Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Απρίλιο του 2021 στο Culture Book»

Συνεχίζουμε και στον μήνα Απρίλιο 2021 τη δημοσίευση 7+1 διηγημάτων με ποικίλη θεματική, έκταση και τεχνοτροπία από πεζογράφους που έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονολογικά παρουσία στο πεδίο της αφήγησης. Στόχος μας παραμένει να αποτυπώνεται όλη η ποικιλομορφία της πεζογραφικής μας έκφρασης, όλες οι γενιές, κάθε δημιουργός που αφήνει με το προσωπικό του ύφος μία πολύτιμη ψηφίδα στο παλίμψηστο της ελληνικής λογοτεχνίας. Συνεχίζουμε λοιπόν με διηγήματα, μεγαλύτερα ή μικρότερα, μεγαλύτερων σε ηλικία συγγραφέων και νεωτέρων, με συχνότερη -ή και όχι- εκδοτική παρουσία διαμορφώνοντας το ιδιαίτερο, δικό μας, διηγηματικό Δίκτυο. Συμμετέχουν αλφαβητικά οι: Βικτωρία Ανθοπούλου, Άννα Αφεντουλίδου, Δημήτρης Βοκάντσης, Κλεονίκη Δρούγκα, Νίκος Κατσαλίδας, Μιχάλης Κοβανίδης, Ειρήνη Μανιού, Κική Σαραντέα.

Καλή ανάγνωση!

Άννα Αφεντουλίδου

 

 

Ανθοπούλου Βικτωρία

Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Γ. Μόραλη “Έγκυος Γυναίκα”

Θέα Θάλασσα

Καστέλα 1948

Μήνες ολόκληρους καθόταν στην ίδια θέση κάθε απόγευμα. Από την ώρα που απόσωνε το λιγοστό γεύμα της μέχρι που ο ήλιος έδυε και τα μάτια της δεν έβλεπαν παρά μόνο πηχτό μαύρο, καθόταν ακίνητη μπροστά στο μεγάλο παράθυρο κοιτώντας την θάλασσα μοιάζοντας με ζωγραφικό πίνακα.

Πέρασε το φθινόπωρο, ήρθε χειμώνας και τώρα, στις αρχές μιας Άνοιξης που χαμογελούσε, αυτή εκεί στη θέση της ,αγνάντευε από το παράθυρο της μεγάλης σάλας του σπιτιού στην Καστέλα και άφηνε το νου της να ταξιδεύει στο μικρό της νησί . Ένα άγονο πετρώδες κομμάτι γης τριγυρισμένο με θάλασσα που δεν μπορούσε να θρέψει ούτε τους ίδιους του τους ανθρώπους.

Ένιωθε τόσο μόνη στο σπίτι αυτό η Κατίνα. Τριγύριζε ώρες ατέλειωτες στα μεγάλα σιωπηλά δωμάτια προσπαθώντας να τα νιώσει δικά της. Μα ήταν; Κυρά και αφέντρα την άφησε ο καπετάνιος σαν έφυγε, μα η Κατίνα δυσκολευόταν.
Ξένη στον τόπο, χωρίς φίλους και συγγενείς έμεινε να σουλατσάρει στα άδεια δωμάτια του σπιτιού παλεύοντας με τον εαυτό της να μην το βάλει στα πόδια.
Όταν κατάλαβε ότι στα σπλάχνα της μεγαλώνει παιδί , ο τρόμος φώλιασε στην ψυχή της.
Καλά καλά δεν ήξερε τον πάτερα. Τι και αν με “δόξα και τιμή” ήταν γυναίκα του; Δέκα μέρες είχε ζήσει μαζί του και μετά αυτός μπάρκαρε για μπάρκο μεγάλο στην Αμέρικα. Άγνωστο πότε θα τον ξανάβλεπε .
Μα και η ίδια η Κατίνα ήταν ακόμη παιδί. Δεν είχε προλάβει να κλείσει τα 17και ο πατέρας της την έστειλε νύφη στην Αθήνα για να γλυτώσει από τη φτώχεια και να “ζήσει σαν άνθρωπος”.
Έχει λεφτά ο καπετάνιος της είπε και θέλει γυναίκα από τον τόπο του. Έτσι η Κατίνα, χωρίς πολλά λόγια, φορτώθηκε στο πλοίο της γραμμής που έφευγε απ΄ τον Ταξιάρχη κάθε Τετάρτη απόγευμα και ήρθε νύφη στην Καστέλα με συνοδούς δυο μπαούλα ασπρόρουχα που κένταγε η μάνα της για την “ώρα την καλή” από τη στιγμή που γεννήθηκε. Ο καπετάνιος την παρέλαβε στο λιμάνι και την οδήγησε στο σπίτι διστακτικός μη ξέροντας και ο ίδιος πως να φερθεί.
Ο γάμος , τρεις μέρες μετά, βρήκε την Κατίνα να συμμετέχει αμίλητη και ζαλισμένη. Σαν όλα τούτα που γίνονταν να μην την αφορούσαν.
Δέκα μέρες μετά ο καπετάνιος μπάρκαρε για Αμέρικα για μπάρκο μεγάλο. Ήσυχος και ευχαριστημένος που τακτοποίησε τη ζωή του εμπιστεύτηκε το βιός του και το κλειδί του σπιτιού στη Κατίνα και έφυγε για τις μεγάλες θάλασσες.

Μόνη, στο μεγάλο σπίτι η Κατίνα ένιωθε αιχμάλωτη μη ξέροντας τι να κάνει. Αφού άφησε μερικές μέρες να περάσουνε άσκοπα, βρήκε τη θέση της μπροστά στο παράθυρο. Εκεί ναι μπορούσε να νιώσει ελεύθερη. Καρφωμένη σε μια καρέκλα άφηνε το μυαλό της να καλπάζει στις δαντελωτές ακρογιαλιές του μικρού της νησιού με την καρδιά και το μυαλό της μακριά από τις συμβάσεις που δεν γνώριζε και την ατέλειωτη μοναξιά.
Αποτραβηγμένη σε ένα κόσμο δικό της , δεν έδινε σημασία σε όσα γινόταν έξω απ’ το μεγάλο παράθυρο. Η ζωή της πόλης – μια πόλης που δεν θέλησε ποτέ να γνωρίσει- δεν την αφορούσε,
Τι και αν γύρω της η κοινωνία πάσχιζε να επουλώσει τις πληγές και να πάει μπροστά, η Κατίνα απείχε.

Αποκομμένη, στο κόσμο της δεν την απασχολούσε παρά το μικρό πλάσμα που μεγάλωνε μέσα της και το απέραντο μπλε του νερού.
Όσο οι μήνες περνούσαν η Κατίνα ένιωθε στα σπλάχνα της το μεγάλωμα του παιδιού. Ένα μικρό ανεπαίσθητο σκίρτημα στην αρχή , ένα φτερούγισμα λίγο αργότερα και σταθερές κινήσεις τώρα στο τέλος . Έκλεινε τα μάτια και προσπαθούσε να φανταστεί τη μορφή του, τα μάτια του. Ανυπομονούσε να γεννηθεί. Ήταν το δικό της παιδί και ας την έδενε για πάντα με τον καπετάνιο και το μεγάλο του σπίτι.
Η Κατίνα ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του γιατρού που σταλμένος από τον καπετάνιο επισκεπτόταν το σπίτι στην Καστέλα σε τακτικές ημερομηνίες . Φρόντιζε πολύ το τι έτρωγε και πρόσεχε σχολαστικά τα βάρη όπως πολύ αυστηρά της τόνισε ο γιατρός.
Όμως ούτε μια μέρα δεν σταμάτησε να αγναντεύει τη θάλασσα απ΄ το μεγάλο παράθυρο και να λαχταράει τον τόπο της . Ονειρευόταν μια μέρα να δείξει στο μικρό πλάσμα που μεγάλωνε μέσα της τις ομορφιές του όσο άγονος και φτωχός και αν ήταν. Για αυτήν, οι ρίζες και η ψυχή της ήταν ακόμη εκεί και ας είχε πάρει η ζωή της μιαν άλλη ρότα.

Την μέρα που ο ταχυδρόμος χτύπησε το κουδούνι η Κατίνα βρισκόταν και πάλι μπροστά στο παράθυρο. Οκτώ μηνών έγκυος μετρούσε ανάποδα τις μέρες που η ζωή της θα άλλαζε ριζικά.
Οι κινήσεις του μωρού έντονες πια την επανέφεραν τακτικά απ΄ το ατέλειωτο ονειροπόλημα. Ήξερε άλλωστε πως σύντομα όλο αυτό θα τελειώσει.

Το γράμμα δεν πρόλαβε να το διαβάσει. Έμεινε τσαλακωμένο και πεσμένο στο πάτωμα τη στιγμή που ζεστά νερά πλημμύριζαν τα πόδια της και ασυναίσθητα το χέρι της άγγιζε την κοιλιά της.

Μέρες μετάη Κατίνα καθισμένη και πάλι μπροστά στο μεγάλο παράθυρο κάρφωνε το βλέμμα της στο κενό. Τίποτε πια δεν την έδενε πια με το σπίτι . Το παιδί δεν τα κατάφερε της είπαν και της το δείξαν νεκρό. Την ίδια την κοίμισαν γιατί την κρίσιμη ώρα δεν ήθελαν να καταλάβει και πολλά. Κάτι της είπαν για τον λώρο και την καρδιά. Ούτε κατάλαβε. Η θάλασσα στα μάτια της είχε αγριέψει και ο αέρας λυσσομανούσε στο κεφάλι της.
Ο καπετάνιος ήταν ακόμη στη λίστα με τους αγνοούμενους όπως τυπικά την ενημέρωνε η πλοιοκτήτρια εταιρία στο γράμμα που έστεκε ακόμη τσαλακωμένο στα πόδια της .

Ένα αγρίμι ούρλιαζε μέσα της από κείνη την ώρα και το μόνο που έβλεπε ήταν μόνο φουρτουνιασμένη θάλασσα και ας ήταν Άνοιξη και αυτή στα 17.

Francisco de Goya – Η γαλατού του Μπορντό 1825-1827

Αφεντουλίδου Άννα

Κριτική Φιλοξενία

                         Για το Απομεσήμερο ενός φαύνου και πάλι

Ήταν η ενσάρκωση του αναγεννησιακού ιδανικού του Καθολικού Ανθρώπου. Τόσες γνώσεις, σε τόσα θέματα! Και νεότατος! Μόλις 69 ετών! Και όχι μόνον αυτό! Ήταν επιπλέον η ενσάρκωση και του αρχαίου πνεύματος της φιλοξενίας. Συνεχώς φιλοξενούσε στο αρχοντικό του κάποιαν νέα από την επαρχία που δεν είχε πού να μείνει, για να μπορέσει να επωφεληθεί από τις ανιδιοτελείς υψηλές γνωριμίες του. Είχε λοιπόν προσκαλέσει με μεγαθυμία και εμαυτήν, αμέσως μόλις του έστειλα το Βιογραφικό μου, όπου πιστοποιούνταν η ώριμη ηλικία μου -είχα ήδη κλείσει τα 23 έτη- και μιαν ολόσωμη φωτογραφία, όπου ανέπτυσσα όλα τα πνευματικά μου ενδιαφέροντα.
Διήγον μακράν περίοδο ευτυχίας φιλοξενούμενη στο αρχοντικό του. Με είχε περιηγήσει σε όλες τις κάμαρες -όπου περιέργως σε κάθε μία υπήρχε και ένα τεράστιο κρεβάτι- και όπου φυλάσσονταν πολύτιμοι πίνακες και γλυπτά, επεξηγώντας επί ώρες τα πώς και τα γιατί της αμύθητης καλλιτεχνικής τους αξίας και αφήνοντάς με άφωνη με την εμβρίθειά του.
Εκείνο το μεσημέρι, μετά το γεύμα, με οδήγησε και πάλι στο Άδυτο των Αδύτων, στο Γραφείο του. Βαρύτιμοι δερματόδετοι τόμοι γεμάτοι με τη σοφία αιώνων ανθρώπινου πολιτισμού κάλυπταν τους πανύψηλους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη. Και βεβαίως ένα τεράστιο κρεβάτι στη μέση. Με άφησε να ξεφυλλίσω κάποιους τόμους της αρεσκείας μου, ωσότου εκείνος έβαζε στον Παίκτη Δίσκων Συμπαγών, ξανά το αγαπημένο του «Πρελούδιο στο Απομεσήμερο ενός Φαύνου», που τον ενέπνεε πνευματικά, όπως μου είχε, για πολλοστή φορά, εξηγήσει.
-Πώς σας φαίνεται, αγαπητή μου; με ρώτησε βαριανασαίνοντας, καθώς με έριχνε στο κρεβάτι.
Έχω δει και καλύτερα, σκέφτηκα αλλά έδιωξα μετά βδελυγμίας την ασεβή σκέψη και προσπάθησα να συγκεντρωθώ, ούσα βεβαία πως επρόκειτο για κάτι ασύλληπτο για την ανολοκλήρωτόν μου παιδείαν, εξ ου και η φριχτή βαριεστιμάρα μου την ιερή εκείνη ώρα. Μόλις επιτέλους τελείωσε κι αφού είχα αγκομαχήσει περίτεχνα για κάμποση ώρα, βυθίστηκα στον ύπνο. Αίφνης άκουσα έναν ισχυρόν κρότον, ωσάν οι δερματόδετοι τόμοι του να είχαν πέσει επί του δαπέδου!
Τι διάολο έπαθε! σκέφθηκα και πετάχτηκα επάνω. Τότε με άρπαξε από τα μεταξένια μου μαλλιά και μου άστραψε δύο σκαμπίλια.
-Πώς τολμάς! είπε.
-Πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσ’ ωραία!
Είναι τρελός! εσκέφθην αστραπιαία!
-Δεν πας σε κάνα γιατρό, τρελόγερε! φώναξα αγριεμένη.
-Που θα κάτσω να με δείρεις κιόλας, επειδή θα μου βγάλεις ένα ρημαδοβιβλίο και θα μου γράψεις και καναδυό κωλοκριτικές!
Και μαζεύοντας περήφανα το στριγκάκι μου από το πάτωμα, βρόντηξα αγέρωχη την πόρτα πίσω μου, σιχτιρίζοντας ομού κι αυτόν και την ανόητη σοφία του και μαζί βεβαίως κι όλο το ηλίθιο σινάφι του.

§

 

Βουκάντσης Δημήτρης

Πρόβα Ήταν

Συναντήθηκαν στην παραλία αργά το απόγευμα. Ούτε αγκαλιές, ούτε φιλιά. Δεν είδε καν το χαμόγελό του κάτω από τη μάσκα.

– Πώς πήγαν οι εξετάσεις; είπε εκείνος.
– Καλά πήγαν, είπε αυτή.
– Τι έδινες;
– Κινηματογραφική και τηλεοπτική γραφή, είπε.

Σοβάρεψαν. Είχαν έρθει όλα πίσω. Εκείνες οι πρόβες αποχωρισμού που είχαν κάνει μιμούμενοι μια ταινία του Γουόνγκ Καρ Γουάι, η μυρωδιά ψημένου καφέ σε εκείνο το σπιτάκι στη Μύρινα και τα μπουκέτα αγριολούλουδων που αποξηραίνονταν κρεμασμένα στο σαλόνι. Εκείνος στο λάπτοπ να κάνει μαθήματα στο Webex κι αυτή στην άλλη γωνιά δωματίου, κρυμμένη πίσω από μια στοίβα λεξικά να δουλεύει τις μεταφράσεις της. Είχαν περάσει μαζί την πρώτη καραντίνα.

Περπατήσανε ανατολικά στη νέα παραλία. Η ζέστη είχε κόψει. Ο κόσμος, καχύποπτος ακόμη, κρατούσε τις αποστάσεις του. Μόνο τα παιδιά κάναν γαϊτανάκι γύρω από τους μικροπωλητές ζητώντας μαλλί της γριάς.

Ρώτησε για μερικούς συναδέλφους του απ’ το σχολείο και το πειρατικό μπαρ του Τζίμη. Της ζήτησε να τους δώσει χαιρετισμούς όταν τους έβλεπε. Εκείνη είπε εντάξει, αλλά δεν θα έδινε. Αρκετά είχε ακούσει για τη σχέση της με τον παντρεμένο δάσκαλο από τη Θεσσαλονίκη. Είχε σκεφτεί να φύγει και αυτή από το νησί, να τον ακολουθήσει στην πόλη. Θα έμενε στης ξαδέρφης της, μπορεί και να συναντιόταν πού και πού με εκείνον. Μετά το μετάνιωσε, της άρεσε άλλωστε το νησί. Τα βράχια, η θάλασσα, οι Αμμοθίνες. Δεν θα έδινε χαιρετισμούς σε κανέναν, αλλά ήταν όλοι καλά. Είχαν επιζήσει της πανδημίας. Κι εκείνος;

– Καλά, καλά… είπε.
– Η μικρή;
– Είναι σκληρά τα παιδιά Δάφνη, είπε. Σκίζουν τις σημειώσεις σου, φτύνουν μασημένα μπισκότα στον υπολογιστή, τσιρίζουν όταν έχεις μάθημα.
– Και το βραδινό… μακαρόνια με κέτσαπ;
– Αλήθεια είναι κι αυτό.

Όλα όσα είπε πριν φύγει ήταν αλήθεια, εκτός από το ότι θα ερχόταν να τη βλέπει στο νησί. Είχε τις δικαιολογίες του. Τα μέτρα, τις καραντίνες, τα μαθήματα που έπρεπε να αναπληρώσει στο σχολείο. Μόνο που δεν της τηλεφώνησε ούτε μία φορά. Έστελνε εκείνα τα ανορθόγραφα μηνύματα αργά βράδυ και έκανε μέρες να απαντήσει στα δικά της.

Είχαν περάσει το Μακεδονία Παλλάς. Ο ήλιος έσβηνε στον ορίζοντα. Σταμάτησαν και άκουσαν κάποιον που έπαιζε ακορντεόν. Πλάι του ένα ζευγάρι χόρευε τανγκό. Δύο κόκκινες, τυφλές σκιές, σφιχτά αγκαλιασμένες.

– Πότε φεύγεις; είπε εκείνος.
– Αύριο πρωί, είπε αυτή.
– Πόσο θα ήθελα να έρθω μαζί σου, είπε.

Πήγε να της ξεφύγει ένα «σ’ αγαπώ», αλλά πρόλαβε και το μάζεψε πριν πέσει σαν χαρταετός στα ηλεκτρικά καλώδια. Άπλωσε το χέρι της. Εκείνος δίστασε μια στιγμή, τελικά ενέδωσε.

Περπατήσαν, χέρι-χέρι, όπως στην τελευταία βόλτα τους στις Αμμοθίνες. Τα γυμνά της πόδια να βουλιάζουν στη ζεστή άμμο ως που ένα αγκάθι τρύπησε το δάχτυλό της. Εκείνος το έβγαλε με προσοχή, σκούπισε τη μία σταγόνα αίμα και το φίλησε. Ήταν το αντίο.

– Εδώ πιο πάνω μένω, είπε εκείνη.

Είχαν φτάσει στο Μέγαρο Μουσικής. Εκείνος έβγαλε τη μάσκα. Το πρόσωπο του δεν είχε αλλάξει. Το χαμόγελό του, τα χείλη του, το άρωμα της κολόνιας του. Όλα ήταν εκεί, μέσα σε μια σαπουνόφουσκα της μνήμης που πλησίασε παρασυρμένη από τον αέρα και έσπασε στο πρόσωπό της. Βούρκωσε.

Είπαν αντίο. Ούτε υποσχέσεις, ούτε φιλιά. Και έμεινε μόνη στην προβλήτα. Τον έβλεπε να απομακρύνεται γυρνώντας να την κοιτάζει κάθε λίγο, σηκώνοντας το χέρι να την αποχαιρετάει ξανά και ξανά, μέχρι που χάθηκε στο πλήθος.

Θα γύριζε στις μεταφράσεις της και σε εκείνο το αλλόκοτο κείμενο που είχε αρχίσει να γράφει μετά την πρώτη καραντίνα. Ένα μυθιστόρημα ή ένα σενάριο ταινίας ή ένα κομμάτι από την ψυχή της. Ούτε η ίδια γνώριζε. Ένας δάσκαλος που έρχεται στο νησί και ερωτεύεται μια ντόπια. Ήταν απελπιστικά όμοιο με τη δική της ιστορία, αλλά τώρα που όλα έμοιαζαν να έχουν τελειώσει ίσως μπορούσε να τη συνεχίσει.

Έκλεισε τα μάτια. Άκουσε το χτύπημα των κυμάτων στην ξύλινη προβλήτα, τις φωνές των περαστικών που παρασύρονταν στο κύμα. Μια πρόβα ήταν Δάφνη, σκέφτηκε, και φαντάστηκε την αληθινή ιστορία. Εκείνη που θα έγραφε στα τετράδιά της.

Francisco de Goya – Η ομπρέλα 1777

Δρούγκα Κλεονίκη

Ενηλικίωση

Ο Δημητράκης πεινάει. Του αρέσουν πολύ τα γλυκά και νιώθει πληρότητα, εφόσον γεμίσει το στομάχι του με σοκολάτα και κρέμα. Η αλήθεια είναι ότι για την ηλικία του -θα κλείσει τα 14 – θεωρείται ευτραφής. Αυτή η λεπτομέρεια τον αποτρέπει από δραστηριότητες με φίλους αλλά ο Δημητράκης δεν θυσιάζει τίποτε μπροστά στις απολαύσεις του ουρανίσκου, για τις οποίες αδημονεί ακούγοντας την ξεναγό να μιλάει για τον καθεδρικό ναό της Γρανάδας. Το μυαλό του είναι μόνιμα και βασανιστικά καρφωμένο στο σοκολατένιο γλυκό που είχε χώσει μέσα στο σακίδιό του. Σε τακτά διαστήματα στρέφεται στη μητέρα του και της ψιθυρίζει επίμονα να τον αφήσει να βγει από τον καθεδρικό ναό και να φάει. Η μητέρα του ρίχνει ματιές αποδοκιμασίας, η μεγαλύτερη αδερφή του του κάνει συνεχώς παρατηρήσεις, ενώ ο πατέρας του αδιαφορεί και χαμηλόφωνα μιλάει στο κινητό με το γραφείο – συχνά κατακεραυνώνεται από το βλέμμα της γυναίκας του αλλά δε δείχνει να επηρεάζεται. Ο Δημητράκης προσπαθεί να συμμορφωθεί. Βελτιώνει τη στάση του, κάνει πως παρακολουθεί, βγάζει το κινητό του, βλέπει την ώρα, φωτογραφίζει κλεφτά -η μόνη του χαρά είναι να ανατρέπει τους κανόνες.

Η ξενάγηση, ωστόσο, δεν παλεύεται με τίποτε. Το στομάχι του κάνει θόρυβο και το μυαλό του έχει εγκλωβιστεί ανεπιστρεπτί στο γλυκό, σε τέτοιο σημείο που το σώμα του κινείται προς την έξοδο και αυτός το ακολουθεί. Κι ενώ η μητέρα του έχει απορροφηθεί από το θαυμάσιο φόντο για την Αγία Τράπεζα με έργα του Ελ Γκρέκο, του Χοσέ Ριμπέρα, του Αλόνσο Θάνο και του Σπανολέτο, ο Δημητράκης αρπάζει την ευκαιρία και χάνεται στο πλήθος στην αυλή. Με πάθος ασυγκράτητο ανοίγει την τσάντα, χώνει το χέρι μέσα και ψαχουλεύει το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του, όταν το αυτί του πιάνει έναν έντονο ήχο κιθάρας. Ο Δημητράκης στρέφει το βλέμμα του και παρατηρεί ότι ορισμένοι σταματούν και δημιουργούν ένα κύκλο. Από μια χαραμάδα που αφήνουν διακρίνει μια γυναίκα με μαύρα μακριά μαλλιά που ανεμίζουν, σώμα που τραντάζεται και στήθος που ανεβοκατεβαίνει. Ο Δημητράκης ακινητοποιείται και παρακολουθεί. Ξεχνά τον αρχικό σκοπό του, προσεγγίζει το πλήθος, χώνεται ανάμεσά του και εμφανίζεται στην πρώτη γραμμή να κοιτάει τη γυναίκα που χορεύει φλαμένκο. Δίπλα της ένας άντρας ρυθμικά χτυπά παλαμάκια κι ένας άλλος καθισμένος κάτω παίζει κιθάρα. Τα μέλη του λύνονται. Ιδρώνει. Βαριανασαίνει. Οι περαστικοί γεμίζουν ασφυκτικά τον κύκλο γύρω της και τη φωνάζουν με το όνομά της, Παολίτα. Τραβάνε βίντεο με τα κινητά τους. Ο Δημητράκης κοιτά ανυπεράσπιστος. Έξαφνα αυτή τον καρφώνει με τα μάτια της. Της πετάνε κέρματα. Βάζει κι ο Δημητράκης το χέρι στην τσέπη αργά -δεν είναι σε θέση να κάνει περισσότερες κινήσεις, άλλωστε,- να πετάξει κι αυτός ό,τι έχει. Ακούγεται η σειρήνα της αστυνομίας.

Η γυναίκα και οι δυο άντρες τα μαζεύουν άρον-άρον, ενώ αστυνομικοί τρέχουν προς το μέρος τους. Η Παολίτα βγάζει ένα μικρό τριαντάφυλλο από το μπούστο της και το πετάει στα πόδια του Δημητράκη. Εκείνος σκύβει, το παίρνει και μένει ακίνητος να το κοιτά. Η οικογένειά του τον βρίσκει, όταν διαλύεται το πλήθος. Η μητέρα του χτενίζει τα μαλλιά και παίρνει το τριαντάφυλλο απ’ τα χέρια του.

-Αχ σ’ ευχαριστώ, αγόρι μου. Τι γλυκό. Όλη η οικογένεια απομακρύνεται.

§

 

Κατσαλίδας Νίκος

Η ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥΛΟΛΟΓΟΥ

Εσύ καλά ήσουνα εδώ στα βόρεια ακροβούνια τα δασιά, λέει το πουλί, τι γύρευες στην μεγαλούπολη κι άλλαξες τόπο διαμονής, κλεισμένος μέσα; Από τη μια, καλά να πάθεις, σε σπιρτόκουτο κλεισμένος. Από την άλλη, εμείς μείναμε στη μοναξιά μας καρτερώντας. Εσύ ξέρεις τις ευαισθησίες μας και για τα φθινοπωρινά φύλλα της ροδιάς ακόμα, που πέφτουνε στα περιβόλια, πώς να μη πονέσουμε και να μη στενοχωρηθούμε για σένα. Τώρα μόνος εσύ εκεί μακριά και μόνα εδώ κι εμείς, διαμετρικά οι τόποι. Περιμέναμε να γυρίσεις, μα όπως δείχνει δεν υπάρχει φως επιστροφής και μόνα θα χτίσουμε και τούτο το Μάρτη στη στέγη σου τις φωλιές μας. Και όταν ακούσαμε να λέγεται με αυστηρότητα: μένουμε σπίτι, εμείς σε δικαιολογήσαμε. Κι αν ήθελε να ‘ρθει τούτη την άνοιξη δε θα μπορούσε, είναι απαγορευμένο, είπαμε. Τότε αποφασίσαμε να ‘ρθουμε εμείς μόνα, τσούρμο πουλιά του ουρανού, ν’ αφήσουμε πίσω τη γενέτειρά σου και να ξημερώσουμε στα κιγκλιδώματα της πράσινης βεράντας σου με φίκους, μπονσάι και σπαράγγια, καλλωπιστικά της Αττικής να σε ξυπνούσαμε εκεί πέρα, κελαηδώντας από τα χαράματα του θεού, μα δεν εξαιρούνται ούτε τα πουλιά ακόμα, απαγορεύεται η κυκλοφορία, χρειαζόμαστε χαρτιά κι εμείς κι όχι συνηθισμένα της καταγωγής, αλλά φορολογικές δηλώσεις, τόπο εργασίας, έστω κι αν πετούσαμε θα μας σταματούσανε στα διόδια ποιος ξέρει πόσες μέρες καραντίνα. Στην ετήσια φορολογία μας ο τόπος εργασίας είναι: βόρεια ακροβούνια. Τα εισερχόμενά μας είναι μηδαμινά, τα περισσότερα από καθημερινό τρύγο στις ακλάδευτές κρεβατίνες σου. Τώρα δεν αποφασίζει πια ο τόπος. Τώρα, δε ρωτούν καταγωγές, ρωτούνε εφορίες, τώρα θέλουν και για τα πουλιά φορολογικές δηλώσεις εργασίας. Κι έτσι κι εμείς τα πονετικά πουλιά, καλύτερα να μείνουμε σπίτι μας εδώ, χαρά θεού στη μοναξιά, βλαστολογώντας τις κληματαριές της αυλής σου, παρά να μας σταυρώσουνε στα διόδια. Κάμε πως να κάμεις και τούτη την άνοιξη και όπου να ‘ναι το κακό θα περάσει. Αλλά, να το ξέρεις καλά συντοπίτη μας, μένει το μεγάλο παράπονό μας πουλολόγε: Εσύ καλά κρατούσες στα βόρεια ακροβούνια και νύχτωνες και ξημέρωνες με το αυτί σου στημένο στις δεντροστοιχίες, χαζεύοντας, ακούγοντας τις δικές μας συναυλίες. Πώς μας άφησες κι έφυγες να μπεις στα σπιρτόκουτα της πόλης; Τέλος πάντων όπως δείχνουν τα πράγματα και για μας τα πουλιά, που μείναμε τσιμπολογώντας τις σταφιδιασμένες ρώγες και για σένα που τις άφησες να σταφιδιάσουν στις κληματαριές, υπάρχει καραντίνα. Τι είναι άραγε αυτός ο κόσμος; Μήπως αναγκαστούμε να μπούμε κι εμείς τα ωδικά με μάσκες στις σκηνογραφίες σας στους ρόλους της τραγωδίας; Μια τρυπούλα ουρανό ζητούμε εμείς τα ωδικά πουλιά να αναπνεύσουμε και να σας περιμένουμε, μια τρυπούλα αναπνοή ζωής ζητάει ο κόσμος.

Αθήνα, 24.04.2020

 Francisco de Goya – Το Σάββατο των μαγισσών 1821-1823

 Francisco de Goya – Η οικογένεια του δούκα της Οσούνα 1788

Κοβανίδης Μιχάλης

ΙΔΕΟΦΑΓΙΑ – ένα σκοτεινό θέατρο

ΔΕΝ…

Καραμελούπολη 2100. Θέατρο της Περιφερειακής Αρχής.

Μπροστά από την πύλη υπήρχε σύστημα διαλογής, απόρριψης. Κριτήρια επιλογής: αποδεκτό χρώμα δέρματος, επωνυμία ρούχων, υπερτιμημένες χειραψίες. Φλας κ φωταψίες. Υπό αυτές τις συνθήκες…
Ο γύφτος δεν περνάει. Εσύ όμως περνάς γιατί δεν είσαι γύφτος κι αν είσαι δεν φαίνεσαι. Κι εγώ θα περάσω γιατί είμαι ο καλλιτέχνης, έχω συμβόλαιο με το θέατρο, το δικαιούμαι, κέρδισα την είσοδο, δέχτηκα καλλιτεχνικά σαλιαρίσματα, τριξίματα δοντιών πίσω από γραφεία, κίτρινα χαμόγελα, φασιστικές νοοτροπίες πάνω στο σανίδι, μάρτυρες τα πεθαμένα δέντρα, άδοξος θάνατος, άσκοπος, θυσία χωρίς αντίκρισμα, σαπίζουν και δονούνται από ατάλαντα χάχανα. Ποιος θα γελάσει πιο δυνατά, το όνομα στη μαρκίζα με σειρά γλειψίματος. Κι απορώ που βρίσκουμε οι καλλιτέχνες το κουράγιο, το θράσος, την ξετσιπωσιά, να λέμε τα λόγια των ποιητών, που δεν ήξεραν, δεν φαντάστηκαν και αν έμαθαν πέθαναν από θλίψη, γιατί δεν άντεξαν στη σκέψη που αφήνουν τις λέξεις τους.
Εγώ είμαι εκείνος στην αφίσα που χαμογελάω στημένα, σε στημένο παιγνίδι και προβλέψιμο τέχνημα, τέχνασμα, πυροτέχνημα μικρής διάρκειας, με κροτίδες δεν γίνεται επανάσταση, δε φωτίζεται το σκοτάδι με νοοτροπία ανέντιμη, σε πλεχτό αράχνης δεν παίζεται θέατρο.
Σε λίγο θα με δεις στη σκηνή γιατί εσύ πλήρωσες εισιτήριο, ή γιατί εσύ δεν πλήρωσες εισιτήριο αλλά μπήκες με πρόσκληση και ας έχεις λεφτά και εξοχικό και πολύ φαγητό, ενοχλήσεις, παρενοχλήσεις, εντερικές διαταραχές, διαταραχές ύπνου, τύψεις, δικαιολογίες – και σ` αυτό είσαι καλός- μυστικά και βροντερή φωνή για τα γήπεδα. Έχεις τόσα προσόντα. Εσύ θα μπεις το δικαιούσαι, εσύ το έχτισες το μαγαζί, είσαι φορολογούμενος, το θυμάσαι και συντηρείς όχι μόνο μαγαζιά, αλλά και νοοτροπίες και σιωπές. Πόσα πράγματα χτίζονται πάνω στις σιωπές. Θα με χειροκροτήσεις, με ρεψίματα και σάχλες θα ενθουσιαστείς, η τέχνη σου ανοίγει την όρεξη, έχεις τόσες αρετές, πόσο άδικο να βρεθείς -ω τι τρόμος και μόνο που το σκέφτομαι- με έναν γύφτο στο διπλανό κάθισμα. Η καλοφτιαγμένη αισθητική μου κοκκινίζει και μόνο στη σκέψη. Γι` αυτό, όπως και οι δυο καταλάβαμε μέσα από ισχυρά επιχειρήματα, ο γύφτος δεν περνάει.
Αν όμως…
Αν εγώ κάνω μια προσπάθεια, σαν ενστικτώδη κίνηση, να γυρίσω το τιμόνι την τελευταία στιγμή, ένα αντανακλαστικό κλείσιμο των βλεφάρων μη γεμίσουν δάκρυα τα μάτια και μετά πώς θα παίξω, πώς θα σταθώ κλαίγοντας στη σκηνή όταν γνωρίζω ότι εκείνος που θα έπρεπε να είναι εδώ, όχι για τη στημένη τέχνη μου, αλλά για το ζεστό βελούδο, να έχει να θυμάται πως οι άνθρωποι χωρίζονται σε βελούδινους, μεταξωτούς και κουρελήδες. Όταν εκείνο το παιδί μείνει άλλη μια φορά στο κρύο γιατί ΔΕΝ…
Αν εγώ, σαν σε ξύπνημα από εφιάλτη, μπω μπροστάρης στην τέχνη μου, απέναντι από τον ταμία, που αποφάσισε ότι ο γύφτος ΔΕΝ περνάει και χαμογελάει πίσω από το μικρό του γκισέ και μοιράζει προσκλήσεις, αισθάνεται πολιτιστικός παράγων, κάνει τις λογιστικές του πράξεις, ερωτοτροπεί, αυνανίζεται με τους αριθμούς και θέλει να ξεχνάει τις λογιστικές του αρρυθμίες που κλείδωσε στην ντουλάπα, ενώ η εξουσία τον εξουσιάζει και θερμαίνει το αίμα του…
Πριν μέρες τα είδα στο Σαντέ να πουλάνε λουλούδια, τρία μικρά αδέρφια και τα προσκάλεσα να δούνε θέατρο και εκείνα μας έβαλαν σε δοκιμασία και ήρθαν. Κυριακή μέρα γιορτής, μέρα ντροπής, ή γιορτή θα είναι για όλους ή ντροπή για όλους! Τις Κυριακές δε χωράνε διακρίσεις, εσύ πρέπει να το ξέρεις αυτό, είσαι καλός άνθρωπος.
Τα προσκάλεσα και θα πληρώσω τρία εισιτήρια, θα δώσω λόγο στον ποιητή, φοβάμαι την κατάρα των κομμένων δέντρων.
Αλλά ο ταμίας δε θέλει τα λεφτά μου, γιατί δε θέλει γύφτους στο μαγαζί.
Κι αν αποφασίσω να αναμετρηθούμε, να μετρήσουμε τα συμβόλαια μας, τις εξουσίες μας, εγώ φωνάζω δυνατά, εκείνος όμως έχει πολλές φωνές, το δικό μου συμβόλαιο λήγει τον επόμενο μήνα, ενώ εκείνος μετρά δεκαετίες. Είμαι καλός κι εγώ στις δικαιολογίες, μεγάλο πανεπιστήμιο, η τέχνη. Η τέχνη σώζει και όταν σιωπά σώζει διπλά.
Και θα αρχίσω να τρέχω, μια στο καμαρίνι να ετοιμάζομαι για την παράσταση και μια στην είσοδο να τους χαρίζω παγωμένα χαμόγελα, «όλα θα στρώσουν, τουλάχιστον αυτά τα σημερινά». Θα περάσουν τελικά στην αίθουσα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και ακόμη μια φορά θα μπουν σαν ζητιάνοι και όχι απλά ως παιδιά. Αλλά εκείνα δεν ανησυχούν, γνωρίζουν.

«Έτσι είμαστε, εμείς αντέχουμε, μην ανησυχείς θεατρίνε και αν δε στρώσουν δεν είναι η πρώτη φορά. Και στο τέλος θα περιμένουμε και θα σου δώσουμε ευχές γιατί η γύφτισσα μάνα μας έτσι μας συμβούλεψε να σου πούμε ευχαριστώ, γιατί, να ξέρεις, ποτέ άλλοτε δεν θα μας χαρίσουν τόσα πολλά φώτα. Και δε θα το έχουμε ανάγκη, ζούμε και χωρίς αυτό, όπως και χωρίς πολλά άλλα. Και εμείς μεγαλώνουμε γρήγορα, τι καλό έχει να είσαι παιδί…»

   Ο υπεύθυνος της Λογιστικής Αρχής, επιμένει, φυλάει την τάξη, ισορροπία της τοξικότητας. Δεν πρέπει, δεν κάνει, δε θέλει, δεν επιτρέπει, ένα ξεδοντιάρικο «Δεν», σαν κατεστραμμένο νεκροταφείο. Αιωνόβιο, αθάνατο, βρώμικο, από στόμα σε στόμα ένας one size παγετώνας βρίσκει κοιλότητες και φωλιάζει, βρίσκει πάντα φωνή, αρθρώνεται, ορθώνεται. Δεν: κάγκελα σκουριασμένα, πριονισμένα, αποδράσεις ανεκπλήρωτες.
Εκείνη η Κυριακή της Αρνήσεως έφυγε για να επιστρέψει χρόνια μετά, αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

ΣΥΝ…
Καραμελούπολη2125.
Θεατρικό Μέγαρο της Ανώτερης Αρχής.

Στον προθάλαμο μιας καινούργιας αίθουσας θεάτρου, ένας νεαρός γύφτος συνοδεύεται από την επιμελήτρια ανηλίκων για να παρακολουθήσει την παράσταση για εφήβους. Πολλά φώτα, καινούργιο βελούδο, γυαλισμένα πλακάκια, καθρέφτες, λουστραρισμένα παπούτσια, γάμπες ισορροπούν πάνω σε στιλέτα, καινούργιο μαγαζί, φτιασιδωμένος ο παλιός κόσμος, βαψίματα πάνω σε πληγές και στο βάθος σκοτεινοί κήποι και υγρά υπόγεια. Δεν πετάμε εύκολα τα παλιά υλικά, τα κρατάμε σαν σπόρο.
Ανακαινισμένοι άνθρωποι στις αρχές ενός καινούργιου κόσμου, στα μέσα μιας κρίσης που άλλους τους έκανε ωρομίσθιους επαναστάτες, άλλους σύγχρονους μαυραγορίτες και άλλους αυτόχειρες, στριμωγμένοι μπροστά σε καινούργια επιτεύγματα και νέες προκλήσεις. Πώς να σκοτώνεις με τα χέρια καθαρά: η μεγαλύτερη ανακάλυψη του σύγχρονου κόσμου.
Σ εκείνες τις συνθήκες ο καθένας τσακίζει όποιον μπορεί, όλοι μπορούν, κάποιος είναι του χεριού τους, πάντα υπάρχει πιο κάτω, αυτό από μια οπτική διαβάζεται σαν ελπίδα. Όλο και πιο κάτω, σαν αγιογραφία ο δρόμος προς την κόλαση.
Μέσα σε εκείνο το πλαίσιο τρόμου ένας νεαρός γύφτος και μια επιμελήτρια, μια ταινία σε ριμέικ…

«Μα το παιδί συνοδεύεται από την επιμελήτρια ανηλίκων, προστατεύεται από τη δικαιοσύνη, τον νόμο, πρέπει να του δίνονται ευκαιρίες, ανάσες οξυγόνου, να δει τον κόσμο πέρα από τα κλειστά παράθυρα του. Θα παρέμβει η αρμόδια εισαγγελέας. Δε μπορείτε να του απαγορεύσετε την είσοδο!»

   Αλλά ο ταξιθέτης (με αρμοδιότητες καφετζή, επιβλέποντα, πληροφοριοδότη), του μεγάρου δε θέλει το γύφτο στην αίθουσα, με την εξουσία ενός θηρίου στη φωλιά του, δείχνει τα δόντια του, περιφέρει την άρνηση. Το επιχείρημά του: ένας γύφτος μια μέρα τον έκλεψε. Ίσως ήταν εκείνος ο νεαρός, ίσως άλλος, δεν έχει σημασία, παρά μόνο ότι ο ταξιθέτης είναι κολλητός κάποιου αρχηγίσκου σε επετηρίδα. Ο άρχων της περιοχής τον έχρισε χρήστη, βαποράκι εξουσίας, χαρίζοντας του μια καφετιέρα. Ο άρχων ανακαινισμένων και καλοσυντηρημένων συνειδήσεων ξέρει τη δουλειά του.
Και τότε η επιμελήτρια ανηλίκων απευθύνεται στον αρχηγό του μεγάρου, στον πραγματικό πολιτιστικό παράγοντα με σφραγίδα, στην ανώτερη Αρχή, στον γνήσιο εκφραστή φάλτσων και ανορθόγραφων επικολλήσεων, εκείνον που αναμιγνύει σοφά λόγια και αποφάγια από μισοδιαβασμένα βιβλία και ξεκοιλιασμένες ιδέες. Εκείνον που χαμογελάει πάνω από υπογραφές, απόψεις, επιπλήξεις και σωφρονισμούς. Μια ιδιότυπη φυλακή με πολλά φώτα υπό την επίβλεψή του. Εκεί κυριαρχεί το αλάθητο με άλλοθι την τέχνη. Μπροστά στο αλάθητο της τέχνης όλοι στέκουν αμήχανοι, άβουλοι, κομπλεξικοί, μήπως δεν γνωρίζουν αρκετά, ξένα χωράφια, ακόμη και τη διαστροφή κοινών εγκληματιών του χώρου τη βαφτίσαμε «ιδιαίτερος, απαιτητικός, τελειομανής». Πόση ηλιθιότητα επενδύθηκε στη μανία για το τέλειο. Πόση η απόσταση από το τεχνούργημα ως το κακούργημα.
Εκείνος ο σημαντικός άνθρωπος έχει στην κατοχή του κι άλλες λέξεις που χτίζουν κανόνες, υψώνουν τείχη, διαθέτει επινοήματα, τερτίπια, αυλικούς.
Πολιτιστικός μαιτρ και ταξιθέτης εναντίον της επιμελήτριας, μετά ήρθαν κι άλλοι, η αυλή γέμισε με κόλακες.
Έφτασε η ώρα, ο προβολέας φώτισε και εκείνος είπε αυτά:

«Μαζευτήκαμε εδώ να διδαχθούμε από έναν σπουδαίο δραματουργό τη θεατρική τέχνη, τον λόγο των ποιητών, το ήθος και το ύφος που πρέπει να διέπουν την καθημερινότητα μας.
Συμπολίτες, συνάδερφοι, η τέχνη συνοπτικά και σύννομα επιβραβεύει τις επιλογές μας. Συνταξιδιώτες της τέχνης καλώς ήρθατε. Ας συνυπάρξουμε συμπολίτες με συνειδησιακή σύγκλιση, μακριά από τις συμπληγάδες της πνευματικής πείνας. Ελάτε να συμφάγωμεν. Συνδαιτυμόνες, σύντροφοι, συνοδοιπόροι, συμπολεμιστές, ζητώ συστράτευση, συμπόρευση, σύμπνοια, σύμπραξη συμπολίτες μου, απαιτώ συγκατάβαση, συσκότιση, συγκάλυψη, σήμερα εγώ αύριο εσείς. Συνδιοργανωτές του συμποσίου, συνάνθρωποι, συμπάσχω και συνταράσσομαι από την ασχήμια. Η συνείδηση συνοδεύει, συγκυβερνά με το ήθος και τις υψηλές ιδέες.
Συνυπευθυνότητα, συνενοχή, συνεκμετάλλευση συνάδερφοι, απευθύνομαι σε σας ιδιαίτερα, συναλλαγή, συμφωνία, συμπαιγνία, συγκάλυψη, συστοιχίες συντεχνιών συστήθηκαν πάνω στα συν που μας ενώνουν! Συνάδερφοι προστατέψτε τη φωνή σας, μη μιλάτε άσκοπα».

   Είπε κι άλλα, κατασπάραζε τις λέξεις με τόση λαγνεία, τις γυρόφερνε μέσα στα σαγόνια, τα χείλη χτυπούσαν, τα δόντια μεταμορφωνόντουσαν σε κοφτερές σιδερένιες μπάρες. Άλεθαν λέξεις, πετούσαν φτύματα κομμένα γράμματα, υπέροχη στιγμή ενός διανοούμενου, άλαλο το κοινό έβλεπε εκείνη την ιδεοφαγία. Ταφική τελετή πρωτόγονης φυλής, προσκύνημα τεμαχισμένων λέξεων. Κουλουριασμένα φίδια αποκάλυπταν τα πουκάμισα τους.

«Η τέχνη καθαγιάζει σλαρπ, σλαρπ, συμμορφώνει, συνταιριάζει σλαρπ, συντελεί σλαρπ, συνουσιάζεται σλαρπ…»

    Σαν να κουβάλησε το δηλητηριώδες δείπνο του, παραλογισμούς και παραμιλητά από εμπύρετα όνειρα.
Μέσα από στο στόμα του εκτινάσσονταν αγκομαχητά, η προσπάθεια των σαγονιών να κατασπαράξουν το λόγο, υγρά έβρισκαν έξοδο μαζί με κατακρεουργημένους φθόγγους, ακατανόητους αλλά ποθητούς όλο και πιο άγρια, πιο δυνατά, υπήρχε εξέλιξη, κορύφωση πράξης. Τα χείλη των ακροατών γλειφόντουσαν, ιδρωμένα χουφτώματα, ερεθιστικός οργιώδης λόγος, οσμή από ρεύσεις και πίδακες, κυρίες και κύριοι, αυτό είναι Τέλος!
Σκούπισε το στόμα του, πήρε βαθιά ανάσα, χαλάρωσαν οι μύες και ελαττώθηκε η ροή του αίματος. Κάποιοι άναψαν τσιγάρο.
Χειροκρότησαν και μπήκαν να δουν την παράσταση.
Φύσηξε αέρας και καθάρισε.

Υ.Γ.

Τα τρία παιδιά τα έβλεπα τυχαία στην πόλη για καιρό, πουλούσαν λουλούδια και ζητούσαν τσιγάρα. Λίγα χρόνια αργότερα κουβαλούσαν τα δικά τους μωρά. Με χαιρετούσαν με γλυκιά ντροπή, ένα βιαστικό χαμόγελο και έσκυβαν πάνω από τα μωρά τους. Μεγάλωσαν…
Το άλλο παιδί δεν το ξαναείδα.
Εκείνο το βράδυ, θυμάμαι, ειπώθηκε μια ακόμη σπουδαία λέξη, η συνθηκολόγηση, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…

  Francisco de Goya – Ο Κρόνος καταβροχθίζει τον γιο του 1819-1823

 Francisco de Goya – Ο σκύλος 1819-1823

Μανιού Ειρήνη


Χειμώνας
Αποφάσισε να τα γράψει εκείνα του χειμώνα, εκείνου του ατελείωτου χειμώνα. Τα νέα της χειμερίας της νάρκης, θα τα γράψει. Για να μπορεί να θελήσει κι ένας σκαντζόχοιρος να ξεκουράσει τα αγκάθια του στις ίδιες αυλακώσεις της γραφής. Θα γράψει όσα συνέβησαν κι όσα δεν έγιναν ποτέ, εκείνον τον ανιαρό χειμώνα που όλο μάζευε σύννεφα και δεν έβρεχε ποτέ.
Παιδί φαινόταν και μεγάλη μαζί (ήταν παιδί, ήταν μεγάλη;), στημένη, κρυμμένη, σεβαστική. Χαμογελαστή με ένα χαμόγελο ακαμπύλωτο, γωνιώδες, με μια φωνή που δεν μίλαγε, σε ένα σώμα καημένο. Αμήχανο πλάσμα, μέσα σε φόρμες φαρδιές έκρυβε την αφελή ομορφιά της. Πάσχιζε να την κρύψει απ’ τα μάτια του, από την κοφτερή, ανελέητη ματιά του, που με τα πριονοδόντια της διαπερνούσε τον θώρακα για να βγει απ’ το σπλάχνο βουτηγμένη στα δάκρυα. Τον φοβόταν όπως φοβάται ο άνθρωπος τον Δημιουργό του. Τον ντρεπόταν σαν να είχε δαγκώσει το μήλο που δεν είδε ποτέ.
Γι’ αυτό (ίσως γι’ αυτό) άρχιζε να ζωγραφίζει το μήλο. Και σιγά σιγά κι άλλα φρούτα ζωγράφιζε και λουλούδια μικρά και μεγάλα, χαριτωμένα και άγρια ζώα, στολίδια του κήπου. Και μεγάλωνε ο κήπος με το μήλο και τα άλλα μήλα, μεγάλωνε προς τα μέσα, από την κόγχη και πίσω, σαν κατοπτρική αντανάκλαση κρεμαστών κήπων στον Ευφράτη.
Δεν άντεχε τον χειμώνα αλλά σιγά σιγά τον συνήθισε, την όψη του, το ψύχος του, το βάρος του, που τελικά έκανε μέτρο της. Αποφάσισε πως δεν κρυώνει. Έχτισε ένα δωμάτιο, ζεστό μέσα και κρύο απ’ έξω. Έβαλε τον κήπο της μέσα, τον κλείδωσε απ’ έξω καλά, με μπρούτζινο μάνταλο και συναγερμό δίχως συνδυασμό και στάθηκε μπροστά του, με άπειρο σεβασμό προς τον Κόσμο. Αποφάσισε πως πρέπει να περιμένει, πως ο χειμώνας θα τελείωνε ή θα τελείωνε αυτή για εκείνον.
Κι έτσι έμεινε ήσυχη, αδρανής, με μια σιωπή αιχμηρή σαν τα πέδιλα Κύκνου στον πάγο, σχεδιάζοντας ακανόνιστα κυκλικές χαρακιές μες στα λευκά όρια της πίστας του.

Francisco de Goya – Άτροπος 1819-1823

Σαραντέα Κική

Όνειρο έναρξης

Είναι αρκετός καιρός τώρα, σχεδόν μισός χρόνος, που ξυπνάω λίγο πριν χαράξει η μέρα. Σαν καλοκουρδισμένο ρολόι, τέσσερις και μισή ανοίγω τα μάτια. Το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι πως πρόλαβα ακόμα μια φορά το όνειρο έναρξης. Είναι η σκέψη που με ανακουφίζει. Ο γιατρός μου επιμένει ότι το όνειρο έναρξης είναι η λύτρωσή μου, Πρέπει να αφήσεις τον εαυτό σου ελεύθερο στο όνειρο, να σε παρασύρει την ώρα που κοιμάσαι, εμπιστέψου τον εαυτό σου, συνεχίζει, Μετά το όνειρο έναρξης θα έρθει το όνειρο λήξης, όλα θα πάνε καλά, επιμένει. Εγώ αντιστέκομαι, δεν θέλω, δεν μπορώ και γι’ αυτό ξυπνάω πριν ονειρευτώ.
Όχι ότι έχει και καμία σημασία τελικά. Σηκώνομαι από το κρεβάτι, ντύνομαι. Πάω στο μπάνιο και σπάω ένα χάπι στην μέση, το βάζω στο στόμα μαζί με ένα άλλο χάπι ολόκληρο, ανοίγω την βρύση, σκύβω γεμίζει η χούφτα μου νερό, πίνω, καταπίνω. Σηκώνω το κεφάλι και κοιτάζω τα πλακάκια. Καθρέφτης δεν υπάρχει, τον έχω αφαιρέσει, δεν θέλω να βλέπω τα μάτια μου. Δεν ξέρω πως είμαι, αν έχουν μακρύνει τα μαλλιά μου, αν είμαι ακόμα νέα ή έχω γεράσει. Αποφεύγω τους καθρέφτες, αποφεύγω την αντανάκλασή μου γενικά. Έχω έντονη την αίσθηση πως αν δω τον εαυτό μου απέναντί μου, θα αρχίσει το όνειρο έναρξης πριν δώσω εγώ εντολή.
Πάω στην κουζίνα και ανοίγω τον βραστήρα. Γεμίζω μια κούπα καυτό νερό και ρίχνω μέσα δύο γεμάτες κουταλιές καφέ. Τον πίνω ζεστό, σκέτο και δυνατό. Κάθομαι στον καναπέ και ανάβω τσιγάρο. Άλλο ένα και άλλο ένα. Καπνίζω πολύ. Επίτηδες, θέλω να θυμάμαι πόσο με μάλωνε η μικρή μου ανιψιά, Μυρίζεις τσιγαρίλα, θεία, έλεγε, καπνίζεις και θα πεθάνεις, εγώ δεν θέλω να πεθάνεις, πες μου πως δεν θα πεθάνεις. Όχι, δεν θα πεθάνω, μικρή μου, με πρόλαβες εσύ, έφυγες πρώτη. Κάθε πρωί την ακούω να με μαλώνει και εγώ ανάβω και άλλο ένα και μετά και άλλο, να με μαλώνει περισσότερο, να τιμωρηθώ, εγώ εδώ στον καναπέ, εκείνη θαμμένη στο Πρώτο Νεκροταφείο.
Ο γιατρός μου με συμβουλεύει να γράφω τις σκέψεις μου. Αντιστέκομαι και σε αυτό. Αρνούμαι. Νιώθω κάποια ηδονή και συνάμα κάποια γαλήνη έτσι πως είμαι χωμένη μέσα στον καπνό και στο παρελθόν. Δεν θέλω να δώσω τέλος, είναι το μόνο εύκολο, να ζήσω θέλω, πρέπει, ώστε κάθε μέρα να ζω με ανοιχτά μάτια το όνειρο έναρξης που αποφεύγω στον ύπνο. Και το ζω. Ξύπνια.
Στον δεύτερο καφέ έχει ήδη ξημερώσει και το τασάκι είναι γεμάτο αποτσίγαρα. Το κουδούνι στο απέναντι σχολείο χτυπάει, το ακούω, αρχίζει το μάθημα. Είναι το σινιάλο για να έρθει η ανιψιά μου και να καθίσει δίπλα μου στον καναπέ. Έρχεται πάντα με τα μαλλιά πιασμένα κοτσίδα και με το γαλάζιο της φόρεμα βαμμένο με αίμα. Κάθεται δίπλα μου άτσαλα, δεν μπορεί, όλα τα μέλη της είναι σπασμένα και στο κεφάλι της μια μεγάλη τρύπα. Το χαμόγελό της όμως ανέπαφο, αστραφτερό, χαρούμενο, χωρίς καμιά κακία, χωρίς να με μαλώνει. Μου λέει δυνατά, Δεν έπρεπε να με πάρεις αγκαλιά, μύριζες τσιγάρο και δεν μου αρέσει, το ξέρεις, έπρεπε να με βάλεις στο καρεκλάκι μου, πίσω στο κάθισμα, δεν έπρεπε να με έχεις αγκαλιά, μύριζες τσιγάρο. Κοιμόσουν, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, εξάλλου ήμασταν πολύ κοντά, ούτε δέκα λεπτά με το αυτοκίνητο, γαμώτο, δεν ήθελα να σε ξυπνήσω, της απαντώ, Έπρεπε να με βάλεις στο καρεκλάκι μου, μύριζες τσιγάρο, λέει και κάνει την θυμωμένη ναζιάρικα. Πάω να την αγκαλιάσω και εξαφανίζεται. Κάθε μέρα στον καναπέ ο ίδιος διάλογος και μετά εξαφανίζεται. Το χέρι μου μένει μετέωρο, αγκαλιάζει το κενό. Μετά ανάβω πάλι τσιγάρο μήπως εμφανιστεί ξανά να με μαλώσει. Δεν έρχεται. Δεν κάθεται δίπλα μου.
Σηκώνομαι και αρχίζω να την ψάχνω στο σπίτι, έτσι νομίζω πως κάνω αλλά δεν σηκώνομαι όχι, εκεί καθισμένη στον καναπέ την ψάχνω. Και τότε αρχίζει το όνειρο έναρξης. Μέσα στο αυτοκίνητο, βράδυ, εγώ συνοδηγός, η μικρή μου ανιψιά κοιμάται στα χέρια μου, ο αδερφός μου οδηγεί, σε πέντε λεπτά φτάνουμε σπίτι. Απέναντί μας δυνατά φώτα μας τυφλώνουν, αισθάνομαι ότι κάτι κακό θα συμβεί, τη σφίγγω στην αγκαλιά μου, σε δευτερόλεπτα, πριν προλάβω να φωνάξω, τζάμια πετάγονται στο πρόσωπό μου, το στόμα μου γεμίζει αίμα και η αγκαλιά μου αδειάζει. Μυρίζω καμένο λάστιχο και ακούω φωνές. Κάποιος τραβάει το χέρι μου, πονάω. Ανοίγω τα μάτια βλέπω τα αστέρια στον ουρανό που λάμπουν. Βλέπω την ανιψιά μου να πετάει. Πού πας; της λέω χαμογελώντας, Πουθενά, μου απαντάει, εδώ είμαι, κοίτα. Κοιτάζω, είναι παραπέρα, καταμεσής στην άσφαλτο, ξαπλωμένη σε μια αστεία στάση, το γαλάζιο της φόρεμα βρωμισμένο από αίμα, Λερώθηκες, την μαλώνω, ξύπνησες και λερώθηκες.
Το κουδούνι του σχολείου χτυπά για το πρώτο διάλειμμα. Βάζω το όνειρο έναρξης σε παύση. Σηκώνομαι, φτιάχνω ακόμα ένα καφέ και αδειάζω το τασάκι. Πάω στο μπάνιο, βάζω στο στόμα μου το άλλο μισό χάπι και άλλο ένα ολόκληρο, ανοίγω τη βρύση, γεμίζω τη χούφτα μου νερό, πίνω, καταπίνω. Γυρίζω στον καναπέ, κάθομαι, ανάβω τσιγάρο. Δίνω εντολή, το όνειρο έναρξης αρχίζει ξανά, ίδιο και απαράλλαχτο. Χαίρομαι, απολαμβάνω την σταύρωσή μου, χαμογελώ και καπνίζω.
Ο γιατρός μου με συμβουλεύει να τρώω. Τρώω. Προσέχω τον εαυτό μου, θέλω να ζήσω πολλά χρόνια αρκεί να ονειρεύομαι ξύπνια το όνειρο έναρξης. Ο γιατρός μου λέει ότι πρέπει να το ονειρευτώ και κοιμισμένη. Τότε, λέει, θα έρθει και ένα άλλο όνειρο, το όνειρο λήξης. Τότε θα ησυχάσεις, θα συνέλθεις, θα γίνεις καλά. Μα, γιατρέ μου, καλά είμαι, απαντώ, είμαι πάρα πολύ καλά, όνειρο λήξης δεν θέλω, μόνο μην ξεμείνω από τσιγάρα ανησυχώ.