Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Iούνιο του 2022 στο Culture Book»

Θεματικός άξονας λοιπόν για τον μήνα Ιούνιο είναι το θερινό ηλιοστάσιο που σημαίνει την αρχή του καλοκαιριού μέσα από τη σύγκρουση μέρας και νύχτας, φωτός και σκοταδιού. Οι συγγραφείς του τεύχους αναμετρήθηκαν με την ευαίσθητη αυτή ισορροπία, τη συνεχώς ανατρεπόμενη και επανερχόμενη, επιχειρώντας να εξιχνιάσουν τη μικρή ή μεγάλη επίδραση της αναπόφευκτης αλλαγής στην ουράνια σφαίρα, στις ανθρώπινες γήινες ζωές μας. Έτσι στο διήγημα της Μελανίας Δαμιανού η αρχή του καλοκαιριού σηματοδοτεί και μια νέα χωρίς φόβο εποχή για τις δύο δεκαπεντάχρονες ηρωίδες· η Μαριάνα Ευαγγέλου, κατά τη διάρκεια της μεγαλύτερης μέρας του χρόνου, καταστρώνει το τελετουργικό μιας ιδιότυπης ανακύκλωσης, ενώ στο διήγημα του Νίκου Ιατρού το επείγον και η αναμονή αναδεικνύουν τη σχετικότητα του χρόνου. Η Λένα Κορομηλά εστιάζει στη διάκριση παρόντος και παρελθόντος μέσω της εναλλαγής φωτός σκοταδιού, και η Εύα Μαθιουδάκη μάς εισάγει σε έναν κόσμο μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας μέσω της ηρωίδας της, η οποία ονειρεύεται μια νέα ζωή με την ανατολή της μέρας του θερινού ηλιοστασίου. Μια τέτοια μέρα η ηρωίδα της Ελένης Μπουκαούρη αποφασίζει να αποτινάξει την ασφυξία μέσα από μια διαδικασία αναστοχασμού και συνακόλουθης αφύπνισης. Τέλος, η Αλίκη Στελλάτου συνδέει τον πόνο της απώλειας με την αύξηση της διάρκειας της νύχτας μετά το θερινό ηλιοστάσιο, και η Ελένη Στελλάτου αμφισβητεί την ευταξία που εγκαθιστά στη ζωή των ηρώων της η φυσική νομοτέλεια, η «σωστή τροχιά».

Καλή ανάγνωση!

Αλίκη Στελλάτου

§

 

Μελανία Δαμιανού

Τρύπα στον ουρανό

 

Αυτά μπορεί να συμβαίνουν ως το τέλος
που δεν είναι παρά η αιωνιότητα.

                             John Ashbery, Κορίτσια σε φυγή

Συμφωνήσαμε να μή φοβηθούμε. Το γράψαμε κιόλας με μεγάλα γράμματα σ’ένα

κομμάτι χαρτί και το υπογραμμίσαμε με κόκκινο μολύβι. Κοιταχτήκαμε στα
μάτια για μια ακόμη επιβεβαίωση ότι δεν θα το βάλουμε στα πόδια σαν
φοβισμένοι λαγοί. Και μετά γελάσαμε, σίγουρες ότι είχαμε εξασφαλίσει
για προσωπική μας και μόνο χρήση ένα μυστικό πέρασμα.
Μπορεί και να ήταν ακριβώς έτσι. Ήμασταν δεκαπέντε χρονών κι είχαμε
αποφασίσει να γιορτάσουμε το ξημέρωμα της μεγαλύτερης μέρας του έτους
στο δάσος που οι ντόπιοι ονόμαζαν Σκοτάδι. Αυτό σήμαινε ότι θα
διανυκτερεύαμε εκεί – στο Σκοτάδι.
Το είχαμε επισκεφτεί πριν από χρόνια, με τους γονείς μας. Τότε ήταν μια
μέρα εκδρομής κι εμείς χοροπηδούσαμε σαν κατσικάκια, μέχρι που έπεσε ο
ήλιος και σταμάτησαν τα παιχνίδια κι εμείς κοιμηθήκαμε κατάκοπες στο
πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου.
Πρώτη φορά θα βρισκόμασταν εκεί νύχτα. Συζητούσαμε για μέρες πώς και
γιατί. Φίλες αχώριστες από μικρά παιδιά, νιώθαμε πιά σαν δίδυμες
αδελφές. Αγαπούσαμε τα ίδια πράγματα, κάναμε τα ίδια λάθη. Τα παραμύθια
με τα ξωτικά ακόμη μας επηρέαζαν, όπως κι εκείνα τα παλιά τραγούδια με
τα οποία μας νανούριζαν οι μανάδες μας κι εμείς τ’ ακούγαμε ξάγρυπνες
και συγκινημένες. Μας είχε συναρπάσει η ιδέα να υποδεχτούμε μαζί το
καλοκαίρι μέσα στο Σκοτάδι. Πιστεύαμε ότι γι’ αυτό το λόγο άξιζε να
μείνουμε όλη νύχτα στο δάσος. Θα ήταν εξάλλου η μικρότερη νύχτα και θα
περνούσε γρήγορα, έτσι λέγαμε. Αυτό που θέλαμε είχε ήδη πραγματοποιηθεί
στο μυαλό μας, εύκολα κι απλά. Τα λόγια στο βασίλειο της φαντασίας μας
ήταν ξόρκια δυνατά.
Επινοήσαμε μια πειστική δικαιολογία και ξεφύγαμε από τους γονείς μας.
Μεσημέριαζε όταν φτάσαμε μπροστά στο δάσος. Ήταν μια μέρα ασυννέφιαστη
κι ο ήλιος πύρωνε κι έκαιγε τα πρόσωπά μας. Χωθήκαμε στο Σκοτάδι. Με ένα
μονάχα βήμα βρεθήκαμε σ’ένα κόσμο μαγεμένο.
Γαλήνη σαν δροσερό μετάξι τυλίχτηκε γύρω μας καθώς αρχίσαμε να
βαδίζουμε στη σκιά των αιωνόβιων δέντρων. Η βλάστηση πύκνωνε ολοένα κι
απορροφούσε τους ήχους, αφήνοντας μόνο τα σινιάλα και τα σφυρίγματα των
πουλιών ν’ ακούγονται ανάμεσα στα φυλλώματα – αλλά κι αυτά ακόμη σίγησαν
κάποια στιγμή και το δάσος βουβάθηκε. Τα πέλματά μας βούλιαζαν πάνω στο
παχύ στρώμα των πεσμένων φύλλων. Έκθαμβες παρατηρούσαμε τις λιγοστές
ακτίνες του φωτός που διαπερνούσαν τον σκουροπράσινο θόλο να
κυματίζουν εδώ κι εκεί, αλλού να φωτίζουν ανθισμένους θάμνους κι αλλού
να φανερώνουν φτέρες γιγάντιες. Πορφυρά μανιτάρια έγερναν στο έδαφος σαν
πνιγμένα από την ίδια τους τη δηλητηριώδη σκόνη. Βαθιές νυχιές χαράκωναν
τη μαύρη λάσπη του μονοπατιού. Προχωρούσαμε μα νιώθαμε ήδη κρυφά
ταραγμένες με την απόφαση μας.

Δεν ήταν αυτό το δάσος της παιδικής μας ηλικίας. Όλα γύρω μας ήταν
διαφορετικά ή μήπως ήμασταν εμείς που αλλάζαμε κι όσα θυμόμασταν δεν μας
αρκούσαν;
Ο ήλιος έπεσε πίσω από το βουνό και τα χρώματα του δάσους θάμπωσαν.
Καθυστερούσαμε να βγάλουμε από τα σακίδιά μας τους φακούς, συνεχίζαμε
μέσα σ’ αυτό το μυστηριακό μισόφωτο. Περνούσαμε ανάμεσα από πεσμένους
κορμούς γιγάντιων δέντρων με τις ρίζες τους στρεβλωμένες, καμένες από
τους κεραυνούς. Νεαρά δεντράκια ξεφύτρωναν οπουδήποτε.
Νομίζαμε ότι βρίσκαμε μονοπάτια που στη πραγματικότητα δεν υπήρχαν.
Απλώς βαδίζαμε, πιο βιαστικά τώρα πια για να φτάσουμε σ’ ένα ξέφωτο που
θυμόμασταν από παλιά. Δεν το βρίσκαμε.
Ανάψαμε τελικά τους φακούς. Ο τόπος μαύριζε γύρω μας. Βρέθηκε η κάθε μια
μας μέσα στο δικό της φωτεινό κύκλο που αποκάλυπτε στο ομιχλώδες του
περίγραμμα πυκνά κλαδιά και φυλλώματα άλλοτε σκληρά σαν πετσί κι άλλοτε
αγκαθωτά και πριονωτά που εμπόδιζαν τη πορεία μας. Μιλούσαμε ψιθυριστά.
Και ποιός δηλαδή μπορούσε να μας ακούσει; “Κανένας” απάντησε η Άννα
χωρίς να το πιστεύει. Και λίγο πιο μετά, ρωτήσαμε ταυτόχρονα η μια την
άλλη: “Πού θα κοιμηθούμε;” – εννοώντας “Πού θα κρυφτούμε;”
Oύτε λέξη για φόβο, αυτή ήταν η συμφωνία.
Ξαφνικά ακούστηκε κάτι σαν κλαυθμήρισμα κι αμέσως μετά σουρσίματα,
πετραδάκια που κατρακυλούσαν, ήχοι αόρατων ζώων που δεν μπορούσαμε να
ονομάσουμε. “-Τί ήταν αυτό;” “-Δεν ξέρω. Τί κάνουμε τώρα;” Ήμασταν
ανίδεες, εντελώς απροετοίμαστες για ο,τιδήποτε.
“Θυμάσαι τί είπαμε, έτσι; ” ψιθύρισα στην Άννα. “Θυμάμαι…” απάντησε,
σχεδόν άφωνα.

Ένα γρύλισμα κοντά μας και κλαδιά που έσπαζαν. Ακινητοποιηθήκαμε. Δεν
ξέραμε τί μας απειλούσε. Μπορούσαμε να σκεφτούμε το ο,τιδήποτε σαν ένα
εχθρό που μας έχει εντοπίσει και μας στήνει καρτέρι.
Το Σκοτάδι γύρω μας ήταν πιά αδιαπέραστο κι ανερμήνευτο. “Μάλλον είναι
αγριογούρουνα” είπε η Άννα. Δεν ήταν μια καθησυχαστική φράση, έτσι κι
αλλιώς. Ακούστηκαν κι άλλα γρυλίσματα, σχεδόν δίπλα μας. Πανικόβλητες
στρέψαμε τους φακούς πάνω στο τείχος των δέντρων. Φάνηκε ανάμεσά τους η
κουφάλα ενός τεράστιου κορμού που έχασκε σαν μαύρη πληγή. Τρέξαμε προς
αυτή και βουτήξαμε στα σωθικά της. Φράξαμε όπως-όπως την είσοδο με τα
σακίδιά μας και κολλήσαμε η μια δίπλα στην άλλη χωρίς να βγάζουμε άχνα.
Με το βλέμμα καρφωμένο στο σκοτάδι αφουγκραζόμασταν τρέμοντας κάθε
ελάχιστο ήχο, κάθε αδιόρατη κίνηση.
Τα ξόρκια δεν έπιασαν ούτε κι ο χρόνος ήταν με το μέρος μας. Η νύχτα
έμοιαζε ατέλειωτη.

Τότε συνέβη κάτι, ένα θαύμα νυχτερινό…
Φωτάκια φευγαλέα άρχισαν να αναβοσβήνουν γύρω μας, σταγόνες ζεστού φωτός
που πάλλονταν μέσα στο πηχτό σκοτάδι. Ένα σμήνος πυγολαμπίδων
φτεροκοπούσε σιωπηλά μέσα στο καταφύγιό μας εκτελώντας την αέρινη
χορογραφία του, μεταμορφώνοντας το σκοτάδι σε έναστρο ουρανό. Κοιτάζαμε
υπνωτισμένες αυτές τις λάμψεις, μας καθησύχαζαν τα σήματα που έστελναν –
εν αγνοία τους – σε δυο παιδιά χαμένα. Χωρίς να το πάρουμε είδηση η
αναπνοή μας ηρέμησε, το σώμα μας χαλάρωσε. Ξεσφίχτηκαν τα μουδιασμένα
μας δάχτυλα. Γείραμε το κεφάλι κι αποκοιμηθήκαμε, σαν κάποιος να μας
χάιδευε τα μαλλιά.
Μας ξύπνησαν τα κελαηδίσματα των πουλιών κι ανοίγοντας τα μάτια είδαμε
ψηλά ένα μικρό κομμάτι του ουρανού. Το δέντρο που μας προστάτεψε τη
νύχτα ήταν εντελώς κούφιο, μέσα από το τούνελ του κορμού περνούσε το
λιγοστό φώς του ξημερώματος. Αγκαλιάσαμε η μια την άλλη.
Ξεμυτίσαμε στο δάσος που παρέμενε βυθισμένο στη σκιά. Το ρίξαμε στο
τραγούδι, μαζί με τα πουλιά.
Το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά μέσα στον ανεξιχνίαστο κόσμο.

Georges Seurat/The forest at Pontaubert

 

Μαριάνα Ευαγγέλου

Αλιτροπιόν

06.12. Θα ξυπνήσει. Θα γυρίσει το πρόσωπο προς το παράθυρο. Θα δει με τα μάτια μισά την άκρη του ήλιου που σκαρφαλώνει πίσω από τον λόφο. Θα αλλάξει πλευρό. Θα τραβήξει το δεύτερο μαξιλάρι. Θα το αγκαλιάσει. Θα πάρει βαθιά ανάσα. Ένα πουλί θα κελαηδεί επαναλαμβάνοντας «τσι, τσι,τσι…». Θα κλείσει τα μάτια.
06.32. Οι ακτίνες θα πριονίσουν τα μαύρα κάγκελα του παραθύρου. Θα τρεμοπαίξουν στην ωμοπλάτη και το σβέρκο της. Η σμαραγδένια ροζέτα του αυτιού της θα λαμπιρίσει. Θα γυρίσει ανάσκελα. Θα ανοίξει τα μάτια. Ο ήλιος θα τρεμοπαίξει στα μάτια της. Θα τα κλείσει.. Θα ανασηκωθεί.. Θα ανοίξει τα μάτια.
07:00. Θα σαπουνίσει το πρόσωπό της. Θα βουρτσίσει τα δόντια της. Θα περάσει τα δάκτυλα στα μαλλιά. Θα κοιτάξει στον καθρέφτη. Θα απλώσει την κρέμα, στα μάγουλα, στη μύτη, στο μέτωπο, στο λαιμό. Θα ισιώσει τα φρύδια της. Θα κοιτάξει τα μάτια της. Θα αναστενάξει.
07:21. Θα ανάψει την καφετιέρα. Θα ετοιμάσει καφέ με γάλα. Θα βγάλει από το ψυγείο τον χυμό. Θα τον πιει μονορούφι. Θα πετάξει την χάρτινη συσκευασία από τον καφέ, την ζάχαρη, το γάλα, τον χυμό στην χάρτινη σακούλα της υπεραγοράς.
07:53. Θα ακουμπήσει τον καφέ στο τραπέζι, δίπλα στον υπολογιστή. Θα πατήσει το κουμπί έναρξης στο πληκτρολόγιο. Θα ελέγξει την αλληλογραφία. Θα απαντήσει σε κάποια μηνύματα. Θα δηλώσει «μου αρέσει» σε μία ανάρτηση που της άρεσε και σε κάποιες άλλες από υποχρέωση. Θα αναστενάξει. Θα κλείσει τον υπολογιστή.
09:12. Θα ξεκουμπώσει το άσπρο νυχτικό της. Θα βγάλει από την βαλίτσα το μαύρο σορτς, το μαύρο φανελάκι και τις παλιές της ελβιέλες. Θα τα φορέσει. Θα πιάσει τα μαλλιά της αλογουρά.
09:22. Θα ανοίξει την εξώπορτα. Θα αφήσει το βλέμμα της να γλιστρήσει αφηρημένα κάτω από τα κλαδιά του πεύκου στη θάλασσα. Θα σκύψει το κεφάλι. Θα κοιτάξει τον σχιστόλιθο μπροστά της. Αυτόν που έχει ξεκολλήσει και κάθε φορά που πατά πάνω του νιώθει ότι αιωρείται. Θα μείνουν τα μάτια της πάνω του. Θα ακούσει την μηχανή ενός αυτοκινήτου να πλησιάζει. Θα δει την σκόνη που σηκώνει περνώντας μπροστά από την αυλόπορτα της. Θα αφήσει κάποιους στίχους από το παράθυρο του ημιφορτηγού να φτάσουν φευγαλέα στ’ αυτιά της: «δεν έτυχε στα χρόνια αυτά…». Τα μάτια της θα πεταρίσουν. Ένας μαύρος γάτος θα περπατά αλαζονικά σύριζα στον τοίχο της αυλής. Τα μάτια της θα τον ακολουθήσουν.
09:47. Θα δρασκελίσει το σχιστόλιθο. Θα βγάλει από τη χάρτινη σακούλα που θα είναι ακουμπισμένη στον τοίχο το κοπίδι, το μυστρί, το λευκό τσιμέντο ταχείας πήξης, το κουβαδάκι και τα γάντια. Θα σκίσει τη συσκευασία του τσιμέντου. Θα το ρίξει στο κουβαδάκι. Θα ρίξει νερό. Θα το ανακατέψει. Θα σηκώσει με προσπάθεια τον σχιστόλιθο. Θα μπει στο σπίτι δρασκελίζοντας το κενό. Θα πάρει την σκούπα και το φτυάρι. Θα σκουπίσει προσεκτικά το κενό. Θα φορέσει τα γάντια. Θα αδειάσει το τσιμέντο. Θα το στρώσει προσεκτικά με το μυστρί. Θα σύρει τον σχιστόλιθο πάνω στο τσιμέντο. Θα γεμίσει αργά τους αρμούς. Θα βγάλει τα γάντια θα τα πετάξει στην χάρτινη σακούλα. Θα μπει στο σπίτι δρασκελίζοντας το σχιστόλιθο. Θα βγει κρατώντας μια καρέκλα. Θα την τοποθετήσει πάνω στον σχιστόλιθο. Θα μπει ιδρωμένη στο σπίτι παρακάμπτοντας την καρέκλα. Θα βγει πίνοντας ένα μπουκάλι νερό. Θα κοιτά πάνω από την καρέκλα, ανάμεσα από τις τριανταφυλλιές τη θάλασσα να σκάει πάνω στα μαύρα βράχια. Θα σκεφτεί ότι οι γλάστρες θέλουν πότισμα. Θα τις ποτίσει.
10:28. Θα ανοίξει την πόρτα της αποθήκης. Θα περάσει μέσα.
15:43. Θα βγει από την αποθήκη σέρνοντας ένα γεμάτο χαρτοκιβώτιο. Θα το ακουμπήσει έξω από την αυλόπορτα, δίπλα από το αυτοκίνητό της. Θα επαναλάβει την ίδια διαδρομή με άλλα χαρτοκιβώτια και χαρτοσακούλες..
16:18. Θα μπει ιδρωμένη στο σπίτι παρακάμπτοντας την καρέκλα. Θα ετοιμάσει ένα σάντουιτς και καφέ. Θα φάει. Θα πιει χυμό. Θα πετάξει την συσκευασία στην χάρτινη σακούλα. Θα γυρίσει στην αποθήκη παρακάμπτοντας την καρέκλα. Θα κρατά στο χέρι τον καφέ.
19.10. Θα βγει από την αποθήκη με δύο μεγάλες χαρτοσακούλες. Θα τις κουβαλήσει μέχρι το αυτοκίνητό της. Θα επαναλάβει την ίδια διαδρομή ξανά και ξανά με γεμάτα χαρτοκιβώτια και γεμάτες χαρτοσακούλες.
20:09. Θα ακουμπήσει ιδρωμένη στον αυλότοιχο. Θα κοιτά τις βάρκες στη θάλασσα. Θα σκέφτεται ότι η αποθήκη άδειασε. Ότι θα μπορεί να δηλώσει επιπλέον δωμάτιο στις πλατφόρμες ενοικίασης.
20: 16. Θα ανοίξει το πορτμπαγκάζ. Θα φορτώσει μια παρτίδα χαρτοκιβώτια και χαρτοσακούλες. Θα οδηγήσει πεντακόσια μέτρα μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης. Θα μείνει στο τιμόνι να κοιτά την σπασμένη κιθάρα που θα ακουμπά στον κάδο. Θα θυμηθεί την έβδομη χορδή. Θα ψιθυρίσει «νεάτη». Θα δει τον ήλιο που πλησιάζει τον ορίζοντα. Θα κάνει αναστροφή σηκώνοντας σκόνη. Θα προφέρει σαν να δοκιμάζει τη φωνή της «ιή,ιέ».
20:31 Θα ανέβει ιδρωμένη στο σπίτι. Θα σπρώξει την καρέκλα θα πατήσει πάνω στον σχιστόλιθο. Θα πετάξει τα ρούχα και τα παπούτσια της στο πάτωμα, Θα αρπάξει το σμαραγδί φουστάνι. Θα το φορέσει.. Θα κοιτάξει βιαστικά το ρολόι. Θα επαναλαμβάνει «προσάναμμα, χρίσμα ευχαριστίας, λεμόνι, πεύκο και τριαντάφυλλο» τρέχοντας με μια χάρτινη σακούλα στο τζάκι, στο εικόνισμα, στο ψυγείο, στην αυλή. Θα βγει λαχανιασμένη στον χωματόδρομο μπροστά από το εξοχικό, το σπίτι κληροδότημα.
20:41. Θα μαζέψει πέτρες, θα φτιάξει κύκλο, θα αδειάσει μέσα του μια χαρτοσακούλα απ’ την αποθήκη. Θα ανάψει με το προσάναμμα φωτιά κι όταν θα φουντώσει θα ρίξει τελετουργικά τις πευκοβελόνες, τα μύρο, το λεμόνι και το τριαντάφυλλο, ψιθυρίζοντας με χαμόγελο «ιή, ιέ».
20:51 θα έδειχνε το ρολόι αν θα το κοιτούσε ή αν θα κοιτούσε το ήλιο που θα βυθιζόταν στην θάλασσα παίρνοντας μαζί του τη μεγαλύτερη μέρα, αλλά θα βλέπει και θα μυρίζει τη φωτιά. Και παίρνοντας φόρα θα πηδήξει πάνω από απ’ τις φλόγες και θα συνεχίζει να περνά πάνω κι ανάμεσα τους φωνάζοντας «ιή, ιέ» έως ότου όλα τα προς ανακύκλωση θα έχουν καεί. Αλιτροπιόν θα σκέφτεται. Άλλοι τρόποι.

§

Νίκος Ιατρού

Δεν σε χρειάζεται κανείς

Απόγευμα. Ο ήλιος αποσύρεται αργά πάνω από το κεφάλι σου, πριν συνεχίσει την προκαθορισμένη του διαδρομή. Σε λίγο θα φωτίζει άλλες πολιτείες.

Βάζεις ένα ποτήρι κρασί από το ανοιχτό μπουκάλι που παγώνει στο ψυγείο. Είναι νωρίς για αλκοόλ, το ξέρεις. Θα το αφήσεις να ζεσταίνεται δίπλα σου, χωρίς να το αγγίξεις.

Σου αρέσει να βλέπεις το ποτήρι να ιδρώνει.

Η μέρα είναι ζεστή. Έχεις αρχίσει να ιδρώνεις κι εσύ. Απολαμβάνεις τη γαλήνη της ώρας στριμωγμένος σε μια κρυφή γωνιά της αυλής, μακριά από τα βλέμματα των περαστικών. Αντίθετα με όσους γνωρίζεις, ο ελεύθερος χώρος και ο ελεύθερος χρόνος σε γεμίζει ανησυχία, ίσως γιατί σου θυμίζουν όσα σου λείπουν.

Ένα αυτοκίνητο περνά με ταχύτητα στον χωματόδρομο μπροστά από το σπίτι. Οι θόρυβοι γύρω σου δεν μπορούν να χαλάσουν τη σιωπή που βυθίζεσαι.

Για μια στιγμή, δεν χρειάζεσαι τίποτα και δεν σε χρειάζεται κανείς.

Το καλοκαίρι αργεί να νυχτώσει και αυτή η καθυστέρηση σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση μιας μεγαλύτερης ημέρας, μιας παράτασης χρόνου ή χώρου, που σου προσφέρεται σαν δώρο για να μπορέσεις να χωρέσεις όλα όσα θέλεις αλλά δεν προλαβαίνεις.

Όταν πέφτει το σκοτάδι, λυτρώνεσαι. Φωτίζεις μόνο ότι επιλέγεις και κρύβεις τα υπόλοιπα στη νύχτα. Γλυτώνεις από την φλυαρία της μέρας, που έχει άποψη για όλα, αδιάκριτα.

Το κινητό δονείται μέσα στο χέρι σου, αλλά σου φαίνεται ότι το ακούς να χτυπάει κάπου μακριά. Έχεις υποσχεθεί πολλές φορές στον εαυτό σου να αλλάξεις ήχο αλλά το έχεις ξεχάσει άλλες τόσες. Δεν μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις, ούτε να δεις τον αριθμό στο παράθυρο της αναπάντητης κλήσης που παραμένει στην οθόνη. Σκουπίζεις με το δάχτυλό μια σταγόνα από το ανέγγιχτο ακόμα ποτήρι με το κρασί και δροσίζεις τα χείλη σου

Το κινητό επιμένει. Αποφασίζεις να απαντήσεις. Διαγράφεις μια ευθεία στην οθόνη με τον αντίχειρά σου. Ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής περιγράφει ένα γεγονός και σε αφήνει να συνειδητοποιήσεις τη σοβαρότητα της κατάστασης, όπως λέει. Τον φαντάζεσαι σαν μια άσπρη ρόμπα, χωρίς πρόσωπο, χέρια και πόδια. Αποφεύγει να αναφέρει τη λέξη ατύχημα. Οι επόμενες ώρες είναι κρίσιμες, λέει. Λες και στα επείγοντα νοσηλεύεται ο χρόνος.

Τη διαδρομή μέχρι το νοσοκομείο δεν τη θυμάσαι. Μόνο το λευκό φως που σε τύφλωσε μόλις μπήκες στην αίθουσα αναμονής. Εδώ ο χρόνος δεν ορίζεται από τις διαδρομές του ήλιου. Λάμπες led φωτίζουν μια ημέρα ακαθόριστης διάρκειας. Κρύβεσαι σε μια πλαστική καρέκλα με θέα τον αυτόματο πωλητή αναψυκτικών. Ποτέ δεν φανταζόσουν ότι υπάρχει χυμός με τόσα πολλά φρούτα και λαχανικά. Συν έξι βιταμίνες, προσθέτει το αυτοκόλλητο στο κουτί. Από την πρώτη γουλιά γεύεσαι τη ζάχαρη, όχι τις βιταμίνες. Καρφώνεις το βλέμμα και μετά τη μύτη του παπουτσιού σου στην τσίχλα που είναι κολλημένη στο πλακάκι ανάμεσα στα πόδια σου. Δεν θα σταματήσεις αν δεν ξεκολλήσει. Την πετάς μαζί με τον υπόλοιπο χυμό.

Τα στενόμακρα παράθυρα, ψηλά πάνω από τα αναψυκτικά, μαρτυρούν ότι έχει νυχτώσει. Όσο περνάει η ώρα, έχεις την αίσθηση ότι το λευκό φως της αίθουσας γίνεται εντονότερο. Κλείνεις τα μάτια. Βυθίζεσαι σε έναν ανεπιθύμητο λήθαργο και ξυπνάς τρομαγμένος.

Ακούς το όνομά σου.

Στο βάθος του διαδρόμου βλέπεις τη λευκή ρόμπα που σε πλησιάζει. Τώρα έχει αποκτήσει πρόσωπο, αλλά όταν φτάνει κοντά σου, έχει χάσει τη φωνή.
Όταν αποφασίζει να μιλήσει, διαλέγει μια λέξη. Από αύριο θα ξυπνάς μαζί της.

Το λευκό φως αναβοσβήνει.

Άσπρο – Μαύρο

Άσπρο – Μαύρο

Μετά από ώρα, βγαίνεις στο σκοτάδι. Σταματάς ένα ταξί. Στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου προβάλλονται το κουρασμένο πρόσωπο του οδηγού μαζί με εικόνες από μια προηγούμενη ζωή.

Όταν επιστρέφεις, το ποτήρι με το κρασί σε περιμένει εκεί που το άφησες. Όλα τα άλλα δείχνουν διαφορετικά. Η αυλή έχει μεγαλώσει. Κάθεσαι στο ίδιο σημείο και πίνεις το κρασί που έχει ζεσταθεί.

Για μια στιγμή, δεν χρειάζεσαι τίποτα και δεν σε χρειάζεται κανείς.

Edward Hopper/Nighthawks

Λένα Κορομηλά

Μετά την άλωση

 

Δυο παιδιά προεφηβικής ηλικίας έχουν στηθεί σε ένα από τα εκθέματα με τις σύγχρονες διαδραστικές εφαρμογές. Φαίνονται να διασκεδάζουν. «Πάτα εδώ». Στην λευκή οθόνη πετούν σαν τρελά μαύρα πουλιά, τα γράμματα. Το καθένα με τον δικό του βυζαντινό χαρακτήρα, το δ τελειώνει με ένα μακρύ τσιγγελάκι, το ε σαν να γέρνει διστακτικά προς την αρχή του, το κ με μια ουρίτσα, το ρ και το χ με ένα τσαχπίνικο πανωσήκωμα, σαν χορευτική φιγούρα χαριτωμένου κοριτσιού. «Τώρα, μπορείς να γράψεις κι εσύ το όνομά σου, έτσι όπως θα το έγραφαν οι μαθητές της εποχής», τους παροτρύνει η ηλεκτρονική φωνή. Προσπαθούν κι αυτά να γράψουν το δικό τους όνομα.

«Μαλάκα, έλα να ακούσεις, το έλεγαν όπως το λέγαμε κι εμείς!», φωνάζει ο πιο ψηλός, ο γυαλάκιας, στον φίλο του, που έχει αφήσει ανολοκλήρωτη τη γραφή του ονόματός του και έχει μετακινηθεί στην οθόνη με τα ποιήματα. «Φεγγαράκι μου λαμπρό φέγγε μου να περπατώ…», ακούγεται το διαχρονικό τραγουδάκι από μια παιδική χορωδία, έτσι όπως θα το τραγουδούσαν και οι μαθητές της εποχής.

Με το που μπαίνεις στην αίθουσα, κάτι σε γωνιώδη έλλειψη με στοιχεία μπαρόκ-αναγεννησιακά, σε γραπώνει η υποβλητική ατμόσφαιρα. Ίσα που διακρίνεις τον εκπληκτικό διάκοσμο, τις ανάγλυφες παραστάσεις, τις τοιχογραφίες και τον Ερμή να εποπτεύει από τον ψηλό θόλο το γίγνεσθαι, το τότε και το τώρα της οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης. Το φως λιγοστό, σχεδόν σκοτάδι, με διάσπαρτες εστίες φωτός, τις προθήκες με τα χειρόγραφα σχολικά εγχειρίδια. Τα λεγόμενα Μαθηματάρια. τα οποία, από την άλωση μέχρι την επανάσταση, διδάσκονταν στα σχολεία του υπόδουλου γένους, φωτίζοντας το έρεβος της σκλαβιάς. Κάτω από δύο καρυάτιδες που υποβαστάζουν μέρος του θόλου, ο Κοραής αναφωνεί: «Μόνη αληθής κιβωτός και μόνον ασφαλές κλειδίον του πλούτου είναι η παιδεία».

Τώρα οι δύο φίλοι σιωπούν, έχουν πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα. Ρίχνεις μια λοξή ματιά. Ξεφυλλίζουν το ηλεκτρονικό χειρόγραφο βιβλίο, κάτι μουρμουρίζουν, στήνεις αυτί να ακούσεις τι λένε. Τι είναι αυτό που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον τους και τους έχει κάνει να στέκονται τόσην ώρα εκστασιασμένοι πάνω από ένα Μαθηματάριο.

«Μαλάκα Όμηρος! Έκαναν κι εκείνοι Όμηρο», κραυγάζουν. Μεγεθύνουν την οθόνη. Διαβάζουν τις λέξεις πάνω από τις λέξεις. Τις διάστιχες ερμηνείες τους. Πάνω από κάθε μία, με πολύ λεπτότερο πενάκι, άλλη μία, δύο ή τρεις λέξεις, ανάλογα με το πόσα συνώνυμα από τον Όμηρο μέχρι την βυζαντινή εποχή θα σημείωνε ο δάσκαλος. Οι δύο φίλοι κοιτάζονται έκπληκτοι. Νιώθεις τον θαυμασμό τους. Το πώς αρχίζουν να συνειδητοποιούν την διαχρονική αξία του βιβλίου. Τους κόπους και τα βάσανα των γραφέων. Την επιθυμία και τα παρακαλετά των απλών ανθρώπων προς τους γραμματιζούμενους, κοσμικούς αλλά κυρίως κληρικούς, να τους μάθουν …κά(μ)ποσα γράματα…

«Ολόκληρο το βιβλίο το έγραφαν με το χέρι», ψιθυρίζει πάλι ο γυαλάκιας στον φίλο του, που όμως έχει εξαφανιστεί. Ακούγεται ένα γκλιν γκλαν, κι αμέσως μετά, από το άνοιγμα ενός τετραγωνισμένου κεραμιδί χώρου, στημένου επί τούτου για τις ανάγκες της έκθεσης, προβάλλει το κεφάλι του φίλου του. «Έλα να δεις το πείραμα με τις σφαίρες». Πίσω του εμφανίζεται η φιλόλογός τους, μια νεαρή γυναίκα με πράσινα μαλλιά, να συνομιλεί με τον κύριο επιστημονικό συντελεστή της έκθεσης, Α.Τ.

«Παιδιά, μετά από όσα είδατε, δεν πιστεύω να εξακολουθήσετε να καταστρέφετε τα βιβλία σας», τους λέει και κουνάει το πράσινο κεφάλι της με νόημα.

«Μα τι λέτε κυρία», διαμαρτύρονται με μια φωνή τα παιδιά. Βγαίνουν έξω. Τους περιμένουν ανυπόμονοι, οι υπόλοιποι συμμαθητές τους.

«Τι κάνετε ακόμα μέσα ρε μαλάκες, μια ώρα σας περιμένουμε. Δεν είπαμε ότι θα πάμε για μπουγέλο;»

§

 

 

Εύας Μ. Μαθιουδάκη

Ένα φίνο γιαπωνέζικο χαρτί

 

Δεν κοκκίνιζε ποτέ της. Το δέρμα της ήταν από γεννησιμιού της ίδιο διάφανο ριζόχαρτο. Σπάνια θυμόταν κάτι συγκεκριμένο και σπανιότερα είχε κάτι να πει. Μόνο σποραδικά είχε επίγνωση του κόσμου λες και η συνείδησή της ήταν βυθισμένη σε ένα θολό φως. Τώρα, για να είμαστε ειλικρινείς, ένα μέρος ήταν όνειρο, ένα άλλο πραγματικότητα ή και παραισθήσεις που δημιουργούσε η παραμονή στον χιμαιρικό κόσμο της.

Την έλεγαν Άσα, γιατί ήταν γεννημένη την αυγή. Οι μέρες και οι μήνες της περνούσαν καλπάζοντας προς το άγνωστο, χωρίς να την αγγίζουν. Ζούσε σε ένα μικρό ορεινό οικισμό στο όρος Ακάγκι. Δεν είχε ποτέ της ταξιδέψει μακριά. Μόνο που κάθε βράδυ η συνείδηση της φωτιζόταν από την ίδια επαναλαμβανόμενη οπτασία.

Περπατούσε λέει κατά μήκος μιας ακτής φορώντας μακριά μαργαριταρένια σκουλαρίκια. Η μέρα δεν είχε ακόμη ξημερώσει και εκείνη είχε σταματήσει ν’αναπνεύσει το φρέσκο αεράκι. Η πάχνη νότιζε το χορτάρι των λόφων. Τα μαλλιά της ανάστατα και η θάλασσα μπροστά της σκοτεινή κι ατσαλένια με δυο γιγάντιους συμπαγείς όγκους να της κλείνουν τον ορίζοντα. Ένοιωθε να διαπερνά το κορμί της μια αίσθηση ζωντάνιας και, χωρίς να το θέλει, βρισκόταν αιωρούμενη στη σχοινένια γέφυρα που ένωνε τους δυο βράχους του Μεότο Ίβα*.

Ο ήλιος ξεπρόβαλλε, οι πύρινες γλώσσες του έγλειφαν την πλαγιά κι η θάλασσα γυαλί. Ξυπνούσε από το εκτυφλωτικό φως που ανέτειλε ανάμεσα στους δίδυμους βράχους, σε ένα σύννεφο πάλλευκο, λουσμένη στο φως. Ωστόσο όταν άνοιγε τα μάτια της βρισκόταν και πάλι ξαπλωμένη στο μισοσκόταδο του δωματίου της με τις ξύλινες συρταρωτές πόρτες σότζι .

Μια μέρα, εκεί που τριγυρνούσε χωρίς σκοπό στους λόφους με τις ανθισμένες αζαλέες, συνάντησε ένα αγόρι τον Μποτάν, που δούλευε στο μεγάλο ξενοδοχείο του βουνού. Αγάπησε τον μικρό λευκό λοβό του αυτιού της, την κυματιστή σάρκα των γλουτών της, τις δύο πτυχώσεις στις πατούσες της και έμεινε εκεί κοντά της.

Το αστραφτερό χρυσό φως της Ανατολής κι η δροσιά της μουσκεμένης γης, που καρπίζει τη γη φουντώνει τους βλαστούς και δίνει το λαμπερό χρώμα στις αζαλέες, τους συνόδευε για πάντα.

Μόνο που εκείνη η μικρή χιονόλευκη Άσα, η πριγκίπισσα του, σηκώθηκε ένα πρωί, άνοιξε τα μάτια της, κατέβασε από το τοίχο το ριζόχαρτο με την εικόνα από μελάνι με τους Βράχους του παντρεμένου ζευγαριού, έδωσε ένα φιλί φευγαλέο, μυστικό στα χείλη του Μποτάν και ξύπνησε.

*Το Meoto Iwa ή οι Βράχοι του παντρεμένου ζευγαριού, βρίσκονται στην πόλη Φουτάμι και αντιπροσωπεύουν σύμφωνα με τον Σιντοϊσμό την ένωση σε γάμο του άνδρα και της γυναίκας. Κατά τη διάρκεια του θερινού ηλιοστάσιου ο ήλιος φαίνεται να ανατέλλει ανάμεσα στους δύο βράχους που τους ενώνει μια γέφυρα από σχοινί. 

Claude Monet/Bouquet of Sunflowers

Ελένη Μπουκαούρη

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ

 

Ο άντρας μου δεν θα με περίμενε τόσο νωρίς. Ίσως να είχε μαγειρέψει, αν και σπανίως έμπαινε στον κόπο. Στην παραλία, είδα κόσμο μαζεμένο. Μήπως πνίγηκε κάποιος; Ο ναυαγοσώστης πουθενά. Στο σπίτι, τον ρώτησα μήπως άκουσε κάτι για πνιγμένο. Μούγκρισε και ρώτησε απότομα τι θα φάμε. Μπριζόλες, είπα. Φάγαμε και σήκωσα το τραπέζι. Οι δουλειές του σπιτιού δεν με κουράζουν, με ηρεμούν. Μου αρέσει που για να πάω στην δουλειά μου, καθημερινά περνάω από την κουζίνα στο γραφείο κι εκεί μεταφράζω τις ξένες λέξεις, φωτίζω τις γκρίζες περιοχές, τις αμφισημίες, τις αλληγορίες, διασφαλίζω το αρμονικό πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη. Άναψα ένα τσιγάρο και κάθισα στο μπαλκόνι. Η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε. Τον είδα στο δρόμο. Άναψε κι αυτός ένα τσιγάρο. Ύστερα, έπιασε το κινητό του κι άρχισε να μιλάει έντονα. Έκλεισα τα μάτια κι αναρωτήθηκα τι άλλο θα μπορούσα να μαγειρέψω μέχρι το τέλος της εβδομάδας.

Τον Ιούνιο, το φως μοιάζει αιώνιο. Πριν δύσει ο ήλιος, πήγα στο Ναυάγιο του Μαθιού και κολύμπησα δυνατά. Ένα κουρασμένο, αγριεμένο σώμα που δεν θέλει να παραιτηθεί. Πέρασε ο νεαρός ναυαγοσώστης, τον χαιρέτησα, αλλά δεν με είδε. Οι καφετιές πανάδες στο χέρι μου παραήταν πολλές. Το βράδυ, έφτιαξα μια απλή μακαρονάδα με φρέσκια ντομάτα. Ήπιαμε ένα δροσερό κρασί κι ανάψαμε τσιγάρο. “Αυτό το παιδί, ο ναυαγοσώστης”, είπα, “παίζει συνέχεια με το κινητό του, δεν έχει καν κιάλια, πώς θα δει αν πνίγεται κάποιος;”. Δεν απάντησε. “Τίποτε δεν θα δει, κανέναν δεν θα σώσει…” Κατάπια έναν κόμπο φόβου και δεν συνέχισα. “Κάποτε, όλοι προσπεράσαμε τον πόνο του άλλου”, είπε αδιάφορα, “πώς να βοηθήσεις κάθε πικραμένο;” Πάλι η εξώπορτα άνοιξε κι έκλεισε

Το πρωί κατέβηκα νωρίς για μπάνιο κι ύστερα μετέφρασα δυο-τρεις σελίδες, αλλά δεν είχα κέφι για δουλειά. Άφησα τον άντρα μου στον υπολογιστή του και πήρα το αυτοκίνητο. Οι διακοπές μας άρχιζαν πάντα τον Ιούνιο ο κόσμος είναι λίγος, η μέρα ατελείωτη. Οδήγησα μέχρι το χωριό, πάρκαρα απόμερα και κάθισα σε μια ταβέρνα στην πλατεία. Σε λίγο κάθισε δίπλα ένας ηλικιωμένος καλοστεκούμενος άντρας με ψαθάκι κι ένα φούξια φουλάρι. Κρατούσε ένα βιβλίο. Γερμανικά! Η γλώσσα που δεν κατάφερα να μάθω. “Μαρίνα!” συστήθηκα, “Φρέντυ!”, ανταπέδωσε. Πιάσαμε κουβέντα και μοιραστήκαμε τις τηγανητές πατάτες. Πρότεινα να πάμε βόλτα στο κεντράκι της παραλίας. Τηλεφώνησα στον άντρα μου, όλα καλά, είχε φάει; Πήρα κάτι γεμιστά απέξω, είπε, και κλείσαμε. Ήπιαμε κάμποσα τσίπουρα. Μάλλον ζαλίστηκα και η επιθυμία να κολυμπήσω ήταν πιο δυνατή από τη λογική ή τη ντροπή. Γδύθηκα κι όταν έμεινα μόνο με την κιλότα και το σουτιέν, έπεσα στο νερό κι ακολούθησα το χρυσό αυλάκι της δύσης. Ο Γκέρχαρντ με κοίταζε με ένα υπομειδίαμα κι ύστερα ξαναγύρισε στο βιβλίο του. Δεν είχε πλάκα πια. Γύρισα ανάσκελα, ζαλισμένη και πολύ χαλαρή. Ξαφνικά τρόμαξα, δεν ήταν διόλου απίθανο να πνιγώ έτσι στα καλά καθούμενα και δεν θα έφταιγε κανένας ναυαγοσώστης που δεν έχει κιάλια… Ο Φρέντυ μου έδωσε το φουλάρι του για να σκουπιστώ και μείναμε σιωπηλοί, αγναντεύοντας το ηλιοβασίλεμα. Άπλωσα το χέρι μου κι έπιασα το δικό του. Δεν γύρισε να με κοιτάξει, ξαφνικά σηκώθηκε βιαστικά και μου είπε ότι έπρεπε να φύγει.

Κάπνιζε μπροστά στην τηλεόραση όταν επέστρεψα. Έκανα ένα ντους κι έφτιαξα μια ομελέτα με μπόλικη φέτα. “Αύριο, ίσως βρω φρέσκο ψάρι”, είπα τρυφερά. “Εσύ πήγες για μπάνιο;” Κούνησε αρνητικά το κεφάλι του κι άλλαξε κανάλι. “Είπαν τίποτα για πνιγμένο;” Φώναξα. “Μήπως άκουσες κάτι;” επέμεινα και ξαφνικά, “ξεκόλλα βρε ηλίθια, κόφ’ το επιτέλους, δεν μπορείς να χαλαρώσεις, ρε γαμώ το μου; Σκάσε πια!” ούρλιαξε εκτός εαυτού και η εξώπορτα βρόντηξε. Δεν ήξερα πού να βολέψω το σώμα μου, κοίταξα σαν χαμένη την παλιά καρέκλα, τον καναπέ με το τριμμένο ύφασμα, το κάδρο στο χολ που έγερνε στραβά. Ύστερα, όλα έσπασαν, το σούρουπο έγινε νύχτα. Βρέθηκα σε σιωπηλό μαύρο βυθό. Ήμουν αποκλεισμένη σε μια σκοτεινή αμφισημία, μέσα στην οποία ζούσαμε και οι δύο, αλλά όχι μαζί. Αδύνατον να μεταφράσω αυτήν την αμφισημία, πού να βρω τις λέξεις;

Το επόμενο πρωί, πήγα πάλι στο Ναυάγιο του Μαθιού. Πλησίασα στο κουφάρι της βουλιαγμένης βάρκας, αλλά παραπάτησα κι έπεσα άγαρμπα προς τα πίσω. Ανάσκελα επιπλέοντας μισοβυθισμένη κι εγώ, τυφλώθηκα από το φως κι ένιωσα να διαλύομαι στη βάρβαρη λάμψη του. Ίσως πνιγόμουν, βουλιάζοντας λίγο, κι άλλο λίγο, και λίγο ακόμη, απορώντας για το ασήκωτο βάρος του νερού, που μουρμούριζε, γιατί συνεχίζεις, αυτός, εσύ… Βγήκα να στεγνώσω κι ίσως αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα από τις σκουντιές και κάπως αποχαυνωμένη, αντίκρισα από πάνω μου ένα αγόρι που με κοιτούσε παράξενα. Έκανα να ανασηκωθώ, αλλά μ’ έσπρωξε κάτω. Το χέρι του χούφτωσε το στήθος μου και πήγε να με καβαλήσει. Φώναξα και τον κλώτσησα, “τι φωνάζεις μωρή πατσαβούρα, κωλόγρια…”. Μου πέταξε μια πέτρα φεύγοντας και κατέβασε το βρακί του να μου δείξει τον πισινό του. Έτρεμα ανεξέλεγκτα.

Το απόγευμα, πήγαμε στα εγκαίνια μιας έκθεσης στην τοπική Βιβλιοθήκη. Στους τοίχους, ήταν κρεμασμένοι ακουαρέλες, φωτογραφίες κι ένα πανό από λεπτεπίλεπτο ρυζόχαρτο. Οι κυματισμοί του σχημάτιζαν γκρίζες σκιές, υπήρχαν μικρά σκισίματα, ζάρες και ραγισματιές, μουτζούρες και αποτυπώματα, σκόρπια γράμματα σε πολλές γλώσσες, λεπτές γραμμές σαν μονοπάτια που τέμνονταν. Ένα απροσδιόριστο σύμπαν χωρίς χρώμα, χωρίς σχέδιο, αρχή ή τέλος. Στην είσοδο, εμφανίστηκε ο Φρέντυ, συνοδευόμενος από ένα γεροδεμένο αγόρι, ναι! Πρέπει να ήταν ο νεαρός ναυαγοσώστης. Οπισθοχώρησα, δεν ήθελα να με δουν. Τράβηξα τον άντρα μου προς την έξοδο. “Πάμε για ένα τσιγάρο;” παρακάλεσα.

Στάθηκε μακριά μου, προσηλωμένος την οθόνη του κινητού του. Πήγα πίσω του και πέρασα τα χέρια μου γύρω από τη μέση του. Έκλεισε αμέσως το τηλέφωνο και το έριξε στην τσέπη του.

“Σήμερα είναι η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου, η πιο φωτεινή…” ψέλλισα. Το μάγουλό μου ακουμπούσε στην πλάτη του. Έκλεισα τα μάτια και σφίχτηκα πάνω του. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά μου. “Δηλαδή, από αύριο περνάμε στο χειμώνα”, χαχάνισε κι έπιασε πάλι το κινητό του.

“Άντε, πάμε σπίτι, απόψε θα σου κάνω τη χάρη να μαγειρέψω εγώ”, είπε και προχώρησε μπροστά. “Δεν πεινάω”, είπα και τα χείλη μου στέγνωσαν. Έμεινα ακίνητη κοιτάζοντας την πλάτη του που απομακρυνόταν. Μετά πέρασα απέναντι, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

20 Ιουνίου 2022

Edward Hopper/Room in New York

 

Αλίκη Στελλάτου

Tutti bene

Πάλι άνοιξε η πόρτα και σε βλέπω ξαπλωμένο στο ίδιο σημείο, γιατί βέβαια πού αλλού θα μπορούσες να βρίσκεσαι – δεν αναρωτιέμαι πλέον. Τα τελευταία δύο χρόνια, αφού εσύ ο ίδιος δεν μπορείς, αλλάζει προσανατολισμό το κρεβάτι σου ανάλογα με την εποχή, ανάλογα με την απόστασηαυτού του σημείου της Γης από τον Ήλιο, ανάλογα με το πόσο μεγάλη είναι η μέρα και η νύχτα: τον χειμώνα είναι γυρισμένο προς το εσωτερικό του σπιτιού και βλέπεις προς την πόρτα, από όπου μπαίνει όποιος έρχεται να σε δει: σε βλέπει και τον βλέπεις – αλλά δεν τον βλέπεις. Το καλοκαίρι γυρίζει προς την βεράντα, προς τα έξω, προς τα λουλούδια. Σαν ηλίανθος που ακολουθεί το φως: μίας μέρας διάρκεια ζωής η μέρα, μίας μέρας φως η ζωή σου· και λίγο πριν από τη νύχτα σκύβεις προς τη γη, προς το ρίζωμα που δεν ξεχνάει κανέναν μας. Μια παρατεταμένη τελευταία επιστολή της Έμιλυ Ντίκινσον γράφεται εδώ και δύο χρόνια στο κρεβάτι σου που γυρίζει σαν τον ήλιο γύρω από τη γη σου: κλήθηκα πίσω.

Tutti bene, όμως, όπως απαντούσες πάντα, όταν σε ρωτούσα τι κάνεις. Ήσουν πάντα αξιοπρεπής και έντιμος, είχες πει όταν ακόμα μπορούσες, περήφανος για το πώς έζησες, σταθερός σε όσα πρέσβευες, ξεκάθαρος σε αυτά που πίστευες, κι εγώ κοιτούσα το χέρι σου καθώς μιλούσες, όπως εκείνη η φίλη μου, η οποία, όσο εγώ μιλούσα ακολουθούσε τα δικά μου γοργά κινούμενα χέρια με το βλέμμα της, σαν να συνεισέφεραν και αυτά στην αφήγηση και, αν ήθελε να κατανοήσει πλήρως όσα άκουγε, δεν έπρεπε να τα χάσει λεπτό από τα μάτια της. Το δικό σου χέρι όμως δεν συνεισέφερε σε καμία αφήγηση· το κινούσες με βαριά έμφαση, τόσο αργά που έμοιαζε σαν από αυτό το χέρι εκείνη ακριβώς τη στιγμή να γεννιόταν για πρώτη φορά στον κόσμο η κίνηση. Και ταυτόχρονα για πρώτη φορά στον κόσμο γεννιόταν μια σκέψη· και τότε ήξερα ότι το χέρι σου σκέφτεται, ακόμα και αν ποτέ δεν θα μάθαινα τι, αφού η βραδυγλωσσία σου, τόσο κυνική απέναντι στην ανεμπόδιστη ομιλία που έβλεπες μόνο στα όνειρά σου, πρόσφερε τις νεογέννητες σκέψεις ως υλικό για νέες κινήσεις που τροφοδοτούσαν νέες άφατες πάντα σκέψεις και πάλι από την αρχή. Ίσως γι’ αυτό επέλεγα βραδύγλωσσους δασκάλους, σκέφτηκα, και ήταν αυτή μια ακαριαία δική μου σκέψη, μια αποκάλυψη. Κίνησα το χέρι μου μόνο για να σε χαϊδέψω: ήσουν ο καλύτερος δάσκαλος που είχα, σου είπα, και για πρώτη φορά μετά από καιρό με κοίταξες και ήξερες ποια είμαι.

Μη με αφήνεις

τζίτζικα στη σιωπή μου

χωρίς τον ήχο

Είναι μεσημέρι και είμαστε μόνοι στο σπίτι. Διαβάζω ένα από τα πιο παλιά βιβλία του Συμεών και ξέρω πως θα σου άρεσε. Προχθές μου ψιθύρισες κάτι σαν η Πλατυτέρα έδωσε – δεν κατάλαβα περισσότερα. Σκέφτομαι πως φέτος δεν έχω ακόμα ακούσει τζιτζίκια στην Αθήνα. Τελειώνει ο Ιούνιος, αύριο είναι η μεγαλύτερη μέρα, από μεθαύριο η νύχτα μεγαλώνει, το φως μειώνεται και φοβάμαι μήπως σκύψεις το κεφάλι, γυρίσεις προς το ρίζωμά σου και σε χάσω. Θυμάμαι ότι τα τζιτζίκια εκκολάπτονται για πολύ καιρό κάτω από την επιφάνεια του εδάφους – η σιωπή είναι η μόνη ομιλία τους εκεί στο σκοτάδι, η γη τούς είναι παλιά γνώριμη όταν στο τέλος επιστρέφουν σε αυτήν από τα δέντρα. Δεν ξέρω αν ακόμα είναι θαμμένα μέσα της ή αν σε κάποιο άλλο μέρος, ίσως όχι πολύ μακριά από εδώ, άρχισαν ήδη τη φλυαρία τους, αυτήν που όσο την ακούς, ξέρεις πως ακόμα ανήκεις στην πλευρά του ήλιου. Όμως όσο τα τζιτζίκια σιωπούν δεν είμαι σίγουρη τι να περιμένω. Από μεθαύριο η μέρα θα είναι ήδη μικρότερη και η δική σου φωνή δεν ακούγεται εδώ και καιρό.

Ήχο δεν ακούω κανέναν. Μη με αφήνεις τζίτζικα, επαναλαμβάνω μονότονα σαν σε ψαλμό προς την Πλατυτέρα, καθώς σε χαϊδεύω με το χέρι μου, που μοιάζει τόσο με το δικό σου. Η μέρα εξατμίζεται, το φως αραιώνει, κι εγώ όλο κάτι καινούργιο μαθαίνω από εσένα.

Γιατί είναι και η επανάληψη ένα μάθημα: ψάλλω και ο χρόνος διαστέλλεται, ο ήλιος δύει πιο αργά σήμερα· για σήμερα, λίγο περισσότερη μέρα. Από μεθαύριο βλέπουμε.

Claude Monet/The Saint Lazare Station

 

Ελένη Στελλάτου

Η επέλαση

Ο ήχος ενός αντικειμένου που σπάει, το ξαφνικό κλάμα ενός μωρού, μια φωνή που εκπυρσοκροτεί από το βάθος της αυλής, αντανακλά από τοίχο σε τοίχο και καρφώνεται ακριβώς δίπλα του. Παρατηρεί μια νέα ρωγμή στο ξεφλουδισμένο ξύλο, από την μια άκρη του τραπεζιού ως την άλλη. Η γυναικεία φωνή δεν ακούγεται καθόλου, δεν θα’ πρεπε; Το μωρό συνεχίζει να ουρλιάζει αθέατο, ακούγεται μια πόρτα που κλείνει, χτυπήματα, μερικές βρισιές. Ύστερα ησυχία. Όλα τελειώνουν το ίδιο απότομα όπως άρχισαν.
Πλησιάζει το πίσω παράθυρο, η γυναίκα βγαίνει κι αρχίζει να μαζεύει την πλύση, ευτυχώς, με το ένα χέρι κρατάει το παιδί χαμηλά στην λεκάνη της και με το άλλο χέρι ρίχνει τα πουκάμισα στον ώμο σε έναν σωρό που της φτάνει γρήγορα πάνω από το κεφάλι. Έπειτα μπαίνει στο σπίτι και ξαναβγαίνει χωρίς πουκάμισα και χωρίς παιδί. Τα χέρια της είναι ελεύθερα και ταλαντεύονται δεξιά κι αριστερά από το μαύρο της φόρεμα. Μαζεύει τα σεντόνια και χάνεται στο εσωτερικό του σπιτιού.
Απλώνει τις σημειώσεις του κατά μήκος της ρωγμής και τώρα στο τραπέζι υπάρχει κάποια τάξη, οι αριθμοί είναι ισοϋψείς και τα γράμματά του ευκρινή, δημιουργήματα μιας εσωτερικής γραφομηχανής που δεν κάνει λάθη ποτέ. Ο ήλιος γεμίζει το δυτικό του δωμάτιο -ιδανικό το χειμώνα, ανυπόφορο το καλοκαίρι– και στο ηλιακό ρολόι του τοίχου σβήνει όμορφα η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου. Ώρα δύσης, εννιά και τρία λεπτά.
Στην κουζίνα, λίγο καρπούζι. Το ψυγείο παραείναι μικρό όμως κάνει τη δουλειά του βουίζοντας ακατάπαυστα τους τελευταίους μήνες κι αυτή είναι μια ενόχληση που την συνήθισε πια και την αγαπάει, το ψυγείο του δουλεύει εντατικά γι’ αυτόν. Από την σόμπα που δεν φρόντισε να καθαρίσει, παίρνει ένα κάρβουνο και τραβάει μια γραμμή στο άσπρο του μανίκι.
Κάποια μουρμουρητά σηκώνονται από τις αυλές, φωνές παιδιών βουίζουν από μακριά, ο ήχος μιας μοτοσικλέτας που απομακρύνεται, ένα αεράκι και τότε, μυρωδιά σαπισμένου νερού μπαίνει από τα παράθυρα μαζί με το φως. Κλείνει τα τζάμια. Η νύχτα πέφτει και σύντομα δεν φαίνεται κανένα ίχνος λευκού στην αυλή.

Το πουκάμισο είναι πλυμένο και σιδερωμένο και οι σημειώσεις τακτοποιημένες στο συρτάρι, θα προγυμνάσει μερικούς μαθητές αργότερα, το φθινόπωρο. Τώρα η πόλη θα βουλιάξει σε κύματα υγρής ζέστης και τα μόνα δραστήρια πλάσματα ανάμεσα στους ιδρωμένους θα είναι οι μύγες και τα κουνούπια. Η πόλη τον διώχνει. Το δωμάτιο, το ίδιο. Αλλά η αυλή όχι. Χαμηλά, πίσω από τα σεντόνια, η φασαρία ξαναρχίζει, είναι ο άντρας που επιστρέφει και φτάνει πάντα λίγο πριν πέσει η νύχτα. Η φωνή, κλάματα, κρότοι, πόρτες που κλείνουν, φαίνεται ότι αυτή η φασαρία ακινητοποιεί τους υπόλοιπους ενοίκους, είναι ένα είδος καταιγίδας από την οποία το ένστικτο τούς υποβάλλει να φυλάγονται. Χτυπάει το μολύβι του στο τραπέζι σαν μικροσκοπικό ακόντιο που διστάζει να ρίξει -ξανά, ξανά, ξανά– ώσπου η μύτη σπάει.

Ύστερα κοιτάζει το ηλιακό ρολόι και τότε οι φωνές εξαφανίζονται. Με την ανύπαρκτη μύτη του μολυβιού σημειώνει βιαστικά σε ένα χαρτί, 24 Ιουνίου 1957, ώρα δύσης εννιά και πέντε λεπτά.

«Έφερα πετσέτες»
Η γυναίκα κουνάει το κεφάλι και του δείχνει έναν χαμηλό πάγκο.
«Δεν έχω πολλά ρούχα, γι’ αυτό τα φέρνω συχνά»
Η γυναίκα δείχνει να κατανοεί, το επόμενο βράδυ θα είναι έτοιμα.
«Θα περάσω μεθαύριο πρωί»

Δεν θέλει να συναντήσει εκείνον, δεν τον έχει δει ποτέ του κι όσο δεν τον βλέπει παραμένει κάποιος που μπορεί να νικηθεί εύκολα. Της βάζει στο χέρι χαρτονομίσματα, του λέει ότι είναι πολλά, της απαντά ότι θα φέρει κι άλλα ρούχα. Δεν ασφυκτιά αυτό το σώμα μέσα στο μαύρο του φόρεμα; Την ώρα της δύσης παραμένει προσηλωμένος στο ηλιακό ρολόι. Δίπλα του, το ρολόι χειρός και το ξυπνητήρι. Σημειώνει: 26 Ιουνίου, ώρα δύσης εννιά και εφτά λεπτά. Ξαναδιαβάζει αυτό που μόλις σημείωσε και το υπογραμμίζει.

«Γιατί δεν φεύγεις;»
Το μικρό πιάνεται στο πηγάδι για να σηκωθεί αλλά πέφτει. Η γυναίκα φέρνει καυτό νερό, το ρίχνει στην σκάφη, βυθίζει τα χέρια της και τρίβει τα σεντόνια. Γιατί δε φεύγει; Το μικρό ψάχνει ένα γατάκι, του λέει ότι κοιμάται. Στύβει τα σεντόνια της με τόση δύναμη ώστε τα εξαντλεί κι ύστερα δείχνει στη ρίζα της ροδιάς ένα φρέσκο βουναλάκι από χώμα.
«Μπλέχτηκε στα πόδια του χθες βράδυ και τον έριξε κάτω. Νευρίασε, το πάτησε στο λαιμό πέντε – έξι φορές»
Τα τελευταία βράδια μένει να παρατηρεί το ηλιακό του ρολόι ακόμη κι όταν το έχει ολότελα απορροφήσει η νύχτα. Οι μέρες αχνίζουν η μία πίσω από την άλλη κι όλα φαίνονται να βουλιάζουν μέσα στην ζέστη που διαβρώνει τα πάντα, ακόμη κι η φωνή στο βάθος της αυλής μοιάζει να έχει ξεθωριάσει. Το ραδιόφωνο αναμασά μουσική, οι υπηρεσίες υπολειτουργούν, οι συνάδελφοί του έχουν εξαφανιστεί, όποιος μπορούσε έχει ήδη φύγει από την πόλη κι οι άλλοι απλώς υπομένουν επειδή έτσι είναι ο Ιούλιος. Ανασαίνει δύσκολα τον ζεστό αέρα και μέσα στο σκοτάδι σημειώνει: 10 Ιουλίου, ώρα δύσης εννιά και δεκαπέντε λεπτά. Με το μολύβι του, που σκαλίζει το χαρτί σαν πυρογράφος.

«Κι αν ήσουν κάπου αλλού, ασφαλής;»
«Δεν έχω αλλού»
Δεν αντέχει να σκοτώσει την εικοστή μύγα της ημέρας και την αφήνει στη ράχη του, φαίνεται να απολαμβάνει τον ιδρώτα του που κυλάει σε ρυάκια από τον λαιμό μέχρι το θώρακα και κατά μήκος της κοιλιάς και με κάποιο τρόπο καταλήγει στο στομάχι, ένα καυστικό υγρό που σταλάζει μέσα του ανοίγοντας μια μαύρη τρύπα.
«Κι αν είχες;»
«Δεν έχω»
Εκείνο το βράδυ ο ήλιος δύει στις εννιά και δεκαεφτά και για αυτό που έρχεται καταπάνω τους ολοταχώς, δεν νοιάζεται απολύτως κανείς.

Την περιμένει στον σταθμό. Είναι μεσημέρι κι ο ήλιος πυρακτώνει τις σιδηροδρομικές γραμμές – μήπως τις επαναφέρει στην ρευστή τους μορφή προτού προλάβουν να φύγουν;
Βηματίζει πέρα δώθε κι είναι σίγουρος πως δεν θα έρθει. Και να που το πλήθος αναδεύεται επειδή εμφανίζεται από μακριά το τρένο.
«Πρέπει να έρθεις, ο κόσμος θα καταστραφεί»
αλλά αυτό δεν της έκανε εντύπωση.
«Ο κόσμος μου θα καταστραφεί»
Τον κοίταξε αμίλητη, ίσως η καταστροφή του κόσμου παίρνει διαφορετικές διαστάσεις αναλόγως της οπτικής γωνίας που την εξετάζει κανείς. Και τώρα που επιτέλους την βλέπει να έρχεται βιαστική, με το μωρό στο ένα χέρι και την βαλίτσα στο άλλο, η πιθανότητα μιας καταστροφής απομακρύνεται με την ίδια βιασύνη που αφήνει τον σταθμό ένα μεσημεριάτικο τρένο.

Στο στήθος της έχει αποκοιμηθεί το μωρό, τα χέρια της ξεκουράζονται επάνω του και όλα μοιάζει να έχουν επιβραδυνθεί, ίσως η κληματαριά ευθύνεται γι’ αυτό. Μακριά, πίσω από τα βουνά, εξαφανίζεται ο ήλιος. Και το ρολόι;
Η ώρα είναι οκτώ και σαράντα οκτώ, επιτέλους, ανασαίνει βαθιά, ο αέρας της νύχτας που πλησιάζει είναι τρυφερός, οκτώ και σαράντα οκτώ, ας πούμε ότι επανήλθαν όλα στη σωστή τροχιά, επιτέλους, του έρχεται να γελάσει αλλά δεν θέλει, θέλει αυτήν που τόσες ώρες δεν του έχει μιλήσει και-
«Πες μου τι σκέφτεσαι»
«Ξέρεις» Το μικρό αναταράζεται και η γυναίκα το χαϊδεύει αργά στην πλάτη «Δεν είναι στ’ αλήθεια κακός»