάρας. Οι μοναχικοί τύποι είναι μουγκοί και ταυτόχρονα είναι φλύαροι. Φοβερή αντίφαση! Αυτή η αντίφαση τους σκοτώνει!
Δεν μου επέτρεπαν ποτέ οι γονείς μου να είμαι φλύαρος. Μου επέτρεπαν όμως να είμαι μόνος. Στην πραγματικότητα χαιρόντουσαν να μένω στο σπίτι μόνος. Ούτε τρέλες, ούτε φασαρίες με άλλα παιδιά. Με συνέχαιραν να μένω μόνος γιατί λέγανε όταν είσαι μόνος είσαι αναγκαστικά αφοσιωμένος αποκλειστικά στα καθήκοντά σου. Είσαι υπάκουος, κάνεις τα μαθήματά σου, τη μελέτη σου, τις εργασίες σου, τις προσευχές σου, την καθαριότητα του δωματίου σου.
Ένα μοναχικό παιδί σαν εμένα, έπρεπε να είναι καλός μαθητής, πιστό χριστιανόπουλο,υπάκουος γιος με διαγωγή κοσμιοτάτη.
Ο μοναχικός είναι η φωνή της συνείδησης. Η φωνή του καθήκοντος.Ο σταθερός κρίκος της τάξης. Ο μοναχικός δεν είναι λύκος, όχι, είναι το πρόβατο που βελάζει μόνο του μέσα στην αποπνικτική στάνη.
Ο μοναχικός δεν εκνευρίζει τους άλλους. Μόνο τον εαυτό σου εκνευρίζει.
Ο μοναχικός είναι αντικοινωνικός.Είναι απόλυτα συνεπής σε όλα τα καθήκοντά του απέναντι στην κοινωνία, παρότι δεν αντέχει την κοινωνία και η κοινωνία δεν τον αντέχει. Δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε μια ομάδα. Οι ομάδες τον καταπίνουν και τον ξερνάνε σαν ξένο σώμα. Ο μοναχικός είναι η ομάδα των συμφορών του. Και οι συμφορές του τον απομονώνουν και τον παραδίνουν έρμαιο στην κοινωνία.
Όπως δεν μπορείς να κοιτάξεις ανάμεσα σε μια γυάλα χωρίς να παραμορφωθεί το πρόσωπό σου, έτσι και στην ζωή, δεν μπορείς να κοιτάξεις τα γεγονότα της ζωής σου χωρίς να παραμορφωθεί το πρόσωπο της αλήθειάς τους.
Οι λέξεις προχωρούν κρατώντας στο χεράκι τους ένα μικρό λαδοφάναρο που το λένε σημασία. Δυστυχώς, η σημασία, φωτίζει μόνο ένα μικρό κομμάτι της λέξης, το άλλο κρύβεται στη σκιά, σαν καταδιωγμένος συνωμότης. Υπολογίζω πως πρέπει να μαζέψω ένα σωρό καταδιωγμένους συνωμότες για να μιλήσω για αλήθειες.
Γεννήθηκα με δύο έμφυτα ελαττώματα: την μελαγχολία και την περιέργεια. Κι ενώ η μελαγχολία με προτρέπει συνεχώς σε παθητικό εφησυχασμό, ηπεριέργεια, με την εξουθενωτική της ορμή με ξεσηκώνει για δράση. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει διαρκώς να ισορροπώ ανάμεσα στο στοπ και στο εμπρός, ανάμεσα στο περίμενε και στο φύγε, ανάμεσα στο σταματάμε και στο ξεκινάμε.
Άραγε πόσα ζιζάνια κρύβονται στο σκοτεινό κελάρι της ψυχής και σκαρφαλώνουν κρυφά το βράδυ στον ύπνο μου και μου ψιθυρίζουν, πλην όλων των άλλων, και το: χαμένος καιρός! Ναι, χαμένος καιρός τα πράγματα που αγαπήσαμε, χαμένος καιρός οι άνθρωποι που λατρέψαμε, χαμένος καιρός τα όνειρα που πιστέψαμε, χαμένος καιρός η λαχτάρα για το βλαστάρι του χρόνου που κυοφορεί ο άνεμος και το λένε ανεμογκάστρι.
Δεν ανήκω στον τύπο των ανθρώπων που τους αρέσει να περιπλανιούνται άσκοπα. Μ΄ ενδιαφέρουν οι σταθεροί και σίγουροι προορισμοί. Αποφεύγω τους κουραστικούς μαιάνδρους και τα σκοτεινά μονοπάτια. Ωστόσο, ποτέ δεν μπόρεσα ν΄ αποφύγω τους κουραστικούς μαιάνδρους και τα σκοτεινά μονοπάτια. Η ζωή μας υποχρεώνει να παλεύουμε ακόμη και στον καναπέ του σπιτιού μας, ακόμη και στον ύπνο μας. Ακόμη και το ατσάλι μπορεί να έχει την ευαίσθητη καρδιά ενός μικρού σπουργιτιού. Ακόμη κι ένα άγνωστο άστρο μπορεί να φιλοξενήσει πάνω του ζωή.
Αλλά ακόμα και τώρα, παρότι αυτό το χώμα το πατούμε και το ονοματίσαμε γη, ακόμα συνεχίζουμε να ζούμε σε άγνωστο άστρο. Εκείνος που κατασκεύασε τον χάρτη του σύμπαντος πόσο σημασία δίνει άραγε σ΄ αυτό την μικρή κουκίδα ύλης;
Ο μοναχικός χρειάζεται τη συντροφιά κάποιου κατοικίδιου για να υπάρξει. Δηλαδή να επικοινωνεί με ένα ον που έχει έναν άλλον κώδικα επικοινωνίας από τον δικό του. Να χαϊδέψει, να αγκαλιάσει τρυφερές ράχες και γούνες και να βρει βλέμματα συμπαράστασης και κατανόησης από τους προϊστορικούς βρυχηθμούς των αιώνων που στοιχειώνουν το ζωικό βασίλειο. Μία, δύο και περισσότερες γάτες, ένα δύο και περισσότερα σκυλιά, ιδού η σχεδόν μυστικοπαθής συμμορία των πανούργων φίλων που αντιλαμβάνεται καλύτερα από εσένα πόσο την έχεις ανάγκη. Αλλά κοντά σ΄ αυτά και γιατί όχι άλλα παράξενα πλάσματα,κροκόδειλοι, τίγρεις, λιοντάρια, βόες, ιγκουάνα, ποντίκια, κι ότι άλλο μπορεί να φαντασθεί ο νους του ανθρώπου, σε μια ρυθμική συμφωνία νοερών και υπερβατικών μηνυμάτων που σχηματίζουν αλυσίδα ανάμεσα στην όραση και στην αφή, στην ακοή και στην όσφρηση; Αγκαλιάστε, λοιπόν,έναν κροκόδειλο, αγκαλιάστε έναν βόα, χαϊδέψτε ένα ποντίκι και ιδού το θαύμα μιας συναρπαστικής, απρόσμενης φιλίας. Όλα τ΄ αγρίμια ένας κύκλος,όλα τ΄ αγρίμια σε μια ζεστή αγκαλιά με τον μοναχικό, όλοι οι μοναχικοί σε μια ζεστή αγκαλιά με τα μοναχικά αγρίμια. Η φωνή της φύσης καλεί τους μοναχικούς. Η μοναξιά των δασών και των ορέων τους τυλίγει. Το ένστικτο του πλανητικού συνοδοιπόρου τους κατακτά. Εμπρός, λοιπόν, μοναχικοί τροβαδούροι, υμνήστε το τρελό καλπασμό των μοναχικών σας ωρών στις άγριες στέπες της προγονικής κοσμογονικής σας μνήμης.

§

 

 

Ιχνηλάτηση

Ευάγγελος Αυδίκος

Έτσι ζούσε από τότε που η γυναίκα του τον παράτησε, παίρνοντας και τη γάτα μαζί της. «Εξανίσταμαι με την αδιαφορία σου». Το μόνο που φυλάει απ’ αυτήν είναι το ρήμα. Δεν άκουγε τους χαρακτηρισμούς, δεν ακουμπούσαν καθόλου στο μυαλό του, προσέκρουσαν στο τύμπανο κι έπεφταν στο δάπεδο. Αλλά το ρήμα! Ωραία λέξη. Εξανίσταμαι, πού τη βρήκε η Θρούμπη τη λέξη αυτή. Ποτέ της στο παρελθόν δεν τον είχε αναστατώσει με τις λέξεις της. Έτρεξε αμέσως στο λεξικό, της Ακαδημίας Αθηνών, προσφορά της εφημερίδας. Κάθε Κυριακή γέμιζε το σαλόνι μ’ εφημερίδες, δεν τον ενδιέφερε σε ποιον θεό πίστευαν,αρκεί να μάθαινε καινούριες λέξεις.
Εκφράζω έντονα τον θυμό ή την οργή μου, έγραφε το λήμμα. Και συμπλήρωνε: εκνευρίζομαι, διαμαρτύρομαι. Θυμάται που διάβαζε φωναχτά και την ώρα που ολοκληρώθηκε η τρίτη ανάγνωση- εξ – ανί –στα- μαι! Τι ωραία λέξη-, ακούστηκε ο ήχος από τον σπασμένο καθρέφτη, που βρισκόταν στην εσωτερική πλευρά της εξώπορτας, η τελευταία ματιά της Θρούμπης , πριν την έξοδό της. Δεν έδωσε σημασία, ήταν εκστασιασμένος με την καινούρια λέξη, το μοναδικό δώρο που του πρόσφερε η Θρούμπη τα πέντε χρόνια του κοινού τους βίου.
Λογίστρια σε μεγάλη εταιρεία, Κάθριν του συστήθηκε στην πρώτη συνάντησή τους, Θρούμπη τη φώναζε ο ίδιος, είναι ο δικός μας κώδικας,προσπαθούσε να την ηρεμήσει, κι ας κυκλοφορούσε για μέρες με το τσιρότο στον αριστερό κρόταφο, σημάδι του θυμού της. Με τα πολλά ηρέμησε, διάβαζε απομονωμένη τότε τον κώδικα Νταβίντσι κι έτσι χρησιμοποίησε το τελευταίο του όπλο. Θα είναι ο κώδικάς μας ,θα μας φέρει πιο κοντά. Κοίταξε τι γράφει το λεξικό. Καλά , απάντησε, καθησυχασμένη, και βυθίστηκε πιο πολύ στο βιβλίο.
Τα πρώτα χρόνια του κοινού τους βίου ήταν όλα ρόδινα. Δούλευε ο ίδιος σε τράπεζα. Στην αρχή το γραφείο του ήταν στον δεύτερο όροφο κι από εκεί αγνάντευε τη θάλασσα, ενδιάμεσα έριχνε κλεφτές ματιές στο επίτομο λεξικό που είχε πάντα στη δερμάτινη καφέ τσάντα του. Όλα κυλούσαν όμορφα, το ταξίδι του στις λέξεις τον έκανε ευτυχισμένο. Το βράδυ στο σπίτι η Θρούμπη έβλεπε μανιωδώς τηλεόραση, τα τηλεπαιχνίδια. Ντάρλινγκ, τι σημαίνει «εκστασιασμένος»; Βιάσου, κοίτα στο λεξικό, θα στείλω μήνυμα, θέλω να κερδίσω. Μα τη χαρά της που κληρώθηκε νικήτρια, το βιβλίο του Μπράουν για τον κώδικα Νταβίντσι ήταν αυτό που τους έδεσε. Για ένα μεγάλο διάστημα η Θρούμπη έβλεπε τα τηλεπαιχνίδια κι αυτός είχε έτοιμους όλους τους τόμους του λεξικού, να της δώσει απαντήσεις.
Άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια, όσο αραίωναν οι λέξεις. Τι σημαίνει «ερωτοτροπία;» Η λέξη έπεσε απροειδοποίητα, είχε συνηθίσει τη σιωπή. Έπιασε αμέσως τον δεύτερο τόμο και άρχισε να φυλλομετράει τις σελίδες αναζητώντας τη λέξη. Η ταχύτητα, όμως, σταδιακά μειώθηκε, τελικά σταμάτησε. Γύρισε προς το μέρος της, σαν να του φάνηκε κάτι παράξενο στον τρόπο που τον κοίταζε. Ναι, βρήκε τη λέξη που έψαχνε. Μειδίαμα ήταν, έχει δίκιο το λεξικό.Τον έβαλε και σε σκέψεις. Μειδίαμα είναι το ελαφρύ χαμόγελο, το αινιγματικό, πρόσθετε. Τότε ήταν που τον έζωσαν τα φίδια με τη λέξη που του ζήτησε. Εκδήλωση ερωτικού ενδιαφέροντος, έγραφε το λεξικό. Έκανε ώρα να της διαβάσει τη σημασία της λέξης. Ένιωθε τη λέξη σαν πέτρα στο τζάμι του παραθύρου του.
Τον έζωσαν τα μαύρα φίδια. Τη λύση, όμως, την έδωσε πάλι το λεξικό. Από την τράπεζα τιμωρήθηκε με δεκαπενθήμερη στέρηση μισθού. Τον είχαν μετακινήσει στο γκισέ, τόσα γράμματα ξέρεις, του είπε ο προϊστάμενος, σε χρειαζόμαστε. Ήταν με το ξεκίνημα του καινούργιου χρόνου. Η καινούρια λέξη τον βρήκε στο γκισέ. Ενθουσιάστηκε, το πρόβλημά του μόνο η ορθογραφία της. Κορωναϊός, κορωνοϊός; Ή κορονοϊός; Άρχισε να ψάχνει όλα τα λεξικά.Καθένας και τη δική του γραφή. Τον τρόμαζε, τον αναστάτωνε η αβεβαιότητα. Ο καθένας και τον δικό του χαβά στην τηλεόραση. Επιτέλους, ποια είναι η σωστή γραφή. Απογοητευμένος, δεν άφησε πελάτη που να μην τον ρωτήσει. Τον κατηγόρησαν για διασπορά ψευδών ειδήσεων και για υπονομευτή της εμπιστοσύνης των πελατών στην τράπεζα.
Δεν τον πείραξε η τιμωρία. Τον ανησυχούσε η λέξη «ερωτοτροπία» της Θρούμπης. Τι συμβαίνει; Τι έχει κάνει λάθος;Η τηλεόραση παίζει στη διαπασών, η Θρούμπη έφυγε λίγο πριν από το σπίτι. Ο υπεύθυνος της επιτροπής δήλωσε στον σταθμός μας πως θα γίνει ιχνηλάτηση των επαφών του πρώτου θύματος του κορονοϊού. Έσπευσε αναψοκοκκινισμένος να μάθει για την λέξη που μόλις άκουσε. Ένιωθε μια αδημονία, καιρό είχε να αναστατωθεί από ηδονή το κορμί του. Ιχνηλάτηση είναι η αναζήτηση των ιχνών ενός προσώπου, με σκοπό να το εντοπίσουμε. Χάρηκε, θα ιχνηλατούσε τη Θρούμπη, δεν τον ενόχλησε που με τα πολλά βρήκε τα ίχνη της, φαινόταν ευτυχισμένη στην αγκαλιά του συναδέλφου του από την τράπεζα.
Καταπονημένος από την ιχνηλάτηση της Θρούμπης εκείνο το πρωί κοιμήθηκε ως αργά. Τον ξύπνησε το κουδούνι. Από την επιτροπή ιχνηλατήσεων του θύματος του κορονοϊού, τον ενημέρωσε ο γενειοφόρος μεσήλικας, φορούσε μάσκα και γάντια. Προέκυψε επανειλημμένη επαφή μαζί του στην τράπεζα. Για την ορθογραφία της λέξης, ψέλλισε. Ακολουθήστε μας, παρακαλώ.

§

 

 

Χάπι εντ

Κώστας Κρεμμύδας

όλα τα χάπια είναι ίδια

για την καρδιά την άπονη

θα τα πετάξω στα σκουπίδια

πριν πάρω την ανάποδη

Χάπια για το στομάχι, χάπια αδυνατίσματος, χάπια για ακμή, χάπια για τον ύπνο, για τον ξύπνιο, χάπια για το άγχος, για δυσλειτουργίες ή κωλυσιεργίες, για την καταπολέμηση της βουλιμίας, χάπια για αποφυγή της ηρεμίας, χάπια για την όραση, χάπια μπροστά στην τηλεόραση.
Ακόμη και Η Τραγική Ιστορία του Άμλετ, Πρίγκιπα της Δανιμαρκίας, που ανέβηκε το 1603 στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης, αρχίζω να πιστεύω πως δεν είχε να κάνει τόσο με τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Σαιξπηρικού ήρωα για το νόημα της ζωής ή το πάθος της εκδίκησής του κατά του Κλαύδιου και της μητέρας του Γερτρούδης, όσο με το προαιώνιο ερώτημα του Άμλετ αν πήρε ή δεν πήρε τα χάπια του (to pills or not to pills). Άλλωστε αυτόν τον ρόλο ανέθεσε ο Κλαύδιος στους Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, στους δυο συμφοιτητές του Αμλέτου, να βρουν την αιτία της τρέλας του ανιψιού του, αλλά και να παρακολουθούν την τήρηση της συνταγογράφησης. [Λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, στο βασίλειο της Δανίας (πάντα πρωτοπόρες οι σκανδιναβικές χώρες) η σχετική διαδικασία γινόταν ηλεκτρονικά για τον περιορισμό της πολυφαρμακίας και των υπερτιμολογήσεων].
Θα μπορούσαν βέβαια να προμηθευτούν από εμάς αδέκαστους υπουργούς για να μπει μια κάποια τάξη στο σύστημα υγείας τής χώρας τους –γιατί εμείς εισάγουμε διαιτητές απ’ το εξωτερικό;– αλλά προφανώς δεν το είχαν σκεφτεί.
Η πιστή τήρηση της θεραπείας, τουλάχιστον για όσους δεν διαθέτουν ισχυρότατους δεσμούς με τα δόγματα πίστης [θυμηθείτε τη φράση: «η επιστήμη έκανε το καθήκον της, τον λόγο πια έχει ο θεός»], είναι προϋπόθεση για τον κάθε ασθενή. Προφανώς το γνώριζαν και οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες που έπαιρναν ακριβή δοσολογία δηλητηρίου [ο γνωστός μιθριδατισμός: σταδιακή αυτοχορήγηση σε μη θανατηφόρες δόσεις] για να μην τους τη φέρει ο κάθε επίδοξος διεκδικητής του θρόνου τους και χάσουν έτσι το προνόμιο να αυτοκρατορεύουν σε μια ευνομούμενη αυτοκρατορία. Οι βυζαντινοί, όπως και ο Σωκράτης, θα είχαν προφανώς διαβάσει τον Κόμη Μοντεχρίστο του Δουμά και την Πριγκίπισσα νύφη του Ουίλιαμ Γκόλντμαν. [Βέβαια στον Σωκράτη δεν έκατσε η δοσολογία, αλλά αυτό ίσως να οφείλεται στην ελλιπή ενημέρωσή του από τον Ασκληπιό].
Επομένως μην παίρνετε τοις μετρητοίς τον Νίκο Μακρόπουλο όταν σας τραγουδά σε στίχους Δημήτρη Χαϊντούτη: Δε θα πάρω απόψε τα χάπια μου/ δε θα κλείσω όλη νύχτα τα μάτια μου/ θα κοιτάζω απ’ το τζάμι που βρέχει/ και θα σκέφτομαι ποιος να σε έχει…
   Τα χάπια γιατρεύουν, τα χάπια σώζουν ζωές. Κι αυτό το ξέρει πάρα πολύ καλά ο λαϊκός βάρδος Γιώργος Δασκουλίδης που ερμηνεύει με πάθος τον Γιάννη Καραλή: Όσα ξενύχτια έκανα τόσα φαρμάκια ήπια/ μα η καρδιά σου ήτανε σαν την δεκάρα τρύπια// Πονάω πονάω πονάω και κλαίω// Ένα χάπι να γιατρεύει την αγάπη/ ένα χάπι να νικάει όλα τα πάθη/ να σωθώ να μην πονώ/ να μην κλαίω να μη σε θυμάμαι /να γιατρευτώ…
Κι αν ο Αμλέτος έκανε κανονικά τη θεραπεία του, δεν θα έβλεπε φαντάσματα στο κάστρο Έλσινορ, δεν θα δολοφονούσε τον Κλαύδιο, δεν θα σκότωνε κατά λάθος τον Πολώνιο (που κρυφάκουγε), δεν θα οδηγούσε στον θάνατο τους δυο επίδοξους δολοφόνους του Ρόζεγκραντζ και Γκιλντεστέρν, δεν θα πνιγόταν απ’ την απελπισία της η Οφηλία στο ποτάμι, δεν θα επέστρεφε γεμάτος οργή απ’ τη Γαλλία ο αδελφός της Λαέρτης για να εκδικηθεί τον άδικο θάνατο του πατέρα τους Πολώνιου, δεν θα έπινε το δηλητήριο η Γερτρούδη, δεν θα λαβωνόταν απ’ το δηλητηριασμένο ξίφος ο Λαέρτης και δεν θα τραυμάτιζε με τη σειρά του θανάσιμα τον Άμλετ. Μόνος κερδισμένος, από την ελλιπή φαρμακευτική αγωγή τού Άμλετ, ο φιλόδοξος Νορβηγός πρίγκιπας Φόρτινμπρας, που βρήκε την ευκαιρία να εκστρατεύσει κατά της Δανίας κραδαίνοντας ως δικαιολογία τα τελευταία λόγια του πρώτου: «Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας». Και βέβαια κανείς δεν κατάλαβε πως τα λόγια του εστεμμένου, πολύ πριν τις κορώνες και τους κορωναϊούς, είχαν ως έρεισμά τους την παγκοσμιοποίηση που από χρόνια την έβλεπε να καταφθάνει σαν πανδημία.
Ευτυχώς στην Ελλάδα τα πάντα βαίνουν καλώς, αφενός λόγω της συντεταγμένης πορείας μας στα κρίσιμα, αφετέρου του θεατρόφιλου κοινού που είχε σπεύσει ήδη από το 1937 να δει τον Άμλετ στο Εθνικό Θέατρο το 1937 [σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη με Άμλετ τον Αλέξη Μινωτή] και να λάβει εγκαίρως τα μέτρα του.
Έχοντας τραυματική εμπειρία από τον παππού μου, που κυκλοφορούσε μονίμως με ένα βαλιτσάκι φάρματα και με αναστάτωνε τα βράδια ανά 3λεπτο με την αλησμόνητη φωνή του «Κώστα, το φάρμακο για τον ύπνο, το έβαλες;» «Ναι παππού, στο τραπέζι». «Κώστα, το φάρμακο για τον ξύπνιο;» «Ναι παππού, δίπλα». «Κώστα, της πίεσης… Κώστα, της καρδιάς… Κώστα, της χοληστερίνης… Κώστα, του ζαχάρου…, φροντίζω από χρόνια να αποσυσκευάζω τα χαπάκια και να τα διατηρώ σε ασημένια κουτάκια, από μπομπονιέρες φίλων. Το πρόβλημα είναι ότι μπλέκονται τα χρώματα κι έτσι δεν ξέρω τι χάπι αντιστοιχεί σε ποια μπομπονιέρα; Επίσης δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης. Κι επειδή θεωρώ πεταμένα τα λεφτά στα φάρμακα –δεν θα πλουτίσω εγώ την φαρμακοβιομηχανία των Γιαννακόπουλων [που ‘ναι και βάζελοι]– από χρόνια παίρνω ληγμένα. Στοιχείο που αξιοποιούν άσπονδοι φίλοι για να στέκονται ειρωνικά στα κείμενά μου. Το προσπερνούσα μέχρι του τελευταία ενέσκηψε κι άλλο πρόβλημα: πελαγωμένος στα χιλιάδες χαρτιά ξεχνάω αν πήρα ή αν δεν πήρα τα χάπια μου. Έτσι προβληματισμένο με άκουσε προχτές ο φίλος ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης: «Μη στενοχωριέσαι κι εγώ το παθαίνω», μου είπε. «Κι ο Άμλετ τι νόμιζες πως έκανε περιφερόμενος με το κρανίο… Αναρωτιόταν αν πήρε ή αν δεν πήρε τα χάπια του».

§

 

 

Η τελευταίανύχτα του πρίγκιπα

Λίλια Κυρίτση

Κεφάλαιο 1ο
Κυριακή 27 Ιουλίου. Tου Αγίου Παντελεήμονα. Για τρίτη συνεχόμενη μέρα ο καύσωνας βασανίζει αλύπητα το Θεσσαλικό κάμπο. Με έκτακτα δελτία καιρού η Eθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία συμβουλεύει τους κατοίκους να περιορίσουν τις μετακινήσεις τους κατά τις μεσημβρινές ώρες.Ένας ανελέητος ήλιος βάζει φωτιά τους δρόμους της πόλης. Το ποτάμι, που την κόβει στη μέση, ιδρώνει ακίνητο στην καλοκαιρινή κάψα.Η μυρωδιά του καταλύτη των αυτοκινήτων, που απλώνει στην πυρωμένη άσφαλτο, κάνει την ατμόσφαιρα αποπνιχτική.
12.15 μ.μ. Ο Άλκης αγκομαχά να ανασάνει. Το ίδιο και το ρετιρέ της οδού Θράκης 13.Στην ίδια θέση με το πατρικό του. Κάποτε! Σε μιαν αυλή με κερασιές,που ξεπατώθηκαν άρον άρον από τους εργολάβους. Την άνοιξη η μοσχοβολιά κύκλωνε τον αέρα. Κάποτε!
Η Ζωή έχει σηκωθεί από νωρίς. Όχι ότι κοιμήθηκε κιόλας. Λίγο οι «μπόμπες» που ήπιανε, λίγο η ερωτική διάθεση του Άλκη, λίγο τα κουνούπια «τίγρεις» ήταν αρκετά για να μείνει ξάγρυπνη όλη νύχτα. Ο Άλκης πάλι λιώνει στη λαύρα της πίσω κάμαρας. Το κλιματιστικό, χαλασμένο από πέρυσι, εκδικείται με τον χειρότερο τρόπο τον αναβλητικό του χαρακτήρα. Το πολύ αλκοόλ δυναμίτης στον εγκέφαλο.
Μια μαξιλαριά, σκέτη τούβλο, προσγειώνεται αδυσώπητα πάνω του. Από το άνοιγμα της πόρτας η Ζωή, ίδια λέαινα. Θαμπά διακρίνει την έξαψη στο σφιγμένο της στόμα την ώρα που του πετάει απότομα:
-Μεσημέριασε. Τι ώρα θα σηκωθείς επιτέλους;
-Να πάρει η οργή. Πες μια καλημέρα πρώτα. Δε βλέπεις ότι υποφέρω;της από-κρίνεται νευριασμένα. Κάνει να σηκωθεί. Το κεφάλι του βαραίνει δέκα τόνους.Τον τραβάει πάλι πίσω. Η μέρα προειδοποιεί για επεισόδια. Το πόσο θα άλλαζε η ζωή του ούτε που το φανταζόταν. Προσπαθεί να σταθεί όρθιος.Με κόπο φτάνει στην κουζίνα. Πίνει λαίμαργα δυο ποτήρια νερό. Η Ζωή στέκει μισόγυμνη στο νεροχύτη. Η ματιά της άγρια πέφτει πάνω στα τραχιά του γένια.-Θέλεις ξύρισμα. Ακόμα να φύγουν οι κοκκινίλες από χθες βράδυ, τού θυμίζει,δείχνοντας τα ερεθισμένα της στήθη. Στη θέα τους ένα ρίγος τρέχει στη ραχοκοκαλιά του. Τούτη η γυναίκα είναι το πάθος του. Άσβηστο από την πρώτη στιγμή που την είδε. Τρία χρόνια πριν.
Τώρα μπροστά του ακίνητη τον προκαλεί ξεδιάντροπα.Από τη ζάλη χάνεται, μα δεν μπορεί να βαστάξει τις ορμές του. Κολλάει ξαναμμένος πάνω της.Ο πόθος του ακυβέρνητος τσακίζεται πάνω στο κορμί της,καθώς τον κλωτσάει με δύναμη. Νικημένος παραδίνεται αμαχητί στην κακή της διάθεση. Μόνο για καυγά δεν έχει όρεξη. Η     Ζωή όμως φαίνεται αποφασισμένη να το συνεχίσει,βρίζοντας ακατάληπτα.
Σωσίβια λέμβος το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Εκνευρισμένη τον σπρώχνει στην άκρη και σηκώνει το ακουστικό. Δε μιλά. Ακούει μόνο. Ακούει παγωμένα. Το βλοσυρό, μέχρι εκείνη τη στιγμή, βλέμμα της αλλάζει. Μαλακώνει. Ο θυμός υπο-χωρεί. Γλιστράει στην καρέκλα. Τον κοιτά συμπονετικά.
-Ποιος ήταν; ρωτάει ο Άλκης γεμάτος περιέργεια.
-Ο πατέρας σου από το νοσοκομείο.
-Γιατί; Τι πάθανε; συνεχίζει ανήσυχος κι ο νους του τρέχει στο κακό.-Είχαν πάει ,λέει, στον Άγιο Δημήτριο να μεταλάβουν τη γιαγιά. Λίγο πριν έρθει η σειρά της εκείνη αλαφιάζεται. Τους ξεφεύγει με ορμή μπροστά. Αρπάζει το δισκοπότηρο και τρέχει μέσα στην εκκλησιά. Ο κόσμος σαστίζει.Ο παπάς αλλόφρων καλεί τους πιστούς:«Πιάστε τη γριά». Καμιά δεκαριά την κυνηγούν ανάμεσα στα στασίδια. «Πού είναι οι συγγενείς να μαζέψουν τη δαιμονισμένη;», ακούγεται ο ψάλτης από το μικρόφωνο. Οι δικοί σου κάγκελο! Να ανοίξει η γη να τους καταπιεί. Τηλεφωνούν στο 166. Προσπαθεί η δόλια να ξεφύγει. Μπερδεύεται στο χαλί. Παραπατάει. Σωριάζεται φαρδιά πλατιά στο πάτωμα. Ο δίσκος σαϊτεύει τον αέρα. Προσγειώνεται στο κεφάλι του νεωκόρου. Το ποτήρι σκάει με πάταγο στο μάρμαρο. Το πλήθος προσπαθεί να περισώσει το χυμένο ανάμα. Ανάστα ο Κύριος! Τελικά τη μάζεψε το ασθενοφόρο. Την έχουν στο Γενικό. Στα επείγοντα. Δεν τους είπανε τίποτε ακόμη. Είπε να πας από ‘κει.-Δεν πάω πουθενά. Βαρέθηκα τις ανοησίες τους. Στην κατάσταση που είναι,η μετάληψη της έλειπε.Δεν την αφήνουν να ησυχάσει επιτέλους.-Σε ζητάει.

Κεφάλαιο 2ο
Ο διάδρομος της παθολογικής ήσυχος. Μυρίζει αντισηπτικό. Την έχουν μεταφέρει στο 288. Μονόκλινο. Η μάνα λαγοκοιμάται στα πόδια της. Ο πατέρας στην καρέκλα. Τους σκουντάει απαλά. «Θα μείνω εγώ», τους λέει. Φεύγουν ανακουφισμένοι.
Πόσο γαλήνια είναι! Κάθεται στο κρεβάτι δίπλα της. Σχεδόν κολλητά. Της ισιώνει τα μαλλιά. Ζωγραφίζει με το δάχτυλο τα βαθουλωτά της μάγουλα. Χαράζει την καμπύλη τής μύτης. Της μοιάζει. Μαλλιά σγουρά και πυκνά. Μάτια σκοτεινά.Μεγάλο στόμα.Μακριά λεπτά δάχτυλα. Πεταχτά γόνατα. Σκυφτό περπάτημα. Φέρνει τα χέρια της στο στόμα του. Τα μουσκεύει με φιλιά. Στο φλύαρο άγγιγμά του καμία ανταπόκριση. «Γιαγιά ο Άλκης είμαι», ψιθυρίζει. Η φωνή του τής χαϊδεύει τα αυτιά. Τα μάτια της μισανοίγουν. Σαν πρόκες καρφώνονται στο ταβάνι. Άδεια,παγερά, αδιάφορα. «Πόσο ξένη έχεις γίνει Πολυξένη;», αναρωτιέται με πόνο. Το ρολόι στον τοίχο απέναντί του δείχνει οκτώ παρά τέταρτο. Το δικό του ρολόι μετράει ανάποδα το χρόνο.Σαν τρελοί οι λεπτοδείκτες σκοντάφτουν στο τώρα, οπισθοχωρούν. Τον χτυπούνε πισώπλατα. Ξεδιπλώνουν την περασμένη του ζωή.
Καλοκαίρι του 1983. Η υφαντουργική έκλεισε αναπάντεχα. Εξήντα εννέα εργάτες βρέθηκαν στο δρόμο.Ανάμεσα τους ο Παύλος με την Άννα. Με μικρό παιδί. Κομπόδεμα δεν είχαν. Αποφάσισαν να ξενιτευτούν. Ο Χρονάς απαγόρεψε στο ζευγάρι να πάρει τον Άλκηστη Γερμανία. «Το παιδί, τούς λέει, πάσχει από ασθμα-τική βρογχίτιδα.Έγκλημα να αλλάξει κλίμα». Ότι έλεγε ο μεγαλογιατρός ήταν νόμος.Έτσι στράφηκαν στη μάνα της Άννας.Χήρα αγροφύλακα η Πολυξένη Καρατζά,γεννημένη στη Βλάστη Κοζάνης, μετακόμισε, χωρίς δεύτερη σκέψη,στο σπίτι του γαμπρού για να πράξει το χρέος της. Να μεγαλώσει το μονάκριβο εγγόνι.
Ποτέ δεν παραπονέθηκε. Κάτι το έμβασμα κάθε μήνα από τα ξένα, κάτι η σύνταξη του συγχωρεμένου,μια χαρά τα κατάφεραν.Πατέρας και μάνα μαζί, η Πολυξένη. Φυλαχτό να τον φυλάει πέρασε στο λαιμό του. Τα βράδια,μαζί με τα τερλίκια έπλεκε και παραμύθια να τον νανουρίζει. Κι ο Άλκης αντρώθηκε με πρίγκιπες και δράκους, ώσπου με τα χρόνια έγινε σωστός πρίγκιπας. Ο πρίγκιπάς της.Δεν την αποχωρίστηκε ποτέ. Μόνο όταν έφυγε για να σπουδάσει Φιλολογία στα Γιάννενα. Της τηλεφωνούσε κάθε μέρα.
Μέχρι που ένα τηλεφώνημα τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω. Το μεταπτυχιακό του στη Νεοελληνική Γλώσσα έμεινε στη μέση. Τα όνειρά του, για ακαδημαϊκή καριέρα, τελείωσαν πριν καν αρχίσουν. Σε μια στιγμή χαμένη το σπίτι παραδόθηκε στις φλόγες. Ευτυχώς εκείνη έλειπε. Τα αποκαΐδια δόθηκαν αντιπαροχή. Δυο διαμερίσματα κι ένα μαγαζί. Φόρος τιμής στις ανθισμένες κερασιές.
Όταν επέστρεψε δεν τον γνώρισε. Ούτε και κανέναν άλλο. Στη μάχη με τη μνήμη νικήτρια αναδείχτηκε η θλίψη και η ερημιά. Το παρελθόν σφάλισε και το παρόν ανύπαρκτο. Για χρόνια, έψαχνε απελπισμένα να βρει την αλήθεια της πίσω από τις λέξεις. Να μιλήσει τη γλώσσα της.Να τη συναντήσει στο δικό της κόσμο.Μάταια. Τα λόγια πέτρινα. Ο καιρός τον χτίκιασε. Το φορτίο βαρύ.Γκρέμισε τους νεανικούς του ώμους. Γύρεψε στήριγμα.Τότε ήταν που γνώρισε τη Ζωή. Τότε ήταν που οι γονείς του επέστρεψαν μόνιμα στην Ελλάδα κι εκείνος μετακόμισε στον τέταρτο όροφο. Δεν την επισκέφτηκε ποτέ ξανά.Έως σήμερα.
Ξάφνου ο λόγος της ζωντανεύει. Ξεχειλίζει στο χώρο. Χτυπά στους τοίχους. πράσινους Με όση φωνή της έχει απομείνει ξορκίζει τη σκοτεινιά της.«Σκατά, σκατά, σκατά…», ξεστομίζει άπρεπα. Το αηδιαστικό της παραλήρημα τού προκαλεί γέλια ασυγκράτητα. Όταν συνέρχεται σκύβει και τη φυλάει στο μέτωπο. Σκουπίζει τα ξεραμένα δάκρυα. Τα αφρισμένα σάλια στην άκρη των χειλιών. Η παλάμη του φράζει το αυθάδικο στόμα.Στην αρχή σαν παιχνίδι, απαλά.Στα μάτια της βλέπει την απόγνωση. Το μυαλό του παίρνει φωτιά. Χυμένος πάνω της πιέζει με δύναμη απρόσμενη. Το σώμα της τινάζεται σπασμωδικά.Βασανίζεται να αναπνεύσει. Παλεύει να υπάρξει. Σφαδάζει. Η ανάσα σβήνει.Ανήμπορη μέσα στη χούφτα του βασιλεύει για πάντα στο σκοτάδι.Ανάθεμα στην τύχη του˙η νοσοκόμα.Τον βλέπει. Ο ορός τής πέφτει από τα χέρια. Τη σκουντά απότομα και τρέχει σαν κυνηγημένος.

Κεφάλαιο 3ο
Ξημέρωμα θανάτου. Γυρίζει με δυσκολία το κλειδί. Η πόρτα μόλις που ανοίγει. Τόσο μόνο. Ίσα για να περάσει ξυστά. «Το κέρατό μου», ξεσπάει δυνατά.Κοντοστέκεται. Αφουγκράζεται τη σιωπή. Σχεδόν τρομάζει. Η ενοχή, θηλιά στο λαιμό.Το χέρι του ανεβαίνει στο ύψος της καρδιάς. Προσπαθεί να ημερέψει τους παλμούς. Παίρνει βαθιά ανάσα. Η μυρωδιά του τσιγάρου μαρτυρά πως η Ζωή είναι εκεί. Σιγουρεύει τα βήματα και προχωρά. Ψηλαφώντας τους τοίχους μπαίνει στο μπάνιο. Το κρύο νερό τον δροσίζει. Η λύπη κυλά στη μπανιέρα. Το πένθος σβησιματιά σε λευκό χαρτί.Νοιώθει πάλι δυνατός, σαν δράκος.
Πάνω στο κρεβάτι η Ζωή περιμένει. «Τελείωσε, πάει»,της λέει ξεψυχισμένα.
Σιωπηλά τον καλεί κοντά της. Κάλεσμα ελευθερίας.Δεν της αντιστέκεται.Τον αγκαλιάζει,όπως ποτέ. Τρυφερά , σπλαχνικά. Μπλέκει τα δάχτυλα στα υγρά μαλλιά του. Στα τραχιά του γένια. Η καινούρια αυγή κυριαρχεί.Το ανάγλυφο του κορμιού της ξυπνά τον ανδρισμό του. Το βελούδινο δέρμα της τον τρελαίνει.Δεν είναι ψέμα, είναι έρωτας. Δεν ήταν φόνος. Ήταν σωτηρία. Τρίβεται πάνω της.
Παρασύρεται αγκομαχώντας στην καταιγίδα των φιλιών. Τα χείλη της, μεθύσι. Ρουφά αχόρταγα τα στήθη. Ηφαίστειο οι θηλές ματώνουν στα δόντια του. Οργώνοντας το σώμα της, καλπάζει αφηνιασμένα στην ερεθισμένη της ήβη.Το αίμα σφυροκοπά στα μηλίγγια. Τα χυτά της πόδια, τανάλιες, κλείνουν ερμητικά γύρω του. Τον φυλακίζουν. Το κεφάλι γυρτό προς τα κάτω. Πλάτη σε καμπύλη γραμμή.Χέρια κάθετα τεντωμένα. Ακολουθεί το λίκνισμα των γοφών.Το ρυθμικό χορό της. Αργά, βασανιστικά. Έπειτα πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, εξαντλητικά. Σε μια στιγμή, τη στέφει βασίλισσα. Τα κορμιά τους συντρίβονται κάτω από βουβούς αναστεναγμούς. Στο υγρό κελί της λυτρώνεται με αναφιλητά.
Αχόρταγα, πριν το δάκρυ και το σπέρμα στεγνώσει, τη γυρνά μπρούμυτα.Η γνώριμη φλόγα τον κυριεύει. Μανιάζει. Η Ζωή σπαρταρά. Προσπαθεί να ξεφύγει. Πυρωμένο σίδερο καίει τη σάρκα της.Πριν προλάβει να αναστηθεί ξανά μέσα της την τινάζει βίαια πέρα. Τον κοιτά έντρομη. Φαντάζει μπρος της θεριό ανήμερο.Ατσάλινο ελατήριο,πετάγεται όρθιος. Αρπάζει τα πεταμένα στο πάτωμα ρούχα του.Ασυναίσθητα, φοράει το ξεβαμμένο τζιν,την μπλούζα, τα αθλητικά. Τρικλίζοντας διασχίζει το χολ. Ακούει τη Ζωή να τον καλεί σπαρακτικά, πριν βροντήξει με πάταγο την πόρτα πίσω του.
Θολωμένος, δρασκελίζει τα σκαλιά δυο-δυο. Πατά τα λυμένα κορδόνια. Πέφτει στη μαρμάρινη σκάλα. Το δεξί του φρύδι καρφώνεται στο σοβατέπι. Το αίμα κυλά ανάμεσα στα μάτια, διατρέχει τη μύτη, εισβάλει στο στόμα. Του καίει τη γλώσσα και τα δόντια. Γλιστράει στο λαιμό. Του ανακατεύει τα σωθικά. Το στομάχι του, γροθιά αλυσωμένη, συσπάται με πόνο. Ο εμετός τον ανακουφίζει. Βγάζει την μπλούζα. Την πιέζει στο βαθύ κόψιμο. Σηκώνεται.Στηρίζεται με κόπο στην κουπαστή και κατεβαίνει. Φτάνει στην είσοδο. Βγαίνει στο δρόμο. Η πρωινή δροσιά φωτίζει τα ρημάδια του.
7.15 μ.μ. Ο Άλκης προχωρά χωρίς να βλέπει μπροστά του.Οι τύψεις ανοίγουν τα άδεια του βήματα. Τον οδηγούν πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Τίποτε δεν εμποδίζει πια το αναπόφευκτο. Ορθώνει το βλέμμα και περνά το κατώφλι του αστυνομικού τμήματος. Ήταν η τελευταία νύχτα του πρίγκιπα.

§

 

 

«Τα παπούτσια»

Ντορμούση Ιωάννα

Στρίβοντας στη γωνία, επιτάχυνε το βήμα του. Η καρδιά του έτρεχε πιο γρήγορα απ’ τα πόδια του και η βροχή πάγωνε τη ράχη του, καθώς ξέπλενε την βρωμιά εβδομάδων.Προσπαθούσε να κάνει το περπάτημά του να μοιάζει φυσικό. Αγνοούσε τις κράμπες στις πατούσες, από την προσπάθεια να συγκρατήσει τις παντόφλες, που σαν βεντούζες κολλούσαν και ξεκολλούσαν από τις φτέρνες του, σε κάθε πάτημα . Έσφιγγε το απόκτημά του μέσα στο μπουφάν και έστριβε τυχαία στα στενά, με μόνη σκέψη να απομακρυνθεί το συντομότερο.
Μισή ώρα αργότερα, χαμένος ανάμεσα στις πολυκατοικίες, παραδόθηκε στην κούρασή του. Σήκωσε τα μάτια στο βρώμικο κτίριο, ακριβώς δίπλα του. Η ταμπέλα στον τοίχο έγραφε: «Οδός αγοράς». Ακριβώς από κάτω, η είσοδος μιας στοάς. Έμοιαζε για την ώρα, ιδανικό καταφύγιο. Μπήκε μέσα. Δεξιά και αριστερά, κατεβασμένα στόρια και πάγκοι, που έσταζαν ακόμα πάγο. Μυρωδιά από εντόσθια ψαριών, τυρί και πηγμένο αίμα. Διάλεξε έναν και χώθηκε από κάτω, αφού μάλωσε πρώτα με δυο χοντρές γάτες. Το μικροκαμωμένο του σουλούπι τον βοηθούσε κάτι τέτοιες ώρες. Ξεγύμνωσε τα πόδια του, δυο μελανά ζαρωμένα σφουγγάρια. Έπειτα, έβγαλε τα παπούτσια από το μπουφάν, τα γυάλισε με τα χνώτα και περίμενε το φως από το επόμενο αυτοκίνητο.Τα διερχόμενα φανάρια του αποκάλυψαν πως μάλλον ήταν μικρά. Έστω. Δίπλωσε το πίσω μέρος και τα φόρεσε πατημένα. Αυτή η μικρή φροντίδα ήταν αρκετή για να καταλαγιάσει το τρέμουλο.
Το βλέμμα του τώρα, περιέτρεξε τον χώρο. Μια γκρίζα σιδερένια πόρτα του επανέφερε ακαριαία το τρέμουλο. Ίδια με εκείνη του τσαγκαράδικου που άφησε πίσω στη Χαμπάτ! Σκαλιστή, διπλόφυλλη με το ίδιο μολυβί χρώμα και μια χτιστή καμάρα από πάνω. Προς στιγμήν, νόμιζε πως είχε παραισθήσεις, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε πως η πόρτα υπήρχε στ’ αλήθεια εκεί μπροστά του. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έπιασε το κλειδί. Ήταν παράλογο να το πάρει μαζί του. Αν ποτέ γυρνούσε πίσω, δεν θα υπήρχε πόρτα να το ταιριάξει.
Η όψη της εισόδου του μαγαζιού του και η αίσθηση του κλειδιού στην παλάμη, του έφερε τώρα στον αέρα μυρωδιά από χορτόπιτα. Και νόμιζε πως θα δει τον Αμπζίζ να έρχεται με το ταψί στο χέρι, πεσκέσι της γυναίκας του, για το διάλειμμά τους στο τσαγκαράδικο και μετά αφού θα έτρωγαν το μισό, θα το έπαιρνε ο φίλος του στα χέρια, να γυρίσει τη γειτονιά, να μοιράσει και στους άλλους. Στην Ειμάν, δίπλα, στα μπαχάρια και στον Μουσταφά, πιο πέρα, στο σιδεράδικο. Και θα κορδωνόταν με τα παινέματα και θα φούσκωνε από περηφάνια που δεν έμεινε ψίχουλο και πως πήρε γυναίκα χρυσοχέρα. Ο Αμπζίζ ήταν φρεσκοπαντρεμένος, από μεγάλο έρωτα. Δεν έχανε ευκαιρία να του θυμίζει τις αρετές του γάμου και να τον συμβουλεύει: «Χωρίς δική σου οικογένεια, είσαι για πάντα ορφανός!». Τι τα θες; Το ‘χε σκοπό να την ζητήσει την Ειμάν, αλλά μετά που τα πράγματα αγρίεψαν, όλα τα σχέδια κατέρρευσαν. Σταμάτησε να την σκέφτεται. Τον Αμπζίζ, όμως, τον είχε έγνοια. Δέκα χρόνια τον είχε στην δούλεψή του και τον λογάριαζε για αδερφό. Τώρα δεν ήξερε αν ζει.
Ο Αμάρ έτριβε το κλειδί μέσα στην τσέπη με τα δάχτυλα, λες και φόρτιζε με την τριβή τις παραισθήσεις. Ήταν τρελό να το δοκιμάσει, όμως δεν μπορούσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Σύρθηκε κάτω από τον πάγκο και κατευθύνθηκε προς την σιδερένια πόρτα. Το κλειδί μπήκε στην κλειδαριά και γύρισε ελαφρώς. Έπειτα μάγκωσε. Το γύρισε δεξιά και αριστερά, αλλά τίποτα. Πανικοβλήθηκε. Άρχισε να τραντάζει την πόρτα, έτσι που τα σίδερα χτυπούσαν εκκωφαντικά μέσα στην έρημη στοά, και τα σκυλιά άρχισαν να γαυγίζουν μανιασμένα. Δυο φιγούρες στην άκρη του δρόμου, σταμάτησαν και έσπευσαν προς το μέρος του. Το κλειδί επιτέλους βγήκε και ο Αμάρ άρχισε να τρέχει προς το βάθος της στοάς, ρίχνοντας πίσω του, πάγκους και κασόνια, εμπόδια για όποιον τον ακολουθούσε.Φοβήθηκε πως οδηγούνταν σε αδιέξοδο, μιας και η σκεπαστή αγορά σκοτείνιαζε όλο και περισσότερο.Έπιασε στο χέρι τον σουγιά,που είχε για παν ενδεχόμενο, στο παντελόνι του. Τελικά, το φως της εξόδου τον λύτρωσε και ξανάβαλε τον σουγιά στην θέση του.
Ώρες μετά, η περιπλάνηση τον οδήγησε σε έναν δρόμο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Δεξιά και αριστερά, παρατεταγμένες νεραντζιές είχαν απλώσει ένα βυσσινί χαλί στο πεζοδρόμιο και έστεκαν γυμνές, σαν χαροκαμένες μάνες, με τα λιγοστά απομεινάρια των κοκκινωπών φύλλων τους να αντιστέκονται στον αέρα και την βροχή, τρεμουλιάζοντας. Ο δρόμος οδηγούσε σε μια φωτισμένη πλατεία, που στο κέντρο της ξεπρόβαλε μια επιβλητική εκκλησία και πιο δίπλα το καμπαναριό. Του φάνηκε καλή ιδέα για κρησφύγετο, μιας και κανείς δεν θα σκεφτόταν να τον ψάξει εκεί. Σκαρφάλωσε στην ράχη του και έφτασε ως την καμπάνα. Πλάγιασε δίπλα της. Του ήταν αδύνατο να κοιμηθεί, καθώς το τρέμουλο είχε επανέλθει και δεν αισθανόταν τα πόδια του από το κρύο. Θυμήθηκε ένα κόλπο, που είχε όταν ήτανε μικρός, για να τον παίρνει ο ύπνος, κάθε που φόβοι παιδικοί τον ταλαιπωρούσαν. Ένα τραγούδι,που το ‘λεγε ξανά και ξανά, ώσπου να πέσει ναρκωμένος, από τη μονοτονία της μελωδίας. Άρχισε να το σιγοψιθυρίζει στην κοιλιά της καμπάνας:

Η αγάπη πού να μένει;
Μήπως είναι μες το πιάτο;
Στην κουτάλα περιμένει.
Μήπως στο κρεβάτι κάτω;
Κάθεται και ξαποσταίνει.
Μήπως είναι μες τ’ αυτί σου;
Σου μιλάει ή σωπαίνει.
Περπατάει κι αυτή μαζί σου,
Στα παπούτσια σου χωμένη.
   Και το κόλπο έπιασε, και η βραχνή φωνή του Αμάρ έσβησε από τα τοιχώματα της καμπάνας και κοιμήθηκε.
Ξαφνικά, η καμπάνα έτριξε, το σκοινί που την ένωνε με το έδαφος κουνήθηκε και ο Αμάρ πετάχτηκε τρομαγμένος και κόλλησε την πλάτη του στην σκάλα. Η καμπάνα άρχισε να λικνίζεται μανιασμένη δεξιά αριστερά. Το κεφάλι του τραντάζονταν στο υπόκωφο ντιν- νταν και τον παρακαλούσε να το ξεριζώσει. Κοίταξε κάτω και είδε τον παππά στην άλλη μεριά του σχοινιού. Δεν είχε άλλη επιλογή απ’ το να παραδοθεί. Κατέβηκε και στάθηκε μπροστά στον ηλικιωμένο άντρα. Εκείνος άφησε με μιας το σχοινί και έκανε δυο βήματα πίσω. Ο Αμάρ έπιασε και πάλι τον σουγιά . Ο ιερέας σήκωσε τα χέρια ψηλά τρομοκρατημένος.
-Δεν θέλω να σου κάνω κακό. Θέλω νερό, φαγητό και μια κουβέρτα, είπε στη γλώσσα του.
Έστρεψε το βλέμμα στα γερασμένα μάτια, και είδε μέσα την απόγνωση που ‘χε θολώσει από υγρασία. Τόση όση για να μην ξεχειλίσει. Δυο τέτοια μάτια είχε αντικρύσει δευτερόλεπτα πριν εκτελέσουν τον πατέρα του, εν ψυχρώ, λίγο έξω από το σπίτι του. Τώρα, το σώμα του βρισκόταν μακριά, κάτω από το πάτριο χώμα.Σήκωνε μια γη που τη βαραίνουν χαλάσματα και ποδοβολητά δαιμονισμένα απελπισίας . Μια γη που κράτησε μόνο τους νεκρούς, δίχως έναν ζωντανό να φυτέψει ένα λουλούδι στον τάφο τους. Πέταξε το σουγιά. Ο ιερέας κατέβασε τα χέρια και τον πλησίασε. «Έλα!» Του έκανε νόημα να περάσει μέσα στην εκκλησία. Τούτος ο άνθρωπος ή θα ήταν το τέλος του ή η σωτηρία του. Έπρεπε να ακολουθήσει τη μοίρα του. Πριν περάσει την πόρτα, ο Αμάρ έβγαλε τα παπούτσια του και τα άφησε έξω, στο χαλάκι. Επειδή αυτό ήξερε για σωστό. Ο ιερέας τον οδήγησε σε ένα γραφείο. Του έδωσε νερό, ένα πιάτο ζεστή φακή, ελιές, δυο μανταρίνια.
-Έχεις πού να μείνεις; Πού να κοιμηθείς το βράδυ;
Ο ιερέας έκανε φιλότιμες προσπάθειες να συνεννοηθεί με παντομίμα.
-Όχι.
-Μπορείς να μείνεις εδώ.
-Εδώ; Επιβεβαίωσε αν κατάλαβε καλά.
-Ναι. Για σήμερα και μετά βλέπουμε.
-Ευχαριστώ.
Το «ευχαριστώ» το είχε μάθει καλά, από την πρώτη στιγμή που τον ξέβρασε η θάλασσα στην Ελλάδα. Ευχαριστώ για την στεριά, για τα ρούχα, τις παντόφλες, τις κάλτσες, το συσσίτιο. Ευχαριστώ τον Θεό που είμαι ζωντανός. Ο ιερέας τον συμβούλεψε να μείνει στο γραφείο. Σε λίγο θα συνέρρεαν οι χριστιανοί . Ο Αμάρ υπάκουσε. Η αίσθηση του αφράτου χαλιού στα γυμνά του πόδια, και το ζεστό μπουφάν που ‘χε απλώσει προ ολίγου στο καλοριφέρ να στεγνώσει, ήταν ότι πιο κοντινό στον παράδεισο είχε βιώσει από τότε που ήρθε σε αυτόν τον τόπο. Όταν πέρασε η ώρα και η εκκλησία άδειασε, ο Αμάρ βγήκε από το γραφείο και περιφέρθηκε στον χώρο, χαζεύοντας τις τοιχογραφίες και τα σκαλιστά έδρανα. Ο ιερέας δεν φαινόταν πουθενά τριγύρω. Σταμάτησε μπροστά σε μια μεγάλη εικόνα της Παναγίας, τοποθετημένη σε μια γυάλινη προθήκη στο κέντρο του ναού. Επάνω της κρεμασμένα ένα σωρό πολύτιμα χρυσαφικά και κοσμήματα κάθε είδους. Το τζάμι ήταν κούφιο από το πλάι, και με μία μόνο κίνηση θα μπορούσε εύκολα να το σηκώσει και να βάλει το χέρι του μέσα. Να πιάσει ένα μόνο απ αυτά, να το πουλήσει στο λιμάνι, να βγάλει αρκετά για ένα μήνα. Να πάρει φαγητό, ρούχα και παπούτσια. Ίσως να νοίκιαζε και δωμάτιο. Γλίστρησε το χέρι μέσα από το τζάμι και έφτασε με τα δάχτυλα μια χοντρή αλυσίδα. Έπειτα φίλησε την εικόνα. «Ευχαριστώ!» της είπε και έσπευσε να φύγει, πριν γυρίσει ο παππάς. Ήξερε πού θα πήγαινε αυτή τη φορά. Στην κατηφόρα προς το λιμάνι.
Εκεί, στην προβλήτα, λίγο πριν ανταλλάξει χέρι με χέρι το χρυσαφικό με τα μετρητά, ένα μπλόκο αστυνομικών τον ακινητοποίησε. Τα χέρια πίσω. Χειροπέδες. Όπλα που τον σημαδεύουν. Μερικές κλωτσιές στα πλευρά. Φτύσιμο στα μούτρα. Περιπολικό. Στο Τμήμα. Στη λίστα με τα κλοπιμαία ή αλυσίδα και τα παπούτσια. Η ιδιοκτήτρια του καταστήματος κλήθηκε να ταυτοποιήσει το εμπόρευμά της. Τα πήρε μαζί της φεύγοντας, πατημένα και λασπωμένα. Σε λίγο κατέφθασε ο ιερέας. Ο αστυνομικός φίλησε ευλαβικά το χέρι του και του έκανε νόημα να καθίσει.
-Από εσάς κλάπηκε αυτή η αλυσίδα, πάτερ;
-Δεν κλάπηκε…Ψέλλισε ο παππάς.
-Τι εννοείτε δεν κλάπηκε; Δεν είναι από την εκκλησία σας;
-Είναι από την εκκλησία μας, αλλά δεν κλάπηκε. Η Παναγία του την χάρισε.
-Τι είναι αυτά που λέτε πάτερ; Συγγνώμη αλλά…
– Θα σας εξηγήσω. Τον φιλοξενούσαμε στον ναό. Σήμερα το πρωί εκεί που στεκόταν μπροστά από την εικόνα μας, την θαυματουργή, της Παναγίας της Μεγαλόχαρης με τα τάματα, έπεσε στα πόδια του η αλυσίδα. Δίχως λογική, πέρασε μέσα από το τζάμι. Ένα θαύμα! Έπειτα, η εικόνα δάκρυσε. Την είδα με τα μάτια μου! Έτσι κι εγώ, του την έδωσα με την ευχή μου. Οι άνθρωποι δεν έχουμε δύναμη μπροστά στο θέλημα του Θεού!
-Μην τον καλύπτετε πάτερ! Κουμάσια σαν κι αυτόν πρέπει να τιμωρούνται για παραδειγματισμό!
Έδωσε μια ελαφριά κλωτσιά στα πόδια του Αμάρ.
-Αμφισβητείτε το θαύμα αστυνόμε;
-Όχι δεν λέω αυτό… Απλώς, πάτερ, νομίζω πως είστε παραπάνω ευαίσθητος από αυτό που επιβάλλεται σε αυτές τις περιπτώσεις…
-Μοιάζετε με τον άπιστο Θωμά!
-Όχι βέβαια… Αλλά είναι και τα παπούτσια! Και αυτά η Παναγία του τα χάρισε;
-Βλάσφημε! Κοροϊδεύεις;
Σηκώθηκε επάνω ο παππάς.
-Όχι πάτερ… Λέω… Έχει κάνει κι άλλη κλοπή.
– Έχει γίνει μήνυση;
-Όχι αλλά…
-Τότε αφήστε τον. Τον έχω υπό την προστασία μου. Κι εγώ και η Παναγία!
Ο αστυνόμος βρυχήθηκε πνιχτά, αλλά τον έλυσε.
Περπάτησαν με τον ιερέα, ως την εκκλησία. Εκείνος, σκυφτός και ξυπόλητος δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια, από φόβο μήπως αντικρύσει πάλι το βλέμμα του πατέρα. Μόνο όταν έφτασαν στον δρόμο με τις νεραντζιές, σήκωσε λίγο τα μάτια για να δει αν λιγόστεψαν κι άλλο τα φύλλα στα κλαδιά. Έφτασαν έξω απ’ την πόρτα.
-Ευχαριστώ!
Είπε κλαίγοντας ο Αμάρ και φίλησε τα χέρια του παπά. Του άνοιξε την παλάμη και έβαλε μέσα το κλειδί του τσαγκαράδικου.
-Είναι ό,τι έχω. Σου το χαρίζω.
Του είπε και έσφιξε γροθιά το χέρι του ηλικιωμένου άντρα. Εκείνος δεν κατάλαβε, μα κάτι θα ένιωσε, και η υγρασία στα μάτια του ξεχείλισε, και γέμισε τις χαράδρες στο πρόσωπο, και έφτιαξε ρυάκια.
-Καλή τύχη! Είπε ο παππάς, και πριν περάσει την πόρτα της εκκλησίας, έβγαλε τα παπούτσια του, έριξε μέσα την αλυσίδα και τα άφησε έξω, στο χαλάκι. Επειδή αυτό ήξερε για σωστό.
Ο Αμάρ τα φόρεσε και πήρε να χάνεται στον δρόμο με τις νερατζιές.

§

 

 

Μία κοινή, κοινότατη μέρα

Γιώργος Παναγιωτίδης

Ο Μάκης, παλαιομοδίτικου ύφους, ολιγομίλητος, ψηλός έως δύο μέτρα αλλά όχι ευθυτενής, παρότι γυμναστής, είχε διδασκαλία στην έκτη τάξη. Η μέρα κοινή κοινότατη καθημερινή και το σχολείο όπου εργαζόταν, δημόσιο λαϊκής γειτονιάς. Στις 11.11 προ μεσημβρίας, οι μικροί εντεκάχρονοι διάολοι αφήνιαζαν στην αυλή ξωπίσω από τη λατρεμένη μπάλα τους. Έχουμε γυμναστική με τον Μάκη, μεταφραζόταν έχουμε μπάλα στα πόδια μας και φούρια στο μυαλό μας. Μπήκε στο γραφείο του διευθυντή ξεροβήχοντας. Δεν νιώθω καθόλου καλά, θα φύγω, είπε, σέρνοντας την μπάσα φωνή του, με βλέμμα γλαρό, προσποιητό. Μα στο γραφείο δεν ήταν κανείς. Ο διευθυντής μόλις έφυγε, πηγαίνει στην τράπεζα, του είπε, πίσω από την πλάτη του, η καλοκάγαθη ευτραφής επιστάτης, φύγε, παιδί μου, θα του το πω εγώ και θα πάρω τα παιδιά από την αυλή να τα μοιράσω στις τάξεις. Ο Μάκης έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο, αγνοώντας ότι ήταν δικιά του ευθύνη τα παιδιά, αλλά τι θα μπορούσε να τους συμβεί; Δεν ήταν άρρωστος και ένιωθε πολύ καλά, όσο μπορούσε να εννοήσει τη σημασία του «νιώθω», έτσι άχρωμος και άγευστος όπως ήταν. Περπάτησε τρία οικοδομικά τετράγωνα και σταμάτησε έξω από το συνεργείο όπου είχε αφήσει το αυτοκίνητό του. «Θα απουσιάσω μία ωρίτσα, Σάκης», έγραφε η ταμπέλα, ένα κομμάτι από χαρτόκουτο, που κρεμόταν μ’ έναν σπάγκο από έναν χαλκά της γκαραζόπορτας. Από ποια χρονική στιγμή θα έπρεπε να προσμετρηθεί αυτή η ωρίτσα, άγνωστο.
Ο Σάκης, νευρώδης, νέος καλλίπυγος, κόλαζε γυναίκες και ενίοτε άντρες, σκυμμένος πάνω από τις μηχανές των αυτοκινήτων, με ένα στουπί στην κωλότσεπη και μία τσίχλα στο στόμα. Πολλές φορές τον είχαν στριμώξει και μη δυνάμενος να αντισταθεί, κρεμούσε την ταμπέλα, κλείδωνε και κλείνονταν, όχι μόνος, στο πίσω μέρος του γραφείου, στο κρεβάτι που είχε προνοήσει να βολέψει δίπλα στα λάδια των μηχανών και στα υγρά των φρένων. Παθιαζόταν δίχως φρένο και γκάζωνε από ηδονή, χωρίς να νοιάζεται αν ακούγεται, με τους πελάτες όμως διακριτικός, δεν τους εξέθετε, τους κρατούσε κρυμμένους στο πίσω μέρος του γραφείου, τουλάχιστον μισή ώρα επιπλέον, να συγχυστούν οι περίεργοι γείτονες, έπειτα τους φυγάδευε δια της πλαγίας οδού. Από τον ακάλυπτο που επικοινωνούσε με τις εισόδους τριών πολυκατοικιών. Η μέρα κοινή κοινότατη καθημερινή και δεν απολάμβανε κανένα ερωτικό ρεκτιφιέ. Στις 11.11 προ μεσημβρίας, στο συνεργείο δεν είχε παρά το αυτοκίνητο ενός άχρωμου και άγευστου κρεμανταλά, ήδη έτοιμο. Θα πεταχτώ μέχρι του Λάκη για ένα κούρεμα, σκέφτηκε, και καλά θα κάνω, παρά να βαράω μύγες, να φρεσκαριστώ. Έκλεισε την γκαραζόπορτα, κλείδωσε, κρέμασε την ταμπέλα «Θα απουσιάσω μία ωρίτσα, Σάκης» και έφυγε σφυρίζοντας. Δύο οικοδομικά τετράγωνα παρακάτω, βρήκε το κομμωτήριο «Λάκης» κλειστό. Καμία ταμπέλα.
Ο Λάκης, τριπίθαμος νεροσωλήνας, φορούσε πάντα κάτι κοθόρνους, είχε συλλογή από τις Ηνωμένες Πολιτείες, είκοσι εκατοστά, κρυμμένους κάτω από ένα τζιν παντελόνι καμπάνα, για να φτάνει τα κεφάλια των πελατών, φαφλατάς, επιδέξιος και στο ψαλίδι και στη φαλτσέτα, έτρωγε από τα εξήντα τρία, μαλλί βαμμένο, γαλάζια ποδιά, ρουφούσε τον αέρα από τη μύτη, τον κατάπινε και ξεκινούσε, το ψαλίδι ακουγόταν σαν κρόταλο σε κέφια, με τον αριστερό δείκτη έβαζε το κεφάλι στη θέση που ήθελε, κοιτούσε τον πελάτη στον καθρέφτη και ρουθούνιζε «καλά είναι τόσο;». Δεν νοιαζόταν πια αν θα κουρέψει δέκα ή είκοσι, όσο για το ξύρισμα το βαριόταν. Η σύνταξή του ήταν που τον ένοιαζε. Σαράντα χρόνια, κούρεψα κεφάλια και κεφάλια, στρογγυλά, μακρουλά, στραβοχυμένα, πολέμησα με τη σγουρή την τρίχα, την τζίβα, την αραίωση, την κληματαριά, τα δίκορφα, τα τρίκορφα, αλλά, ρε φίλε μου, αυτή η ορθοστασία να πούμε δεν παλεύεται. Η μέρα κοινή κοινότατη καθημερινή και μόλις είχε ξεπροβοδίσει έναν καλό πελάτη μέτριας αραίωσης, με τις υγείες σου Μανωλάκη μου. Στις 11.11 προ μεσημβρίας, στο κομμωτήριο, εδώ και μιάμιση ώρα, δεν πατούσε άνθρωπος. Θα πεταχτώ παρακάτω, στον Τάκη τον δικηγόρο, καιρός είναι να βάλω μπροστά τη σύνταξή μου. Αν δεν ξέρει αυτός, τότε ποιος; Έκλεισε, αλλά, με την πολλή τη σκέψη, αμέλησε να κρεμάσει την ταμπέλα «κλειστόν», ρούφηξε τον αέρα από τη μύτη, τον κατάπιε και ξεκίνησε. Τέσσερα τετράγωνα πιο κάτω, βρήκε την εξώπορτα της πολυκατοικίας ανοιχτή, ανέβηκε με τα πόδια στον πρώτο όροφο. Η πόρτα του Τάκη κλειστή. Κάτω από τη χρυσαφιά ταμπέλα με τα μαύρα γράμματα, δικηγόρος και λοιπά, μία ακόμη έγραφε «επιστρέφω αμέσως», άρα δεν είναι στα δικαστήρια, σκέφτηκε ο Λάκης, αλλά ο Τάκης ήταν στα δικαστήρια. Εκτάκτως. Μόνο, στη βιασύνη του, δεν κρέμασε τη σωστή ταμπέλα.
Ο Τάκης, μεσήλικας, στα καλά του σαράντα, με σαράντα παραπανιστά κιλά, ογκώδης με εκτόπισμα ονόματος στη δικηγορική πιάτσα, Σαραντάκος, της γνωστής οικογενείας και όλος καφές, κοστούμια, γραβάτες, πουκάμισα όλα αποχρώσεις του καφέ, τον κολάκεψε κάποτε μία πελάτισσα, γνωστή σχεδιάστρια μόδας, ότι του έκοβε κιλά το καφέ, του έμεινε κουσούρι. Στα δικαστήρια, στους δρόμους, στο γραφείο του, παντού με έναν καφέ στο χέρι. Επιτήδειος στο να παρασέρνει και τον πιο πράο άνθρωπο σε δικαστική διαμάχη με τον γείτονά του και με τον αδερφό του ακόμη, μάνες βρίσκονταν αντίδικες με τις θυγατέρες πριν το καταλάβουν, επινοούσε την αιτία της αγωγής εκεί που δεν θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς άλλος, εκτελούσε πάσης φύσεως νομικές εργασίες, το γραφείο του κληρονομιά από τη μητέρα του, που το κληρονόμησε από τον πατέρα της, δικηγόροι ο παππούς του, η μητέρα του, η γυναίκα του και ο γιος του φοιτητής στο πρώτο έτος της νομικής. Η μέρα κοινή κοινότατη καθημερινή και μόλις είχε δεχτεί ένα τηλεφώνημα από έναν συνάδελφο χασοδίκη ότι έπρεπε να φύγει για τις αγροτικές φυλακές και ότι τον παρακαλούσε να τον αντικαταστήσει σε μία κοινή κοινότατη δίκη υπέρβασης ορίου ταχύτητας. Στις 11.11 προ μεσημβρίας, αφού ήδη είχε καλέσει, όπως συνήθως, ένα ταξί, κλείδωσε το δικηγορικό γραφείο του και έφυγε έτοιμος για δράση. «Ο πελάτης, ονόματι Άκης, τον έπεισα να εμφανιστεί, θα σε περιμένει έξω από την αίθουσα τρία άλφα, έχουμε αριθμό 24, μεταξύ δώδεκα και μία να υπολογίσεις», του είπε ο συνάδελφος. «Υποχρεωμένος», συμπλήρωσε, αλλά ο Άκης δεν εμφανίστηκε ποτέ στο Δικαστικό Μέγαρο. Είχε φοβία, προτιμούσε να δικαστεί διά αντιπροσώπου, πράγμα που δεν είχε σκεφτεί να πει στον συνάδελφο του Τάκη. Χαμένη υπόθεση.
Ο Άκης, με τα κίτρινα γυαλιά πρεσβυωπίας πάντα στα μάτια του, ντυμένος παράταιρα για τα πενήντα του χρόνια και για τη θέση του, διευθυντής του δημοσίου τομέα, χαρούμενα χρώματα, τον ήξεραν για «εύθυμο πιτσουνάκι», «έξω καρδιά», παρά τα χτυπήματα της μοίρας, πουκάμισα με στάμπες παπαγάλους, καρχαρίες, φοινικόκλαδα, ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου, παπούτσια κόκκινα, πράσινα, κάλτσες ριγωτές, τζιν με χαρακιές, είχε φοβία με τα δικαστήρια. Ήταν η πρώτη του φορά που η κάμερα ταχύτητας τον είχε απαθανατίσει να τρέχει με εκατό χιλιόμετρα σε έναν επαρχιακό δρόμο με όριο ταχύτητας τα πενήντα, αλλά η αληθής δικαιολογία «έχω άρρωστη βαριά τη μητέρα μου», δεν είχε φτουρήσει στον ευσυνείδητο αστυνόμο. Στις 11.11 προ μεσημβρίας, την ημέρα της εκδίκασης της τροχαίας παράβασής του, μία καθόλου κοινή ημέρα για έναν ευυπόληπτο, νομοταγή, παρότι παράταιρα ντυμένο, διευθυντή του δημοσίου τομέα, ο Άκης αποφάσισε να εκπροσωπηθεί από τον δικηγόρο του και προτίμησε να κατευθυνθεί προς την τράπεζα για να ξεχαστεί στην ουρά του ταμείου, έστω να κάνω μία μικρή ανάληψη για αναλώσιμα, σκέφτηκε και ξεγλίστρησε από την υπηρεσία του με περπατησιά και ταχύτητα ενόχου. «Πάω μέχρι την τράπεζα», είπε στην επιστάτισσα και έφυγε. Περιττό να προσθέσω ότι ο Άκης είναι ο διευθυντής του σχολείου όπου εργάζεται ο Μάκης.

§

 

 

Το πρώτο μελτέμι

Κατερίνα Παναγιωτοπούλου

Φωτογραφίες δεν είχε. Μία που βρήκε σ’ ένα τσίγκινο κουτί, φυλαγμένη από τη μάνα της, την έδειχνε παιδί. Ένα μαυριδερό πλάσμα ήταν, μόνο τ’ ασπράδια ξεχώριζαν από τα μάτια της τα γουρλωτά. Έβαλε τη φωτογραφία δίπλα στο πρόσωπό της και κοιτάχτηκε σ’ ένα κομμάτι καθρέφτη, που είχε στεριώσει στο πρεβάζι του παραθύρου. Η διαφορά τής έδειξε τα χρόνια που πέρασαν, όμως δεν της εξήγησε πώς έγινε και ξάσπρισε τόσο πολύ. Μαζί με τη μαυρίλα λες κι είχε φύγει και η μιζέρια από πάνω της. Πέταξε, σκέφτηκε, φαίνεται με την τελευταία πτήση αποδημητικού και την άφησε γη λευκή, σαν την αλήθεια του χειμώνα.
Φίλους δεν έκανε. Ένοιωθε αμήχανα μπροστά σε ανθρώπους που περιεργάζονταν την εκτεταμένη λεύκη στο δέρμα της. Οι φήμες έλεγαν πως την ξάσπρισαν τα στοιχειά της φύσης, που έκανε φίλους της, και πως αυτά της ρούφηξαν τους χυμούς, την αφαίμαξαν, αφήνοντας πάνω της κομμάτια ξεβαμμένα. Έτσι άρχισε να φοβάται το φως και να πέφτει σε θερινή νάρκη. Η αλήθεια ήταν ότι απέφευγε την έκθεση στον ήλιο, για να προφυλάξει τις ξασπρισμένες σάρκες της, αλλά και για την απέχθεια που προκαλούσε η εικόνα της. Ταυτόχρονα, έκανε ό,τι μπορούσε για να ξορκίσει τους φόβους της, ζητώντας απ’ το σκοτάδι να σκεπάζει τις πληγές της και να κρύβει τις ασχήμιες της.
Όταν τα στοιχειά της φύσης έστελναν τους ανθρώπους στα σπίτια τους, εκείνη έβγαινε να τα προϋπαντήσει, να τα χαρεί. Άφηνε τον αέρα να την ταξιδεύει, τις αστραπές να της δείχνουν το δρόμο και χαιρόταν τη βροχή, που ξέπλενε τα τραπέζια στο μόλο, τον ερημωμένο όπως η φωλιά από την απώλεια. Κι αν ο καιρός ήταν καλός και το φεγγάρι μικρό βούταγε τα μεσάνυχτα στην αρμύρα της θάλασσας και ύστερα τριβόταν στην άμμο σαν το αλατισμένο ψάρι μέχρι να ματώσει το δέρμα της και να φύγει το κακό από τις αποχρωματισμένες κηλίδες του. Μακριά από τα μάτια του κόσμου το πρόβλημα ήταν δικό της και δεν ενδιέφερε κανέναν άλλον.

Το πρώτο μελτέμι τού Σεπτέμβρη έδιωξε γρήγορα τη μέρα από τον μόλο, τα μαγαζάκια κλείδωσαν τις πόρτες τους από νωρίς. Εκεί στ’ απόσκια του βρήκε το κουτάβι, φοβισμένο και μαυριδερό, όπως ήταν κι εκείνη κάποτε. Έτρεμε κάτω από ένα τραπέζι, προσπαθώντας να προφυλαχτεί από τη δυνατή βροχή, που είχε βάλει σκοπό να τρυπήσει το τρυφερό του κρανίο. Με κάθε βροντή άφηνε κι έναν λυγμό. Λίγο ακόμα και θα είχε πνιγεί απ’ τη νεροποντή. Πεντακάθαρο, όπως και ο πόθος του για συντροφιά κι αγάπη, κούρνιασε στην αγκαλιά της κι άφησε όλη την υγρασία του πόνου του να την ποτίσει. Όταν το είδε να κοιμάται ήσυχο στον κόρφο της, σαν αιώνια προστατευμένο, γαλήνεψε κι αυτή. Πρώτη φορά σύντροφος ζέστανε την αγκαλιά της. Έκλεισε τα μάτια της και άφησε τον ύπνο ξεναγό, να την ταξιδέψει στο όνειρο.
«Είναι ζεστό το άγγιγμα της συντροφιάς», είπε ο ύπνος χωρίς να σταματήσει. Εκείνη έσφιξε το κουτάβι πάνω της και συνέχισε να τον ακολουθεί, περνώντας ένα-ένα όλα τα στάδια που την οδηγούσαν στο rem. Ένιωθε τα μέλη της χαλαρά και ξεκούραστα, σαν της μάνας που έχει παιδί στην αγκαλιά να προστατέψει.
«Τι κουβαλάς;», τη ρώτησε ο ύπνος.
«Ό,τι και να ‘ναι, είναι δικό μου», τον αποπήρε.
«Κοίτα να μη σε πάει αλλού», είπε εκείνος με το βλέμμα και δεν ξαναρώτησε.
Η ανάσα της σκόνταψε, έτσι αποσυντονισμένη καθώς ήταν μες στη χαρά της, και η διάθεσή της χάλασε. Άφησε τον ύπνο να προχωρήσει και στάθηκε σ’ έναν κήπο πράσινο με λογής ευωδιές. Διάλεξε ένα μεγάλο μανιτάρι να τους προστατέψει από τον ήλιο και κάθισε στη ρίζα του. Ακούμπησε στον κορμό του κι έσφιξε το πλάσμα πάνω της. Μια ζωή άδεια θάνατος είναι, σκέφτηκε. Τριγύρω μυρουδιές γλυκές και τρυφερές, παντού, σαν να ‘ταν άνοιξη.
«Θα μείνω εδώ. Να θυμηθείς στο γυρισμό να με ξυπνήσεις», έγνεψε από μακριά στον ύπνο. Εκείνος ξεμάκρυνε χωρίς ν’ απαντήσει.
Το πρωί τους βρήκαν αγκαλιασμένους στο μόλο. Το μαυριδερό κουτάβι τής έγλυφε τα μάτια. Το πρώτο μελτέμι μαζί με τα τραπεζάκια είχε ξεπλύνει και τις λευκές πληγές της.

§

 

 

Ο γάμος;

χ.σ.

Ήταν στα «Κλασικά χρόνια» που έγινε ο γάμος. Ή καλύτερα που επιχειρήθηκε. Ότι είχαν τελειώσει το Λύκειο. Ο Δημήτρης στη Νοσηλευτική. Ο Αντώνης και η Όλγα στη Φιλοσοφική. Οι μόνοι που ξέμειναν στην μικρή πόλη από τους πενήντα τόσους πολύ δεμένους μεταξύ τους μαθητές του Κλασικού Λυκείου. Σχεδόν όλοι πέρασαν σε πανεπιστημιακές σχολές κι έφυγαν στις μεγαλύτερες πόλεις. Δυο κοπέλες παντρεύτηκαν, αλλά αυτές έκοψαν σχέσεις με όλους.
Τον έρωτα του Δημήτρη για την Όλγα τον ήξεραν οι παλιοί, αλλά κι όσοι τους γνώρισαν σ’ αυτούς τους πρώτους μεταλυκειακούς μήνες. Εκείνη ξανθιά με απίστευτα μάτια, «γραμμένα», πράσινα και ατελείωτα πόδια. Ένα μονάκριβο κλισέ ολόκληρη. Έξυπνη και ιδιαίτερα καλλιεργημένη για τα δεκαεννιά της χρόνια. Σπάνια γυναίκα από μικρή. Γραμματέας της σπουδάζουσας νεολαίας του κυβερνώντος κόμματος. Είχε γνωρίσει αυτοπροσώπως τον Πρόεδρο και μάλιστα ο αρχηγός πολύ εκτίμησε τις… πνευματικές της αρετές. Τρεμόπαιζαν καφέδες στο πέρασμά της στα κυλικεία. Γρήγορα σχετίστηκε με τον καθοδηγητή της και μετέπειτα δις Νομάρχη της μικρής πόλης. Ρητορείες προς τα μέλη έναντι αμοιβής κοκάλου. Ο Δημήτρης ψηλός, με περίεργο σώμα, χωρίς μέση και μεγάλα, ασυνήθιστα μεγάλα άκρα. Όχι άσχημος, όχι όμορφος. Τσιγκούνης, φιλότιμος, χωρίς πολλούς φίλους. Μακριά από την πολιτική και τα διλήμματά της. Κοντά στον ποδοσφαιρικό Ολυμπιακό και τους συνεχείς τίτλους του. Προβληματικός με τις γυναίκες. Χωρίς σχέσεις και με δηλωμένο τον μεγάλο του έρωτα για την εκθαμβωτική του συμμαθήτρια. Κι ήταν ακριβώς αυτό το θάρρος ή το θράσος αν θέλεις που την έσπρωξε να γίνει φίλη του. Η καλύτερη κι η μοναδική του. Όλο τον πείραζε πώς κάποτε, όταν θα βαρεθεί τους άντρες, θα τον παντρευτεί για να πάψει πια να είναι «μια γυναίκα της καταστροφής, του ολέθρου και του πανικού», όπως την αποκαλούσε ο Αντώνης. Αυτός από το δεύτερο τμήμα του ίδιου Λυκείου. Όμορφος, γεματούλης, καταφερτζής με τις συνομήλικες. Αριστερός, δήλωνε. Δεν ένιωθε όμως να ανήκει σε κάποιον συγκεκριμένο πολιτικό χώρο, μονάχα ζήλευε τους ξεκάθαρους σε ιδεολογία κι απόψεις. Πάντως τύποι σαν τον Νομάρχη δεν του γέμιζαν το μάτι. Στρατηγοί εκτός μάχης δεν τον συγκινούσαν, άλλωστε κάθε αλλαγή δεν είναι και πρόοδος τελικά.
Από τον Δημήτρη την γνώρισε πιο καλά την Όλγα ο Αντώνης. Μια φορά κάθε βδομάδα για καφέ, οι τρεις τους. Τόσο μπορούσε τότε εκείνη. Τόσο το λαχταρούσαν αυτοί, οι αχώριστοι πλέον. Πού και πού κατά σύμπτωση και κανένα βράδυ. Ούτε θυμάμαι πότε την κανονίσανε την πλάκα η Όλγα κι ο Αντώνης. Την ιδέα την έριξε αυτή. Καθόλου δεν αμφιταλαντεύτηκε ο «πρωτευουσιάνος» που από παιδί συνήθισε σε χοντρές φάρσες και πειράγματα με την παρέα των προσφυγικών συνοικιών. Στο κόλπο κι ο ίδιος ο Αντιδήμαρχος δασκαλεμένος από τον μετέπειτα Νομάρχη. Ένα μεσημέρι η Όλγα τους κάλεσε σπίτι για καφέ. Δήθεν στεναχωρημένη, απογοητευμένη από ζωή και σχέσεις.Ένιωθε την ανάγκη, στα δεκαεννιά της, να σταματήσει επιτέλους τους έρωτες και την αναζήτηση και να δοθεί απερίσπαστη στον αγώνα για το καλύτερο αύριο που επαγγέλονταν ο αρχηγός και ίνδαλμά της. Πρότεινε στον Δημήτρη να την παντρευτεί με πολιτικό γάμο. Αρχικά θα ζούσαν ο καθένας με τους γονείς τους, λόγω έλλειψης χρημάτων, και σταδιακά βλέποντας και κάνοντας. Ο Αντώνης και ο Αντιδήμαρχος μάρτυρες.
Πώς το πίστεψε ο φίλος του δεν μπόρεσε ποτέ του να το καταλάβει ο Αντώνης, αλλά κατάλαβε χρόνια μετά πως η πίστη δεν παίρνει απόδειξη∙ η απόδειξη θα την καταντούσε απλή γνώση. Γιατί αυτόν ρωτούσε και ξαναρωτούσε συνεχώς ο Δημήτρης αν ήταν ένα αστείο ή αν πραγματικά, όπως και ήθελε να πιστεύει, είχε εξελιχθεί για κείνη επιτέλους η φιλική τους σχέση. Χειμαρρώδης ο Αντώνης, μέρος του σχεδίου γαρ, και καθησυχαστικός. Να μην κλωτσήσει τέτοια ευκαιρία, και μόνο για την… πρώτη νύχτα του γάμου άξιζε η όλη φάση, κι αν δεν ταιριάζανε δεν θα το μάθαινε και κανένας και τέτοια διάφορα και άλλα πιο δελεαστικά ακόμη για ένα ερωτευμένο παιδί.
Τον πήρε και μισή ώρα πριν την υποτιθέμενη τελετή ο Δημήτρης τον Αντώνη και τον παρακάλεσε, τον όρκισε, έστω και τώρα να του πει την αλήθεια. Κι ορκίστηκε ο Αντώνης, που παπάδες και διαόλους δεν τους πολυέδινε τότε σημασία, και προθυμοποιήθηκε να του δανείσει και την πράσινη τη ζακέτα του, γιατί ο άλλος θα πήγαινε λίγο αργότερα για γαμπρός με μπλου τζιν παντελόνι και καρό πουκάμισο. Όσο για τα παπούτσια, ένα δράμα, μαύρα αθλητικά με μια κίτρινη ρίγα. Κι ευτυχώς δεν μπορούσε κανένας να διακρίνει τις ψιλές ανοιχτόχρωμες μπεζ κάλτσες που είχε δανειστεί από το συρτάρι του πατέρα του ο «γαμπρός». Μια τραγωδία με την μεγάλη ανθοδέσμη – ήταν η πρώτη φορά που δεν τσιγκουνεύτηκε προφανώς -μια τραγωδία κι η «τελετή» που επακολούθησε. Ο Αντώνης, ντυμένος σαν γαμπρός, τον περίμενε μπροστά στο Δημαρχείο κι οι δυο τους περίμεναν αρκετή ώρα την «νύφη» στα σκαλιά του κτιρίου με τους περαστικούς να τους ρίχνουν κάτι απορημένες ματιές. Η νύφη, πραγματική νύφη για πολιτικό γάμο, ήρθε αναψοκοκκινισμένη και φανερά μετανιωμένη για ό,τι θα επακολουθούσε. Το ‘νιωσε ο Αντώνης με το που διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους, αλλά ήταν αργά για να κάνουν πίσω. Τώρα έπρεπε να πείσουν για το καλοπροαίρετο της πλάκας. Μα πώς να γίνει κάτι τέτοιο;
Κοντά στα τριάντα χρόνια παλεύει να καταλάβει ο Αντώνης γιατί το έκανε. Άλλο τα γιαουρτώματα, άλλο τα μικροκλεψίματα από τα μπακάλικα και τα νυχτερινά τρομάγματα στους περαστικούς του πάρκου κι άλλο να παίζεις με καταδικασμένα συναισθήματα. Έμαθε ότι ο Δημήτρης είχε ατυχίες στη ζωή του και στεναχωρήθηκε. Ο ίδιος στροβιλίστηκε με την Όλγα δέκα χρόνια μετά τον περιβόητο γάμο σε μια θύελλα απερίγραπτη. Κι εκείνη δεν κατάφερε να απαντήσει γιατί το κάνανε. Πάντως, όταν της πρόσφερε τα λουλούδια ο Δημήτρης, σχεδόν δάκρυσε γιατί κατάλαβε το περίσσευμα του έρωτα που της δόθηκε. Κωμικοτραγικές στιγμές καθώς ανέβαιναν τα σκαλιά. Ο «γαμπρός» καμάρωνε και μόλις άρχιζε να πιστεύει ότι γίνονται και θαύματα. Ο Αντιδήμαρχος, ένας καλοδιατηρημένος σαραντάρης, τους καλωσόρισε και τους πέρασε στη σάλα του Δημαρχείου, αλλά δεν ήξερε πού πρέπει να τελειώσει το αστείο. Παραλίγο να τους παντρέψει στ’ αλήθεια από την αμηχανία που επικράτησε. Δεν θυμάμαι ποιος το φανέρωσε, μα θυμάμαι την συντριβή του Δημήτρη. Το ανείπωτο. Την ντροπή της Όλγας. Το αδικαιολόγητο. Την έκφραση του Αντώνη. Το βουβό. Ξέσπασε σε κλάματα ο «γαμπρός». Πληγωμένος έφηβος. Με λυγμούς η «νύφη». Ανερμήνευτη γυναίκα από τότε. Παραδόθηκε σε μαύρες σκέψεις ο Αντώνης. Αποτυχημένος ερευνητής της φύσης του ανθρώπου. Το περίεργο είναι πως για ώρα δεν ήθελε κανένας να φύγει ή δεν μπορούσε κι ο Αντιδήμαρχος τους κέρασε και ουίσκι, όπως στα κανονικά ζευγάρια. Ο Δημήτρης δεν του ξαναμίλησε του Αντώνη. Βρήκε αφορμές και απομακρύνθηκε. Ούτε στον γάμο του πήγε ούτε στο δικό του, τον πραγματικό αυτή τη φορά, τον κάλεσε. Η Όλγα ένα βράδυ μεθυσμένη παρακάλεσε τον παραλίγο άντρα της να κάνουν έρωτα, μα καθώς την φιλούσε με πάθος και γύμνωνε τα κορμιά τους, την παράτησε κι έφυγε. Πολύ το μετάνιωσε αργότερα ο «γαμπρός», μα δεν τόλμησε να την ξαναπλησιάσει.
Ο Δημήτρης μετακόμισε στην Αθήνα, η Όλγα στο πιο γνωστό νησί των Κυκλάδων. Ο Αντώνης ταλαιπωρείται σε περισσότερες πόλεις και δεν έπαψε ποτέ ν’ αναρωτιέται για τους φίλους του. Δηλώνει πάντοτε αριστερός μπερδεμένος.

Πίνακας: Μαργαρίτα Βασιλάκου