Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Νοέμβριο του 2021 στο Culture Book»

Συνεχίζουμε και στον μήνα Νοέμβριο 2021 τη δημοσίευση 7+1 διηγημάτων με ποικίλη θεματική, έκταση και τεχνοτροπία από πεζογράφους που έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονολογικά παρουσία στο πεδίο της αφήγησης. Στόχος μας παραμένει να αποτυπώνεται όλη η ποικιλομορφία της πεζογραφικής μας έκφρασης, όλες οι γενιές, κάθε δημιουργός που αφήνει με το προσωπικό του ύφος μία πολύτιμη ψηφίδα στο παλίμψηστο της ελληνικής λογοτεχνίας. Συνεχίζουμε λοιπόν με διηγήματα, μεγαλύτερα ή μικρότερα, μεγαλύτερων σε ηλικία συγγραφέων και νεωτέρων, με συχνότερη -ή και όχι- εκδοτική παρουσία διαμορφώνοντας το ιδιαίτερο, δικό μας, διηγηματικό Δίκτυο. Συμμετέχουν αλφαβητικά οι: John Emmans, Βικτωρία Ανθοπούλου, Ορέστης Κατσούλης, Μιχάλης Κοβανίδης, Κλειώ Λιάβα, Κωνσταντίνος V. Νικολόπουλος, Μαίρη Γ. Πράσατζη,  Αναστασία Υφαντίδου. Καλή ανάγνωση!

Άννα Αφεντουλίδου

John Emmans

ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

– Βρικόλακες!
– Παλάβωσες, καλέ μου φίλε; Τι έπαθες και φωνάζεις σαν τρελός;
– Να, κοίτα εκεί, τα αρπακτικά είναι έτοιμα να επιτεθούν, δίχως οίκτο…
– Πάψε, ανόητε. Αυτοί που δείχνεις είναι ο μανάβης και ο φούρναρης.
– Ναι, μα τώρα πια έχουν μεταμορφωθεί σε πλάσματα της νύχτας, κακότροπα όντα, πλημμυρισμένα με κακία και μίσος. Δεν νοιάζονται για κανέναν άλλον παρά μόνο για τον εαυτό τους. Ποθούν να μπήξουν τους κοφτερούς κυνόδοντές τους στον λαιμό των θυμάτων τους και να ρουφήξουν μέχρι και την τελευταία ικμάδα ζωής.
– Τώρα κατάλαβα. Μιλάς αλληγορικά, περιγράφεις την σημερινή κατάσταση της κοινωνικής εξαθλίωσης, της ανθρωποφαγίας, την ηδονική ευχαρίστηση που νιώθουν οι άνθρωποι με τη δυστυχία του άλλου.
– Βρικόλακες! Φοβούνται το φως και μισούν όσους μπορούν και το χαίρονται, δίχως να θανατώνονται, απολαμβάνοντας τις αναζωογονητικές θωπείες του ηλίου. Γιατί; Γιατί να υπάρχει τόση κακία σε τούτον τον αφιλόξενο πλανήτη;
– Έλα τώρα, καημένε, τι σε έπιασε και μιλάς έτσι; Μπας και είσαι πιωμένος;
– Ναι, πιωμένος είμαι, πρόδωσα κι εγώ τα ιδανικά μου, τις άξιες που μου δίδαξαν οι γονείς μου, για να συμμετέχω στον συρφετό του σκότους πίνοντας, χωρίς τη θέλησή μου, αθώο αίμα για να κερδίσω μια ριμάδα θέση σε αυτή την διεστραμμένη κοινωνία, που μας θέλει όλους εγωιστές και υπερόπτες. Να καταναλώνουμε χωρίς φειδώ και να μένουμε αμόρφωτοι μορφωμένοι, με κάλπικα πτυχία, χωρίς παιδεία, να περιφερόμαστε ανάμεσα στους ζωντανούς και να μισούμε όσους χαίρονται, όσους μπορούν ακόμη και αγαπούν…
– Αγάπη! Που θυμήθηκες αυτή την παρωχημένη έννοια, πανάθεμά σε; Τώρα πια δεν υπάρχει αυτή η κόκκινη λέξη, τη θέση της έχει πάρει το «συμφέρον» και το «κέρδος» Κάπως έτσι πορεύεται η ανθρωπότητα, με μεγάλα λόγια και μικρές πράξεις. Θαρρείς και τα δίποδα όντα θέλουν να κοροϊδέψουν τον ίδιο τους τον εαυτό, να τον κάνουν να πιστέψει το ψέμα, που περίτεχνα υφαίνουν γύρω τους, για να προστατευτούν από την άβολη και εχθρική αλήθεια. Ποιος αντέχει να δει κατάματα το πρόσωπό του στον καθρέφτη;
– Τόση ασχήμια και δυστυχία… Πνίγομαι μέσα σε αυτή την άθλια παράσταση που αναγκάζομαι να δίνω κάθε μέρα πλάι σε εμετικούς κομπάρσους, που προσπαθούν με λύσσα να γίνουν πρωταγωνιστές, για να εξασφαλίσω τα προς το ζην. Κατάντησα δειλός υποκριτής, κνώδαλο.
– Έλα, πάψε, μη μιλάς τόσο άσχημα για τον εαυτό σου. Έχεις οικογένεια, είναι λογικό να κάνεις υποχωρήσεις.
– Λογικό; Υποχωρήσεις; Να με πάρει ο διάολος, τι έχετε πάθει όλοι σας; Κάνατε το παράλογο λογικό, το ανήθικο ηθικό, ισοπεδώσατε ό,τι δεν ταίριαζε με την ιδιοσυγκρασία σας δηλητηριάζοντας τα παιδιά με μίσος και κακία. Βλέπετε το άδικο και γυρίζετε το κεφάλι από την άλλη πλευρά για να διώξετε τις τύψεις και τις ενοχές.
– Για μάζεψε το στόμα σου, καημένε, θαρρώ πως είπες πολλά. Και του λόγου σου δεν είσαι καλύτερος όπως παραδέχτηκες.
– Ναι, σωστά μιλάς, μα εγώ το ξέρω, το παραδέχομαι και το φωνάζω πως κατάντησα βρικόλακας, για να μπορώ να χορεύω, καθοδηγούμενος από τα χαλινάρια των αφεντάδων, στον συρφετό του παραλόγου.
– Για εμένα τούτα τα υπονοούμενα; Μίλα καθαρά, θεωρείς κι εμένα βρικόλακα;
– Ω, δεν ξέρω. Εσύ πες μου, τι είναι αυτός που ποθεί τη γυναίκα του φίλου του, που πλαγιάζει μαζί της; Πως ονομάζεται αυτός που συκοφαντεί άδικα τον συνάδελφό του στον προϊστάμενο; Αυτός που φθονεί την ευτυχία του γείτονά του; Αυτός που γκρεμίζει ένα σπιτικό, κάνοντας την ερωμένη του, τη γυναίκα του φίλου του, να ξεστομίζει στον άντρα της λέξεις όπως… διαζύγιο!
– Ώστε στο είπε; Κοίτα, εγώ…
– Εσύ, εκείνη… το ίδιο είστε. Καταραμένες ψυχές, έρμαια του σαγηνευτικού εγώ, θύματα της υλιστικής αποχαύνωσης, αρπακτικά, έτοιμα να δαγκώσουν την ευτυχία ενός πλανεμένου ανθρώπου και να πιουν λαίμαργα το αίμα του για να τον βγάλουν από τη μέση.
– Δεν το θέλαμε. Έγινε εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα.
– Και; Θαρρείς πως αυτό κάνει τον πόνο λιγότερο οδυνηρό; Πως τολμάς και στέκεσαι ενώπιων μου με αυτή την θριαμβευτική έκφραση του νικητή; Δε νιώθεις τύψεις που πετάς στα σκουπίδια την φιλία μας;
– Η ζωή είναι μια αέναη φάρσα, ένα σαδιστικό παιχνίδι που κερδίζει πάντα ο πιο δυνατός. Σου το είπα πολλές φορές, όμως εσύ ήθελες να ζεις στα σύννεφα, χαμένος στο «κι έζησαν αυτοί καλά», μόνο που στο «κι εμείς καλυτέρα» δεν έχεις συμπεριληφθεί κι εσύ.
– Βλέπω στα κόκκινα μάτια σου την υπεροχή, στους σουβλερούς κυνόδοντές σου την αποφασιστικότητα. Εμπρός τι περιμένεις, σκότωσέ με, γρήγορα κι έπειτα χάσου μέσα στο σκοτάδι.
– Λυπάμαι, εγώ κι εκείνη είμαστε…
– Ναι, ξέρω, βρικόλακες…

Johannes Vermeer (1632-1675), Self Portrait

Βικτωρία Ανθοπούλου

Κόκκοι σκόνης στο φως 

Ο ήλιος, έπεφτε πάνω στα δάκτυλα της που ακινητοποιημένα ακουμπούσαν στο πληκτρολόγιο του παλιού υπολογιστή, πολύ ώρα. Προσπαθούσε να βάλει τις σκέψεις της σε μια σειρά όμως το βλέμμα της παγιδεύτηκε στην εικόνα και ο νους ξεχύθηκε να τρέχει πάλι αδάμαστος, ερήμην της.

Οι κόκκοι της σκόνης, χόρευαν στο φως και εκείνη, υπνωτισμένη σχεδόν, παρακολουθούσε τον τρόπο που αργά αιωρούνταν στο κενό και μετά χάνονταν στην σκληρή επιφάνεια ακουμπώντας επάνω της.

Ξαφνικά είχε την αίσθηση ότι και η ίδια, αιωρείται μαζί τους. Ότι στροβιλίζεται σ΄ ένα χορό χωρίς μουσική. Σαν ένας «άνθρωπος στο διάστημα» είπε στο ψυχολόγο της με ανυπαρξία βάρους και μοναξιά . Είναι βδομάδες τώρα που της ξέφυγε η έκφραση σε μια προσπάθεια να περιγράψει πως νιώθει στις επίμονες ερωτήσεις του .Τι παράξενο σκέφτηκε, με αντίθετο ακριβώς ρυθμό χόρευαν οι σκέψεις μέσα στο κεφάλι της μήνες τώρα. Είχε πια κουραστεί από την συχνή εναλλαγή τους και την ταχύτητα που την βούλιαζαν σε μια θάλασσα ταραγμένη .

Και τώρα αυτή η παγωμένη στο χρόνο στιγμή συν περιείχε μέσα της όλη της την ύπαρξη, τον τρόπο που ζούσε, τον τρόπο που ένιωθε . Μια παγωμένη στο χρόνο στιγμή, που οι κόκκοι της σκόνης αιωρούνται στο φως , έφτασε για να καταλάβει πως « χάνονται» όταν ακουμπήσουν σε μια σκληρή χωρίς συναίσθημα επιφάνεια. Εξαφανίζονται αθόρυβα χωρίς κανείς να προσέξει πως σβήνουν, χωρίς κανείς να νοιαστεί για το τέλος τους.

Η Αθηνά, ακολουθούσε τους κόκκους με το βλέμμα της για ώρα, προσπαθώντας να ελέγξει ακόμη και την ένταση της αναπνοής της, μη και τρομάξει το στροβίλισμα, μη και κατά λάθος μετακινηθεί και το βλέμμα της χάσει αυτή την μαγική ομορφιά που το παιχνίδι του ηλίου της αποκάλυψε σε μια στιγμή που ήταν μόνο δική της .

Κούνησε τα δάκτυλα της μουδιασμένα, και άρχισε να χτυπά τα πλήκτρα στον υπολογιστή αργά στην αρχή , γρηγορότερα στην πορεία, μη γνωρίζοντας ακριβώς πως σχηματίζοντας οι λέξεις στη λευκή σελίδα του word που έστεκε μπρος της ανυπόμονη να γεμίσει με μικρά μαύρα στίγματα τις άσπρες γραμμές του.

Οι λέξεις τώρα χόρευαν μόνες τους, πιάνοντας την Αθηνά από το χέρι , οδηγώντας την μακριά από εκείνη τη σκληρή χωρίς συναίσθημα επιφάνεια που έχασκε κάτω από το ανοικτό παράθυρο που ήταν το γραφείο με τον παλιό υπολογιστή.

Οι λέξεις και οι κόκκοι της σκόνης την οδήγησαν και σήμερα στα ρηχά, σε εκείνη την ταραγμένη θάλασσα που πάφλαζε απειλητικά στο μυαλό της.

 Johannes Vermeer (1632-1675),Girl reading a letter by an open window

Johannes Vermeer (1632-1675), Girl with a Pearl Earring

Ορέστης Κατσούλης

Ο Οδυσσέας Γούναρης ΙΙ

Τα θλιμμένα μάτια της. Μέσα στο ποτήρι με το κρασί. Βλέπει τα θλιμμένα μάτια της μέσα στο ποτήρι με το κρασί. Ανοιγοκλείνουν. Το κρασί χαμογελάει. Το παγάκι λιώνει.

Ο Οδυσσέας Γούναρης πίνει την τελευταία γουλιά από το κρασί του. Αφήνει το ποτήρι στον πάγκο. Κοιτάει στον πάτο του ποτηριού. Ψάχνει το θλιμμένο βλέμμα της. Δεν το βρίσκει.

~

Ξυπνάει στη στάση στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου. Είναι μεσημέρι. Η άσφαλτος καίει. Το σκίαστρο πάνω από την στάση δημιουργεί το μοναδικό καταφύγιο από τον ήλιο. Ο Οδυσσέας Γούναρης ψάχνει τα γυαλιά του. Δεν τα βρίσκει. Προσπαθεί με όλη του την αγουροξυπνημένη δύναμη να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά κόντρα στο εκτυφλωτικό φως. Το λεωφορείο έρχεται σε έξι λεπτά. Η στάση γράφει «Παράδεισος». Είναι ο παράδεισος στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου. This side of paradise. Η στάση του Φιτζέραλντ. Ο Παράδεισος στην κάθοδο. Η κάθοδος στον παράδεισο. Συνήθως η κάθοδος συνοδεύεται από μία κόλαση. Από έναν Άδη. Έτσι πιστεύει ο Οδυσσέας Γούναρης. Απ’ την άλλη πιστεύει ότι η κόλαση ενός ανθρώπου είναι ο παράδεισος του άλλου. Κι έτσι η κάθοδος γίνεται ξαφνικά άνοδος, και η άνοδος κάθοδος. Η κάθοδος στον παράδεισο.

Ανεβαίνει στο λεωφορείο. Οι πόρτες σφραγίζουν πίσω του. Ξεκινάει η κάθοδος. Κοιτάζει τις άδειες θέσεις. Ο Οδυσσέας Γούναρης. Κοιτάζει τις άδειες θέσεις ο Οδυσσέας Γούναρης. Κοιτάζει τις άδειες θέσεις του άδειου λεωφορείου, που είναι σαν μία άδεια ψυχή, και δεν ξέρει πού να κάτσει. Δεν ξέρει σε ποια θέση να κάτσει. Ποτέ του δεν ήξερε σε ποια θέση να κάτσει. Του φαίνεται πως, αν καθίσει σε μία από τις θέσεις που κοιτάνε προς τα μπρος, θα ήταν καταδικασμένος να περάσει ολόκληρη την διαδρομή με τη ματιά του καρφωμένη ευθεία, να προσπαθεί με το βλέμμα του να φτάσει όσο πιο μακριά μπορεί και συνεπώς να χάνει όλα αυτά που είναι ακριβώς μπροστά του. Αν από την άλλη καθίσει σε μία από τις θέσεις που κοιτάνε προς τα πίσω, θα ήταν εξίσου καταδικασμένος να σπαταλήσει ολόκληρη την διαδρομή με τη ματιά του καρφωμένη προς τα πίσω, σε όλα αυτά που έχουν περάσει, σε όλα αυτά που δεν θα γυρίσουν ποτέ πίσω, θα μπορούσε να ζει το παρόν του μόνο μέσα από το παρελθόν του. Αποφασίζει να παραμείνει όρθιος. Κλείνει τα μάτια μέσα στο λεωφορείο.

Όταν ξανανοίγει τα μάτια του είναι μέσα σε ένα τρόλεϊ. Το τρόλεϊ ακολουθεί πιστά τα σύρματα του, όπως ένας άνθρωπος ακολουθεί μια προδιαγεγραμμένη πορεία στη ζωή του χωρίς να το γνωρίζει. Το τρόλεϊ κάνει στάση στην Ομόνοια. Πλατεία Ομονοίας. Πλατεία γεμάτη ζωή. Πλατεία γεμάτη νεκρούς. Πλατεία ζωντανών νεκρών. Ο Μέγας Αλέξανδρος λέει ένα ανέκδοτο στο Μπάγκειο. Το Μπάγκειο γελάει. Νερό αναβλύζει από το σιντριβάνι. Όταν αδειάσει το σιντριβάνι της Ομόνοιας ο κόσμος θα σταματήσει. Θα μείνει μόνο ο Μέγας Αλέξανδρος και το Μπάγκειο να λένε ανέκδοτα το ένα στο άλλο. Ένας ηλικιωμένος άντρας ανεβαίνει στο τρόλεϊ. Γκριζομάλλης. Γύρω στα 65. Κάθεται στην τελευταία θέση. Ρουφάει το φλέμα απ’ τη μύτη του και το λαρύγγι του και το φτύνει επιδεικτικά κάτω. Το τρόλεϊ φτάνει στο Σύνταγμα. Ο ηλικιωμένος άντρας σηκώνεται.

«Άντε ρε μαλάκα θα μας ανοίξεις να κατέβουμε; Άντε γαμήσου απογευματιάτικο!»

Ο ηλικιωμένος άντρας κατεβαίνει από το τρόλεϊ. Ο Οδυσσέας Γούναρης ακολουθεί από πίσω του.

«Καλά δεν του είπα ψηλέ;» Ρωτάει ο ηλικιωμένος άντρας με μία βραχνιασμένη φωνή. Ο Οδυσσέας Γούναρης γνέφει αδιάφορα. «Άσε είμαι και κουρασμένος τώρα.» Συνεχίζει ο ηλικιωμένος άντρας. «Είχα πάει Ομόνοια τώρα να γαμήσω. Δεκαπέντε μέρες ολόκληρες είχα να γαμήσω! Άλλος άνθρωπος νιώθω!» Ο Οδυσσέας Γούναρης ακούει σιωπηλός. Περπατάει βιαστικά μπροστά από τις προτομές του Ευριπίδη, του Σοφοκλή και του Αισχύλου. Βλέπει τις προτομές να ραγίζουν και να θρυμματίζονται στο πάτωμα. Μπαίνει μέσα στο Ζάππειο και χάνεται. Στα αυτιά του ακούει το σιντριβάνι της Ομόνοιας να στερεύει.

~

Βουτάει μέσα στο σιντριβάνι της Ομόνοιας. Ο Οδυσσέας Γούναρης. Βυθίζεται μέσα στο νερό. Ακούει την πλατεία. Τους θορύβους. Τις φωνές των περαστικών. Πνιγμένες μέσα στο νερό. Καταδύεται ακόμα πιο βαθειά. Οι απομακρυσμένοι ήχοι ίσα που φτάνουν στα αυτιά του. Οι κόρνες των αυτοκινήτων. Τα σφυρίγματα των λεωφορείων. Φτάνει στον πάτο του σιντριβανιού. Σκοτάδι. Βλέπει μόνο ένα βιβλιοπωλείο. Μπαίνει μέσα. Προχωράει μέχρι το ταμείο. Το νερό φτάνει μέχρι τα γόνατα του. Δίνει το βιβλίο στην κοπέλα στο ταμείο. Σεροτονίνη, Μισέλ Ουελμπέκ. «Ελπίζω αυτό το βιβλίο να σε βοηθήσει να ανεβάσεις την σεροτονίνη σου», του λέει καθώς του επιστρέφει το βιβλίο στα χέρια. Του χαμογελάει. Με θλιμμένα μάτια. Η στάθμη του νερού ανεβαίνει. Φτάνει στον αφαλό του. Ακούει ένα μακρινό σφύριγμα. Κι ύστερα ένα ουρλιαχτό. Ο συρμός πλησιάζει. Το νερό συνεχίζει να ανεβαίνει. Φτάνει στον λαιμό του. Σηκώνει το χέρι με το βιβλίο για να το σώσει από το νερό. Ο συρμός πλησιάζει απειλητικά. Τον ακούει μέσα στο κεφάλι του. Ουρλιάζει μανιακά. Ο Οδυσσέας Γούναρης ανατριχιάζει από το ουρλιαχτό. Ανατριχίλα ευχαρίστησης. Ανατριχίλα κάθαρσης. Το νερό τον καταπίνει ολόκληρο. Το μουσκεμένο βιβλίο φεύγει από το χέρι του και αναδύεται μέχρι την επιφάνεια του σιντριβανιού. Επόμενη στάση Πανεπιστήμιο.

~

Τη νύχτα τα αστικά λεωφορεία είναι μία μαύρη τρύπα. Χάνεσαι μέσα τους. Οι αποστάσεις μικραίνουν και μεγαλώνουν ανάλογα με τις σκέψεις. Μέσα στην μαύρη τρύπα, η απόσταση Στάδιο – Μαβίλη μπορεί να διαρκέσει από εφτά λεπτά μέχρι εφτά ζωές. Γι’ αυτό οι γάτες δεν μπαίνουν ποτέ σε λεωφορεία τη νύχτα. Προτιμούν να περπατήσουν, όσο μακρινή κι αν είναι η απόσταση. Οι πιο τολμηρές γάτες, εκείνες οι λίγες που τολμούν να ανεβούν σε λεωφορείο τη νύχτα, μεταμορφώνονται σε ανθρώπους, καταδικασμένοι να ζήσουν και τις εφτά ζωές τους μέσα στην μαύρη τρύπα των αστικών λεωφορείων, μετρώντας βαριεστημένα τις στάσεις ως το τέλος της γατίσιας μα ανθρωπόμορφης διαδρομής τους.

«Ανοίγετε και πίσω να κατέβω;!»

Ωραία, στρογγυλή φωνή. Με χαρακτήρα. Θα μπορούσε να είναι η φωνή μιας ηθοποιού. Ταιριάζει τέλεια με το φόρεμα της. Μαύρο φόρεμα με σχέδια λουλουδιών. Ροζ λουλουδιών. Σχεδόν μπορεί να μυρίσει τα άνθη τους. Είναι μία από αυτές. Αυτές τις περαστικές. Εκείνες του Ουράνη. Εκείνες που ώσπου να καταφέρει το μάτι σου να εστιάσει πάνω τους έχουν ήδη χαθεί. Εκείνες που ανεβαίνουν στην Ομόνοια και κατεβαίνουν στο Σύνταγμα. Εκείνες που σε κάνουν κάθε φορά που περνάς από την Ομόνοια ή το Σύνταγμα να τις σκέφτεσαι, κι ας μην ξέρεις το όνομα τους. Κι ας έχουν περάσει χρόνια από εκείνο το απόγευμα που τις είδες. Θυμάσαι όμως το φόρεμα, πάντα το φόρεμα, με τα ροζ λουλούδια, θυμάσαι το σκουλαρίκι που είχε στη μύτη, την βαριεστιμάρα της όταν χτυπούσε το εισιτήριο, το χρώμα του δέρματος της κάτω από το άσπρο φως του λεωφορείου, το βιβλίο που κράταγε, και την σελίδα που ήταν τσακισμένο, τη χροιά της φωνής της όταν απάντησε ντροπαλά το τηλέφωνο, τη μυρωδιά του τσιγάρου που εισέβαλλε στο λεωφορείο μόλις ανέβηκε, το ρυθμικό παίξιμο των δαχτύλων της πάνω στο γόνατο της. Όλα αυτά τα θυμάσαι κάθε φορά που περνάς από την Ομόνοια ή το Σύνταγμα. Θυμάσαι το φόρεμα. Πάντα το φόρεμα.

~

Δεν μπορεί να θυμηθεί πως ήταν σαν παιδί. Δεν υπήρξε ποτέ παιδί ο Οδυσσέας Γούναρης. Γεννήθηκε ενήλικας ο Οδυσσέας Γούναρης. Όχι σωματικά. Πνευματικά κυρίως. Σαν να γεννήθηκε σάπιος. Παραωριμασμένος. Ένα παραωριμασμένο φρούτο που δεν γνώρισε την ξεγνοιασιά που νιώθουν τα άγουρα φρούτα στην αρχή της ζωής τους, ένα παραωριμασμένο φρούτο που ένιωθε όμως να γίνεται όλο και πιο άγουρο μέρα με την μέρα, την ίδια στιγμή που όλοι γύρω του έμοιαζαν να ωριμάζουν και να σαπίζουν ολοένα και περισσότερο. Ο Οδυσσέας Γούναρης είναι ο πνευματικός Μπέντζαμιν Μπάτον. Ο Οδυσσέας Γούναρης είναι ο Μπέντζαμιν Μπάτον των φρούτων. Ίσως γι’ αυτό να κάθεται τόσο συχνά στη στάση του Φιτζέραλντ.

Καμία δουλειά δεν είναι αμαρτία. Και καμία αμαρτία δεν είναι δουλειά. Ο Οδυσσέας Γούναρης ζει σε έναν κόσμο όπου καμία αμαρτία δεν είναι δουλειά. Ο Οδυσσέας Γούναρης θα ήθελε να ζει σε έναν κόσμο όπου η δουλειά είναι αμαρτία, και όπου όλες οι αμαρτίες είναι δουλειές. Έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα επέλεγαν σε ποια αμαρτία θα ήθελαν να αφιερώσουν την ζωή τους.

Περνάει μπροστά από το Στάδιο. Κοντοστέκεται μερικά δευτερόλεπτα και το κοιτάζει. Κοιτάζει συχνά το Στάδιο ο Οδυσσέας Γούναρης. Μερικές φορές προσπαθεί να μετρήσει όλα τα σκαλιά του. Κουράζεται γρήγορα όμως γιατί τα σκαλιά αρχίζουν να κουνιούνται και να του μιλάνε και να του λένε ιστορίες κι έτσι εκείνος χάνει το μέτρημα και στεναχωριέται. Ακούει όμως τις ιστορίες που του λένε τα σκαλιά και παρηγορείται. Παίρνει μία Άλφα από το διπλανό περίπτερο και κάθεται στην στάση. Το λεωφορείο περνάει σε 25 λεπτά. Μία κοντή γυναίκα με μεγάλα μάτια στέκεται όρθια κάτω από το σκίαστρο. Κάτω από τη μάσκα της η γυναίκα σιγοτραγουδάει μία μελωδία. Η πόλη υπνωτίζεται από την μελωδία της κοντής γυναίκας με τα μεγάλα μάτια, οι άνθρωποι, τα αυτοκίνητα και τα λεωφορεία δείχνουν ζαλισμένα, όλα κινούνται πιο αργά κι όμως ταυτόχρονα ο χρόνος περνάει πιο γρήγορα, το λεωφορείο ξαφνικά τώρα έρχεται σε δύο λεπτά και ο Οδυσσέας Γούναρης είναι ο μόνος άνθρωπος που έχει μείνει ξύπνιος κατά τη διάρκεια της μελωδίας, ο μόνος μάρτυρας αυτής της διαστρέβλωσης του χρόνου. Το λεωφορείο φτάνει στη στάση. Η κοντή γυναίκα με τα μεγάλα μάτια σταματάει το τραγούδι της. Η πόλη ξυπνάει. Ο Οδυσσέας Γούναρης επιστρέφει στον ύπνο του. 

Johannes Vermeer (1632-1675), The Wine Glass 

Μιχάλης Κοβανίδης

Κεράσι παραμύθι 

Ο Κύριλλος, ο ψυχαναλυτής μου, είχε για μένα μια έκπληξη…
Είχα πάει απόγευμα στις επτά στο ραντεβού που είχαμε, μπήκα στο ιατρείο –τα απογεύματα έλειπε η γραμματέας του- και βρήκα τον Κύριλλο με μάτια κόκκινα και το μπουκάλι με το ουίσκι άδειο δίπλα του, κοίταζε επίμονα τον καναπέ και απέφευγε να κοιτάξει εμένα!
Ξαφνικά έβγαλε έναν λυγμό, έπιασε το κεφάλι του, σωριάστηκε στον καναπέ και άρχισε να φωνάζει.
«Δεν αντέχω άλλο!… θα το φωνάξω δε με νοιάζει, τι ωραία βυζιά ωραία βυζιά βυζιά!» Τα έχασα, έκλεισα τα παράθυρα!
«Μην τα κλείνεις να ακούσει το Κολωνάκι τον έρωτα μου, την ντροπή μου για μια ασθενή μου και να μου πάρουν το δίπλωμα!»
Σπαραγμός! Σαν την Κατερίνα Χέλμη στα «κόκκινα φανάρια!»
«Ποιανής βυζιά σου αρέσουν Κύριλλε της γραμματέας σου, να της το πεις δεν είναι ντροπή». Δεν κατάλαβα για ποια μιλούσε.
«Ηλίθια είσαι;… δεν καταλαβαίνεις τόσες φορές που σου πιάνω τον κώλο!»
Δεν ήταν η ιδέα μου τελικά, με χούφτωνε όταν με βοηθούσε να βγάλω το πανωφόρι μου.
«Κύριλλε πολύ ελαφροχέρης είσαι, δεν το κατάλαβα!.. για πορτοφολάς θα ήσουν καλός, με ειδίκευση στην κωλότσεπη!»
«Σταμάτα δεν θέλω ν` ακούω τη φωνή σου! Σε βλέπω ξαπλωμένη στον καναπέ μου χαλαρή, με νάζι, αφήνεσαι, αγκαλιάζεις το μαξιλάρι και μιλάς, μιλάς!.. Σαν να ποζάρεις στο φακό χαϊδεύεσαι, μου λες τις απόκρυφες σκέψεις σου και εγώ σε στοχεύω, σε παρακολουθώ σαν να βγάζω το περισκόπιο μου και σε βλέπω στα κλεφτά πίσω από τις σημειώσεις μου!»
Χειμαρρώδης ο γιατρός.
«Θέλω να σ` αρπάξω μα βλέπω το δίπλωμα στον τοίχο θέλω να ξεκαρφώσω το δίπλωμα και να καρφώσω εσένα!»
Ξύπνησε η ενέργεια του Σλάβικου ονόματος του, ζήτω τα Βαλκάνια σκέφτηκα.
«Ούτε στ` όνειρό μου δε μ` αφήνεις να γλυτώσω, τρέχω σε λιβάδι με παπαρούνες και μαζεύω με λαχτάρα, αλλά αντί για παπαρούνες τα χέρια μου γεμίζουν ολόφρεσκα κεράσια σαν λαχταριστές γυναικείες ρώγες και μόλις πάω να τις γευτώ ξυπνάω με τη μορφή σου και μου λες, «δεν κάνει γιατρέ θα σε μαλώσω, δεν τρώνε οι γιατροί κεράσια!»
«Τι δουλειά έχεις στα όνειρα μου!» συνέχισε έξαλλος. «ΘΕΛΩ ΤΑ ΚΕΡΑΣΙΑ ΜΟΥ!»
«Να σε ρωτήσω κάτι Κύριλλε, έτσι ως ασθενής σε γιατρό… Πόσο καιρό έχεις να γαμήσεις;»
«Κοίταξε και θα καταλάβεις!» ούρλιαξε και κατέβασε το παντελόνι του! Τ` έχασα η ασθενής! Γούρλωσα τα μάτια και του είπα, «πολύ χαριτωμένο, το υπόλοιπο πού είναι;»
Είπα να σπάσω την αμηχανία! Δεν ήταν καλή ιδέα! Βγήκε από το ιατρείο έξαλλος!
Ολαλά ολαλά φώναζε η Γαλλίδα συνταξιούχος από το διπλανό διαμέρισμα που συνήθως κόβει βόλτες στο διάδρομο! Του φώναξα «κουμπώσου θα κρυώσετε!» Έμεινα μόνη στο ιατρείο και περίμενα μήπως επιστρέψει να συζητήσουμε ψύχραιμα, τι να έκανα! Ένα δίωρο αργότερα έφυγα, εκείνος δεν φάνηκε.
Μετά δυο μέρες πήγα στο ραντεβού σαν να μην έγινε τίποτα η αναίσθητη, απλώς ήμουν πιο προσεχτική στον καναπέ και φόρεσα ζιβάγκο! Μόλις μπήκα έλεγξα αν ήταν το πτυχίο στη θέση του, λίγο στραβά ήταν η κορνίζα σαν να κάποιος πάλεψε μαζί της αλλά ήταν εκεί καρφωμένη. Και ο Κύριλλος εκεί ήταν, άλλος άνθρωπος δηλαδή ο γνωστός τυπικός Κύριλλος. Με τη χλωμάδα της συννεφιάς, φόρεσε και την «ιατρική ψυχρότητα» και άκουγε! Στο τέλος μόνο είπε
«το ζιβάγκο δε βοηθάει, τονίζει να το ξέρεις!» Είχε δίκιο!
Συνεχίζω να πηγαίνω, παρά το περιστατικό, σκέφτηκα –ψυχαναλυτής είναι θα το ξεπεράσει- Εγώ το ξεπέρασα, δεν αλλάζω τον ψυχαναλυτή μου, παρά τα όσα υπαγορεύει η ιατρική δεοντολογία σε τέτοιες περιπτώσεις…
Σχέσεις και γάμοι έρχονται και φεύγουν ο Κύριλλος παραμένει διαχρονική αξία.
Τόσα χρόνια ψυχανάλυση και απάντηση ακόμη δεν πήρα, γιατί διαλύονται οι έρωτες; Από απογοήτευση ή από υπερβολική ιδέα για τον εαυτό τους; Ένα παραφορτωμένο καράβι με προσδοκίες; Ο Κύριλλος προσπαθεί να μου δώσει απαντήσεις με ιστορίες, όλοι οι σοφοί αυτό έκαναν στο παρελθόν, δίδασκαν με ιστορίες, με τα παραμύθια κατανοείς καλύτερα. Το πρόσφατο παραμύθι του γιατρού, μου άρεσε πολύ…
«Μια φορά κι έναν καιρό ο λύκος συνάντησε την κοκκινοσκουφίτσα.
«Θα με παντρευτείς;», τη ρώτησε.
Εκείνη αφού σκέφτηκε ρώτησε με τη σειρά της, «θα με υπακούς;»
«Μα εγώ είμαι λύκος και όχι σκύλος. Γιατί δεν μου ζητάς να σ` αγαπάω!»
«Γιατί στο σπίτι μαλώνουνε ποιανού το «δίκιο» θα περάσει! Εκείνος είναι ο δυνατός, όποιος επιβάλλει στον άλλον υπακοή. Η γιαγιά μου η σοφή το λέει αυτό».
«Γι` αυτό η γιαγιά σου έμεινε μόνη, θα την φάει η μοναξιά!» είπε ο λύκος.
«Εγώ ακούω τη γιαγιά μου!»
«Κι εγώ θα φάω την εγωίστρια γιαγιά σου!» είπε θυμωμένα ο λύκος.
«Κι εγώ θα παντρευτώ τον μπάτμαν που είναι δυνατός πολύ!» απάντησε με πείσμα η κοκκινοσκουφίτσα.
«Αυτό δεν θα σώσει τη γιαγιά σου, αλλά να ξέρεις ο μπάτμαν είναι μεγάλος ψεύτης!»
Ο λύκος έφαγε τη γιαγιά και η κοκκινοσκουφίτσα παντρεύτηκε τον μπάτμαν. Έκαναν κι ένα παιδάκι που έμοιαζε και στους δυο, μια κόκκινη νυχτερίδα! Κι έζησαν αυτοί καλά….για λίγο, μετά χωρίσανε.
Κι απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι τα ετερώνυμα έλκονται και μετά χωρίζουν. Και τα ομώνυμα χωρίζουν, χωρίς να έλκονται ή δε σμίγουν ποτέ. Στα περισσότερα παραμύθια αν δούμε μετά το «έζησαν αυτοί καλά», εκείνοι χωρίζουν!
Ο σοφός του χωριού έμαθε ότι χωρίζει η κοκκινοσκουφίτσα. Έξυσε τη μύτη του, φόρεσε τα γυαλιά του και είπε. «Φορτώσανε το καράβι με πολλές προσδοκίες γι` αυτό και βούλιαξε!»
Έτσι λοιπόν χώρισαν και κάποτε τους έφαγε κι αυτούς ο λύκος που ήταν πάντοτε δυνατός και ωραίος, ένας διαχρονικός ζεν πρεμιέ!
Πριν ο λύκος φάει τον μπάτμαν του είπε. «Να ξέρεις δεν τρώω νυχτερίδες, αλλά με σένα θα κάνω μια εξαίρεση. Πριν καιρό εσύ μου πήρες τη γυναίκα, τι έχεις να θυμάσαι από εκείνο το γάμο;»
Ο μπάτμαν απάντησε, «τη διατροφή!»
Ο λύκος κράτησε κάτι ως ενθύμιο για να θυμάται εκείνη την περιπέτεια του, το κοκαλάκι της νυχτερίδας που δεν τον βοήθησε πολύ. Κάποτε συνάντησε έναν κυνηγό…»
Ο καλός μου Κύριλλος, πόσες ιστορίες ξέρει…
Μετά από εκείνο το επεισόδιο κάποιες φορές ξαπλώνει κι εκείνος στο ντιβάνι σπάζοντας το πρωτόκολλο. Του πηγαίνω κεράσια.
Τελευταία συνάντησα στο ιατρείο μια καινούργια πελάτισσα, τη γειτόνισσα του Κυρίλλου, τη Γαλλίδα συνταξιούχο.
Μαντάμ Μονίκ κι εσείς εδώ!
«Ψυχαναλυσή Ευά, μεσιέ Κυγιλλό εξαιγετικό γιατγό!»
Και πως έτσι ξαφνικά;
«Εύα, ξαφνικά είδα φως!»
Ένα μικρό αστέρι;
«No αστέγι, και δεν ήτανε μικγό Εύα!» απάντησε η μαντάμ Μονίκ με ύφος συνωμοτικό.
Απόχτησα αντίζηλο! Συνεννοηθήκαμε με τη Μονίκ και με σας νομίζω…

Johannes Vermeer (1632-1675), View of Delft

Κλειώ Λιάβα

Σουβλάκια στου Μάνθου

Η Σόνια ήταν κόρη της Όλγας. Αγνώστου πατρός, αλλά ικανή να θυμάται, από τα πρώτα χρόνια της ζωής της, μια θολή σκιά που ούρλιαζε άναρθρες λέξεις με μυρωδιά από φθηνό ουίσκι και γεύση τσιγαρίλας. Στα δέκα της αποχαιρέτησε την μάνα της για λίγο, μέχρι να αποφασίσει ποια λιγοστά πράγματα θα πάρει μαζί της. Τέσσερα χρόνια της πήρε η απόφαση και πάλι όλο και κάτι θα περίσσευε έξω από την βαλίτσα. Η Σόνια θα ‘ταν δεν θα ‘ταν μόλις στα δεκατέσσερα, όταν ξεκίνησε γι’ αυτήν η διαφορετική, η «καινούργια ζωή», όπως άκουγε να την αποκαλούν. Κι από μια μικρή πόλη της βόρειας Αλβανίας βρέθηκε σε μια κωμόπολη της βόρειας Ελλάδας.
Το πρώτο τους σπίτι ήταν ένα μικρό ημιυπόγειο, όλο κι όλο ενάμισι δωμάτιο, ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να χωρέσει ενάμισης άνθρωπος. Απαραίτητη προϋπόθεση για όποιον ήθελε να ζήσει εκεί μέσα ήταν, ή να είναι μικροκαμωμένος ή να μην έχει άλλη επιλογή. Κι Σόνια πληρούσε και τα δύο κριτήρια. Από πάντα μια σπιθαμή κορίτσι με μικρές πλάτες, μαζεμένη, σαν από πάντα κουρασμένη, έμαθε να κρατά καλά κλειστό το στόμα της μη και οι λέξεις της βρουν χώρο να απλωθούν κι ενοχλήσουν την ησυχία της μάνας της.
Στο δωμάτιο υπήρχε ένα παλιό μπαουλοντίβανο με μια μικρή τετράγωνη φαρδιά τηλεόραση απέναντι, στηριγμένη σε ένα μικρό ψυγείο, που το στόλιζε ένα μπεζ χειροποίητο σεμεδάκι, το μοναδικό τους οικογενειακό κειμήλιο. Παραδίπλα κάποιος, πριν απ’ αυτές, όρισε πως θα είναι η κουζίνα με ένα τραπέζι ντυμένο με πλαστικό λουλουδένιο φόρεμα, δύο ντουλάπια για τα απαραίτητα κι ένα μισοτελειωμένο πετρογκάζι. Κάθε Σάββατο τους ξυπνούσαν οι φωνακλάδες της λαϊκής και είχε πλέον μάθει ποιος φέρνει τα πιο φθηνά λαχανικά και τα πιο φρέσκα φρούτα. Δικό της δωμάτιο θα αποκτήσει πολύ αργότερα. Το μόνο που την παρηγορούσε ήταν το μοιρολόι από τις γειτόνισσες δεκαοχτούρες. Κάθε φορά που τις άκουγε να θρηνούν γι’ αυτά που έχουν χάσει, κάτι απ’ αυτές της θύμιζε την ζωή πίσω στην Αλβανία κι ένα ανάμεικτο συναίσθημα χαράς και στεναχώριας την γέμιζε με δάκρυα.
Η Σόνια πολύ γρήγορα έγινε Σοφία και πολύ αργότερα θα γίνει το Σοφάκι. Από τον πρώτο χρόνο έμαθε τα ελληνικά, λίγα από το σχολείο και λίγα από κάποιους καλοθελητές φίλους της μαμάς. Η μαμά συνήθιζε να πιάνει κουβέντα και φιλίες με όλους όσοι περνούσαν από το καφενείο που δούλευε.
«Πώς αλλιώς θα τα μάθω τα ελληνικά;» της έλεγε.
Από τα πράγματα που θυμόταν πολύ συχνά ήταν η μέρα που έγινε Σοφία. Καλεσμένοι στην εκκλησία όλοι της οι συμμαθητές, η μαμά κι αυτή, στήλη άλατος με το βλέμμα μπροστά σε μια τσίγκινη λεκάνη με νερό αγιασμένο, να εύχεται με το που βυθιστεί να εξαφανιστεί μια για πάντα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό της πως η πρώτη επέτειος αυτής της καλύτερης ζωής θα την έβρισκε με ένα ριχτό φόρεμα, σαν στραβοχυμένο σεντόνι, παγωμένη μπροστά από μια αυτοσχέδια κολυμπήθρα, με πολλά ζευγάρια μάτια, θνητών κι αγίων, να την κοιτούν με την ίδια καχυποψία που την κοίταζαν τον τελευταίο χρόνο.
Όσο ο καιρός περνούσε και η Σοφία μεγάλωνε, τόσο ο μικρός διάδρομος του σπιτιού έμοιαζε με ασφυκτικό τούνελ, που, αντί να την οδηγεί στο φως της νιότης, την στρίμωχνε όλο και περισσότερο πιο κάτω από τα αυτοκίνητα και τους πάγκους της λαϊκής. Τρία χρόνια μετά κι ακόμα δεν μπορούσε να κρύψει το στριφογυριστό «ρο» της προφοράς της, που μαρτυρούσε την καταγωγή της. Το φαρδύ της μέτωπο και τα μάτια της που έστεκαν μακριά το ένα από το άλλο, η μικροσκοπική της μύτη και οι δυο γραμμές για χείλη στόλιζαν τώρα το πρόσωπο μιας σχεδόν γυναίκας.
Τα καλοκαίρια συνήθιζε να δουλεύει σε ένα από τα πολλά εργοστάσια κονσερβοποιίας έξω από την πόλη. Αν και το πρωινό ξύπνημα ήτανε βάσανο για εκείνη, δεν ήθελε να κακοπέσει σαν τη μάνα της που σέρβιρε τον κάθε κακομοίρη παρατημένο γέρο. Ένα πρωί καθώς περίμενε στη στάση του λεωφορείου, σταμάτησε μπροστά της ένα παλιό Toyota, από εκείνα με την αγροτική καρότσα και έναν χιλιοτσακισμένο αριστερό καθρέφτη. Στην θέση του οδηγού καθόταν ένας κύριος γύρω στα εξηνταπέντε και η φυσιογνωμία του της ήταν κάπως γνωστή. Αφού κατέβασε με δισταγμό το τζάμι του συνοδηγού, την ρώτησε αν θέλει να την αφήσει αυτός στο εργοστάσιο, γιατί, όπως είπε, ήταν γι’ αυτόν στο δρόμο του και ήταν χαρά του κι εύκολο να την εξυπηρετήσει.
Ύστερα, έμαθε από την μάνα της πως ήταν από τους καλούς πελάτες, με δεκαπέντε στρέμματα σπαράγγια, μια βαριά άρρωστη γυναίκα και λίγα χρόνια στη ζωή για να χηρέψει από τώρα και ψάχνει για παρηγοριά. Μα πιο πολύ την τρόμαξε η συμβουλή της, πως πρώτα θα πρέπει να βάλει βαθιά τα χέρια στην τσέπη του και μετά όλα τα άλλα.
«Παράτα τα ροδάκινα ρε χαζή κι έλα στο μαγαζί», της είπε με νόημα.
Οι υποψίες της έγιναν βεβαιότητα και τώρα μπροστά σε μια ανείπωτη αλήθεια ζύγιζε το κορμί της, που μέχρι εκείνη τη στιγμή το είχε κρατήσει καθαρό, αν άξιζε να το δανείσει για ένα διαμέρισμα σε όροφο.
Δύο χρόνια μετά κι όλοι ήξεραν για το Σοφάκι, που δουλεύει στου Μάνθου. Ένα παλιό αναψυκτήριο φυτεμένο ανάμεσα σε μια μάντρα κι ένα πλυντήριο αυτοκινήτων. Τις καθημερινές σερβίρανε μόνο καφέδες. Τα σαββατοκύριακα όμως δεν περίσσευε ούτε πλαστική καρέκλα. Ιδέα της μάνας της να βγάζουν μια μικρή ψησταριά κι ανέλαβε προσωπικά να ευχαριστήσει τον κάθε έναν που ήθελε να δοκιμάσει από τους εκλεκτούς μεζέδες της. Το Σοφάκι περίμενε κρυμμένο στην πίσω αποθήκη του μαγαζιού, που τα τελευταία χρόνια έγινε το πρώτο της δωμάτιο, γι’ αυτούς που λίγα σουβλάκια δεν χόρταιναν την πείνα τους.
Σε λίγες μέρες θα έκλεινε ακριβώς 18 χρόνια στην Ελλάδα. Αυτή τη δεύτερη ενηλικίωση θα τη γιόρταζε σε ένα κατάδικό της σαλόνι, με ολοκαίνουργια έπιπλα και κολονάτα ποτήρια του κουτιού. Η μαμά ήταν περήφανη που το Σοφάκι κατάφερε τόσο νέα να αγοράσει το πρώτο της διαμέρισμα, με δύο υπνοδωμάτια, ευάερο, ευήλιο, στον τέταρτο και με μπαλκόνι που έβλεπε σε πάρκο. Αυτή η μέρα ήταν μια μέρα γιορτής και ήθελε να βεβαιωθεί πως όλα θα ήταν στην εντέλεια.
«Είναι όλα εντάξει;», την ρώτησε.
«Ξέχασα το ουίσκι.»   Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν άκουγε πια τις δεκαοχτούρες.

Johannes Vermeer (1632-1675), The Allegory of Painting

 Johannes Vermeer (1632-1675),The Lacemaker

Κωνσταντίνος V. Νικολόπουλος

Ο αμπιγιέρ

Πριν την οπλίσει, της έβγαλε το τούλι και την απάλλαξε προσεκτικά και με δεξιοτεχνία από τον κορσέ, μη την πληγώσει. Την σκούπισε με επιμέλεια από τον ιδρώτα και πήρε τη μάσκαρα, το ρουζ και τις χρωματιστές σκιές. Πράγματι, ήταν ένας επαγγελματίας και συνάμα ένας έξοχος καλλιτέχνης. Ζωγράφισε πάνω της, τόσο στο κωνικό της πρόσωπο όσο και μερικές πινελιές, αδιόρατες σχεδόν, αφιερώθηκαν στους γοφούς της. Ήδη ήταν δροσερή και αποκτούσε λίγη παραπάνω θερμότητα από τη ζέστη του δωματίου, που ήταν σκοτεινό και σχεδόν αεροστεγές. Μήνες την πρόσεχαν, τη φρόντιζαν, τη μόρφωναν και την καλλιεργούσαν· την είχαν φυλαγμένη ως κόρη οφθαλμού, όπως ταιριάζει σε ένα πανάκριβο και αριστοκρατικό κορίτσι. Μια κοπέλα αγνή κι αμόλυντη με όλη τη φροντίδα του κατασκευαστή της να αντανακλάται στη στιλπνάδα της. Με αργές κινήσεις τη φόρτωσε στην ανθοστόλιστη άμαξα, την καφέ με μπλε ρουαγιάλ, το χρώμα των πριγκίπων. Την οδήγησε στον ειδικό ανελκυστήρα ώστε να αποφύγει κραδασμούς και απότομες αλλαγές θερμοκρασίας. Τέτοια λάθη θα την έκαναν ευέξαπτη και νευρική. Ήδη στον πρότερο βασιλικό της κοιτώνα υπηρέτες με ειδικές στολές μάζευαν τα ενδυματολογικά της απομεινάρια, το τούλι, τα εσώρουχα, τις ετικέτες. Εκείνη κι αυτός βρίσκονταν ήδη στο πεδίο, έξω σε χώρο ακάλυπτο κι εκτεθειμένο στο φυσικό φως, στον αέρα και στην υγρασία. Όμως ο χρόνος λιγόστευε ούτως ώστε κάθε αντίδρασή της στις ξαφνικές καιρικές προκλήσεις δεν θα προλάβαινε να μεταμορφωθεί σε θυμό ή και σε οργή ακόμα. Την τοποθέτησε ευγενικά στον κάλυκα που την περίμενε φορώντας την ασημένια, επίσημη στολή του, εξίσου φροντισμένος και άρτια στολισμένος από τους δικούς τους άξιους υπηρέτες για την τελετουργική μοναδική περίσταση.
Με τον κάλυκά της έσμιξαν τόσο απλά και μηχανικά λες κι είχαν γεννηθεί ο ένας για τον άλλον. Ο αμπιγιέρ της την κοίταξε μια τελευταία φορά. Του φάνηκε πως κι εκείνη ράθυμα κάτι ψιθύρισε για αποχαιρετισμό. Δεν ήταν όμως βέβαιος αν τον αποχαιρετούσε ή τον ευχαριστούσε που την έκανε τόσο όμορφη σήμερα. Μπορεί και να ήταν απλώς μια σιωπή της που ο ίδιος παράκουσε για ψίθυρο. Εξάλλου ο αέρας της αυγής αλλά και η αντανάκλαση της ρόδινης ανατολής μπορούσαν να δημιουργήσουν παράσιτα, να αλλοιώσουν την αντίληψη. Ο καιρός σήμερα ήταν ιδανικός και οι συνθήκες ευνοούσαν όλο το εγχείρημα της τελετής. Οι καιρικές συνθήκες είχαν προβλεφθεί, από τους ειδικούς για βδομάδες και επαληθεύονταν, ως προς την αρμονική έκβαση της σημερινής μέρας. Εκείνος απομακρύνθηκε μέχρι που η φιγούρα του θόλωσε στην πρωινή άλω. Τώρα αναλάμβαναν οι σεπτοί τελετάρχες.
Το ίδιο απόγευμα η υφήλιος είχε συγκλονιστεί. Εκατομμύρια νεκροί, τραυματίες, ενώ όσοι επέζησαν από το συγκλονιστικό αυτό χτύπημα καταδικάστηκαν αυτοστιγμεί σε βασανιστικό και αργό θάνατο. Η πριγκίπισσα πυροδοτήθηκε στις 9.10 σήμερα το πρωί.
Το τούλι και ο κορσές της είχαν τοποθετηθεί σε ειδικό σεντούκι από πυρίμαχο κράμα μολύβδου και αποτελούσαν από σήμερα το κυριότερο έκθεμα του Εθνικού μουσείου καταστροφής.

 Johannes Vermeer (1632-1675),The Music Lesson 

Μαίρη Γ. Πράσατζη

Κάτω Πλατεία

Στο καφενείο της Παρασκευής από νωρίς τα έπιναν. Ο Γιώργος, ο Αχιλλέας, ο Κωστάκης και ο Στέφανος. Ο Θανάσης, ο Δημήτρης, ο Άγγελος και τα δίδυμα. Κόντευε μεσημέρι και η μυρωδιά από τα τηγανιτά λουκάνικα έφτανε μέχρι το πλατάνι. Εκεί, κατέβαζαν τις τελευταίες ρετσίνες τους οι νεοσύλλεκτοι φαντάροι, τα χρόνια εκείνα. Σʼ ένα ποτήρι ρετσίνα έπνιγαν την αγωνία τους. Έφευγαν για τον στρατό και αυτό σηματοδοτούσε την ενηλικίωσή τους. Έβλεπαν τη ζωή τους να αλλάζει, αφήνοντας πίσω το μικρό αγόρι.

«Τα αγόρια γίνονται άντρες στο στρατό» τους έλεγαν. Κι εκεί αποχαιρετούσαν την ανέμελη ζωή τους. Στο καφενείο της Παρασκευής. Κάτω από τη σκιά του δέντρου. Την ώρα που ο κόσμος μαζευόταν στην πλατεία για τους αποχαιρετισμούς.

Στην κάτω πλατεία, κάτω από το βλέμμα των συγχωριανών, ανάμεσα στα γραμμένα συνθήματα με ασβέστη, πάνω στους δρόμους και τους τοίχους, «Σειρά 53 – φεύγω Αυλώνα» και στις μυρωδιές από τηγανητές πατάτες και ντόπια λουκάνικα για μεζέ, έριχναν τις τελευταίες τους γυροβολιές. Ο Γιώργος, ο Αχιλλέας, ο Κωστάκης και ο Στέφανος. Ο Θανάσης, ο Δημήτρης, ο Άγγελος και τα δίδυμα, τώρα. Όπως και κάθε φορά, για κάθε σειρά που έφευγε στον στρατό, η ίδια αναμονή στην πλατεία για το ξεπροβόδισμα.

Το τζουκ μποξ κατάπινε ασταμάτητα τα δίφραγκα. Δίφραγκο και παραγγελιά. Σε επανάληψη το ίδιο τραγούδι. Σαν να είχαν κολλήσει τα πλήκτρα στην ίδια επιλογή. Τον ύμνο του αποχαιρετισμού πάντα.

«Αυτό το τσιγάρο που καίει είναι το τελευταίο…»λόγια καρδιάς που σιγοτραγουδούσαν, χορεύοντας το ζεϊμπέκικο του αποχωρισμού.

Ο κόσμος περίμενε συγκινημένος και περίεργος γύρω από την πλατεία. Ακόμα και όταν έφτανε αγκομαχώντας το λεωφορείο κι έπαιρνε ύστερα τη στροφή, ανεβαίνοντας προς τα πάνω και μετά προς τα πίσω για να γυρίσει, και σταματούσε στην πλατεία, ακόμα και τότε, τσούγκριζαν τα ποτήρια για το καλό, και έφερναν μια γυροβολιά με τη σειρά ο καθένας. Και το λεωφορείο ήξερε να περιμένει. Μάρτυρας των αποχαιρετισμών.

«Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο!» συνέχιζε το άσμα. Κι όταν αποφάσιζαν πια να ξεκινήσουν, άρχιζαν οι αγκαλιές.

Το τραγούδι εξακολουθούσε να εκπέμπει απεγνωσμένα μηνύματα.
«Αγκάλιασέ με, φίλησέ με…» και αγκαλιάζονταν τότε όλοι. Και φιλιά, κι ένας καλός λόγος για το τέλος.

«Στο καλό, παιδί μου!» εύχονταν οι μάνες και η τελευταία αγκαλιά γινόταν πιο σφιχτή. «Θα περιμένουμε νέα σου, αγόρι μου» έλεγαν στα τελευταία λόγια, που έσβηνε ο λυγμός. Και άλλαζαν οι αγκαλιές ανάμεσα σε φίλους και γνωστούς. Και ανακατευόταν η θλίψη του αποχωρισμού. Όμως πάντα, σε κάθε αποχαιρετισμό, μέσα στο χέρι, που έσφιγγαν ενθαρρυντικά, κάτι θα άφηναν για χαρτηλίκι. Κάτι για τα τσιγάρα. Κανένα τάληρο για τηλέφωνο. Να μην χαθούν, να τα λένε όσο κρατάει η θητεία. Οι κοντινοί πάλι, μαζί με κάθε αποχαιρετισμό, τους έβαζαν και κάτι παραπάνω στην τσέπη -διακριτικά.

Κι ύστερα, το λεωφορείο έφευγε. Έπαιρνε μαζί τους νεοσύλλεκτους. Τον Γιώργο, τον Αχιλλέα, τον Κωστάκη και τον Στέφανο. Τον Θανάση, τον Δημήτρη, τον Άγγελο και τα δίδυμα. Μαζί και τη συγκίνηση της μέρας.

Ο κόσμος αποσυρόταν. Το τραγούδι τελείωνε. Τα πιτσιρίκια έπιαναν την ανηφόρα για το σπίτι σιγοτραγουδώντας.
«Κάνε κάτι λοιπόν να χααασω το τρέενο!»

Johannes Vermeer (1632-1675),  The Little Street

 Johannes Vermeer (1632-1675), The Astronomer

Αναστασία Υφαντίδου

Αΐσα

Ξανά με νεύρα θα πάει ο Αριστείδης στη δουλειά. Τελευταία αδημονούσε να έρθει η ώρα, να πάει στην υπηρεσία μιας και το σπίτι έμοιαζε με εμπόλεμη ζώνη.

«Τι έπαθες πάλι ρε φίλε;» ρώτησε ο Γιώργος, χρόνια συνάδελφος και φίλος. Πλέον τον καταλάβαινε με μια και μόνο ματιά.

«Τι να πάθω; Η Μαργαρίτα πια είναι μονίμως θυμωμένη και πώς να μην είναι δηλαδή; Όσο κι αν μειώνουμε τα έξοδα, πάλι με δυσκολία τα φέρνουμε βόλτα. Δώδεκα χρόνια γραμματέας στον «Κούσογλου», την έδιωξε χωρίς δεύτερη σκέψη για να πάρει την κόρη φίλου του. Την τρώει το άδικο, ο τρόπος που της φέρθηκαν. Με έναν μισθό πια στο σπίτι, η αγωνία καθημερινή για το αν θα φτάσουν για ενοίκιο, ρεύμα, τηλέφωνο, ψώνια, το μπάσκετ του Αργυράκη, το μπαλέτο της Ισμήνης κι ύστερα είναι και ο Κωστάκης.» Το τελευταίο το είπε με έναν βαρύ αναστεναγμό. «Το παιδί χρειάζεται λογοθεραπείες και εργοθεραπείες. Το κράτος δικαιολογεί ένα μικρό ποσό κάθε μήνα. Τα υπόλοιπα, πολλά, τα βάζει ο γονιός. Μα ο Κωστάκης πρέπει να μάθει να μιλάει, να γράφει, να μάθει να κρατάει πράγματα με τα χεράκια του, να παίρνει και να δίνει. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά αρρώστησε κι η μάνα της. Πάνω στην απελπισία της, της ξέφυγε αυθόρμητα «Τώρα βρήκες ρε μάνα;» σχεδόν αμέσως όμως δαγκώθηκε και το ίδιο βράδυ έκλαιγε με λυγμούς που την πλήγωσε άθελα της. Όσο για διακοπές έχουμε χρόνια να πάμε. Σαν ζευγάρι δεν θυμάμαι από πότε έχουμε να βγούμε και η Μαργαρίτα έχει αφεθεί σαν γυναίκα, δεν φροντίζει καν τον εαυτό της. Αγωνία καθημερινή φίλε και τα βράδια αξημέρωτα θαρρείς και κάποιος φράζει τον λαιμό μας και δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε».

Ζεστό το αεράκι που χτύπησε τα πρόσωπά τους καθώς έβγαιναν από το υπηρεσιακό τζιπ, έξω από το κέντρο φιλοξενίας μεταναστών, και μόλις ανέλαβαν καθήκοντα ξεκίνησαν την καταμέτρηση των φιλοξενούμενων.

«Ήρθαν καινούριοι» του είπε ο Ηλίας, υπεύθυνος της προηγούμενης βάρδιας. «Σαρανταπέντε διέσωσε το λιμενικό, όταν πέταξαν στα ανοικτά τα πράγματά τους και έπειτα τους ίδιους με τα παιδιά τους». Οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν σκοτεινιασμένοι, αφού ήταν ανήμποροι να βοηθήσουν τον οποιονδήποτε, σαν πιόνια που άλλοι κινούσαν τα νήματα κι αυτοί απλώς εκτελούσαν. Με βαριά βήματα, μα ακόμη πιο βαριά διάθεση, ο Αριστείδης κίνησε για να μετρήσει κεφάλια. Οι ζωές των ανθρώπων αυτών έγιναν κοινές πια. Άλλο το παρελθόν τους , ίδιο παρόν και ίδιο μέλλον για τους τυραννισμένους. Το μόνο που διέφερε ήταν το κεφάλι που αντιστοιχούσε σε ένα διαφορετικό όνομα, σε μια διαφορετική ιστορία το καθένα που όμως είχε την ίδια κατάληξη. Φώναζε ονόματα όταν σε μια γωνιά είδε κουβαριασμένο ένα κοριτσάκι να τρέμει. Πλησίασε και είδε το παιδί να κλαίει. Έκανε μεταβολή για να λάβει αναφορά. Στο γραφείο ήταν η Κάτια που συνήθως εξυπηρετούσε στο τηλεφωνικό κέντρο και αναλάμβανε να μεταφέρει τις παραγγελίες φαγητού, τις ποσότητες και τυχόν ανάγκες για φάρμακα που είχαν ο άνθρωποι εκεί.

«Τι συμβαίνει με την μικρή, Κάτια;»

«Χτες βράδυ έφτασε εδώ με άλλους σαραντατέσσερις. Όλα της τα πράγματα τα πέταξαν στην θάλασσα, δεν υπήρχε κανένας μαζί της. Ασυνόδευτο. Από τα λίγα που την ρωτήσαμε και μπορέσαμε να καταλάβουμε, έχασε πατέρα και αδερφούς σε συμπλοκές που έγιναν στην χώρα της. Ένας συγγενής της κανόνισε να την βάλει στην βάρκα για να περάσει στην Ελλάδα ασφαλής. Δεν έχει κανέναν και ζητά συνέχεια την μαμά της».

Ξεφύσηξε ο Αριστείδης με κάτι απροσδιόριστο να τον πλακώνει στο στήθος. Άνθρωποι που είχαν στοιβάξει τις ζωές τους, τα όνειρα και τις ελπίδες τους σε βάρκες πλαστικές, σε μερικά κοντέινερ που ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Αυτά τα μεγάλα μεταλλικά κουτιά έκρυβαν μέσα τους τους πόνους και τις αγωνίες ανθρώπων που θαλασσοδάρθηκαν, ταξίδεψαν μερόνυχτα κι αντί να αντικρύσουν ήλιο και αστέρια απέμειναν να κοιτάζουν μια μεταλλική οροφή, χωρίς να ξέρουν ως πότε. Τις πιο ζεστές νύχτες της Κω, αυτοί τις περνούσαν συντροφιά με τα όνειρά τους βαλμένα στον πάγο, που γύρευε πότε και αν θα γίνονταν ποτέ πραγματικότητα. Η επιβίωση, το φευγιό από τον πόλεμο προείχε.

Κάτι λύγισε μέσα του. Τα δάκρυα, η ανημποριά του κοριτσιού, ο φόβος που διέκρινε στα μάτια του, τον τσάκισαν.

«Πως την λένε;»
«Αΐσα».

Πήγε να την ξαναδεί με την ελπίδα να’ χει ηρεμήσει. Η μικρή κοιμήθηκε ανάμεσα σε κλάματα κι αναφιλητά. Μια μάνα, επίσης πρόσφυγας, τριών παιδιών που λυπήθηκε το παιδί, το πήρε αγκαλιά, το νανούρισε στην γλώσσα τους, το σκέπασε και του’ δωσε φωλιά για να κουρνιάσει. Ένωσε το κλάμα της με το δικό του. Αφού οι μεγάλοι του κόσμου τούτου απέτυχαν να προσφέρουν έναν ασφαλή κόσμο στα παιδιά, αφού γυμνώνουν τις ζωές τους, τυλίγουν το μέλλον τους σε έναν μπόγο και τον πετούν στην αλμύρα, μια μάνα θα βρεθεί να δώσει από το περίσσευμα του μεγαλείου της ψυχής της. Λίγη ζέστη απ’ το κορμί της, λίγη παρηγοριά απ’ τα λόγια της μπορεί να δώσει ελπίδα. Γιατί η μάνα είναι μάνα όχι μόνο για τα παιδιά της, μα και για τα παιδιά του κόσμου όλου. Γιατί όσο υπάρχουν μάνες τόσο θα σώζονται παιδιά. Αΐσα σημαίνει ζωντανή.

Χαράματα ήταν όταν εκείνος επέστρεψε στο σπίτι. Επικρατούσε ησυχία, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά. Φίλησε τα τρία μικρά κεφαλάκια ο Αριστείδης κι αγκάλιασε την Μαργαρίτα με ευγνωμοσύνη. Εκείνο το βράδυ στην προσευχή του δεν γκρίνιαξε, δεν ζήτησε τίποτα γι’ αυτόν. Ξαφνικά οι στερήσεις του φάνταζαν μικρές και λίγες μπρος στο δράμα των παιδιών που ορφανεύουν βίαια, που ξεριζώνονται απ’ τον τόπο τους προσπαθώντας να βγάλουν ρίζες σε άλλα μέρη, ξένα , μακρινά. Προσευχήθηκε μόνο για τα παιδιά του κόσμου. Για τα παιδιά που ο πόλεμος αγριεύει τα νιάτα τους και γρατζουνάει τις παιδικές ψυχές με νύχια κοφτερά κι οι ουλές του μένουν ανοιχτές για καιρό. Πάντα να βρίσκουν μια αγκαλιά, ένα λιμάνι πάντα. Ελεύθερα χωρίς τον φόβο να λεηλατεί τις ζωές τους. Αϊσα σημαίνει ζωντανή. Ζωντανή πρέπει να μείνει και η ελπίδα ότι δεν θα εκλείψει η ανθρωπιά. Η ελπίδα ότι ένας άνθρωπος, μικρός κι αυτός, με μια μικρή πράξη καλοσύνης μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί να σώσει ένα παιδί!