Scroll Top

Η σπαρακτική ομορφιά της νοσταλγίας/Η μάσκα του Καπιτάνο: το νέο μυθιστόρημα για νέους του Μάνου Κοντολέων. Η ανάγνωση μιας ενήλικης – Της Τζίνας Καλογήρου

Ο Μάνος Κοντολέων ως συγγραφέας βρίσκεται στον αντίποδα του αυτονόητου. Τα έργα του συγκροτούν διαρκώς λόγους που σημαίνουν αέναα: ανεξάντλητα, έτοιμα να ξεδιπλώσουν μια πλειάδα σημασιών, δοκιμάζουν και ενεργοποιούν διαρκώς τις όποιες ερμηνευτικές κατασκευές των αναγνωστών τους, νεαρών ή ενηλίκων. Στυλίστας της γραφής, δεξιοτέχνης ύφους που επενδύεται σε θαυμαστούς τροπισμούς της γλώσσας, και εμβολιάζοντας παράλληλα τον λόγο του με λυρισμό και ποιητική υπαινικτικότητα, ο Κοντολέων είναι την ίδια στιγμή συγγραφέας που στηρίζεται στην εύρωστη και εύπλαστη μυθοπλαστική φαντασία και στη διάθεσή του να καλλιεργήσει λόγους κοινωνικής κριτικής και εξερεύνησης της σύγχρονης παθογένειας. Η αποτύπωση της ευμετάβλητης, ρευστής και πολλαπλώς αφυπνιζόμενης ψυχοσύνθεσης του ανθρώπου (ιδιαίτερα του εφήβου) αποτελεί επίσης μία ακόμη δεσπόζουσα της μυθιστοριογραφίας του, όπως και η διερεύνηση συλλήβδην της ζωής, με όλες τις απρόβλεπτες και διφορούμενες όψεις της . Όμως, ενώ από τη μια ο συγγραφέας κοιτάζει με τόλμη και χωρίς ωραιοποιήσεις την πραγματικότητα και τις προκλήσεις της, από την άλλη διαφεύγει προς τον μαγικό χρονότοπο του παραμυθιού, προς έναν κόσμο, δηλαδή, εντελώς απαλλαγμένο από τις δεσμεύσεις της λογικής ή της υλικής αναγκαιότητας, μέσα στον οποίο αφουγκράζεται τις δονήσεις ενός υπεραισθητού μυστηρίου.

Στο τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Η μάσκα του Καπιτάνο (2021, εκδ.Πατάκη) ευδιάκριτη είναι για άλλη μία φορά η κριτική και τολμηρή πραγμάτευση θεμάτων και καταστάσεων οικείων στους αποδέκτες στους οποίους πρωτίστως απευθύνεται, δηλαδή τους εφήβους. Αυτές οι καταστάσεις ανήκουν ασφαλώς στη ζώνη οικειότητας των εφήβων, νοηματοδοτούν τον κόσμο τους. Γι’ αυτό και στο κέντρο αυτής της μυθοπλαστικής πραγματικότητας που κατασκευάζει ο συγγραφέας βρίσκεται ένας έφηβος, ο Φιλ, ο οποίος αντιμετωπίζει ποικίλα ψυχολογικά και συναισθηματικά προβλήματα, που εν πολλοίς προκαλούνται από το γεγονός της αναγκαστικής μετοικεσίας του σε ένα νέο, ψυχρό και συναισθηματικά στείρο περιβάλλον, και της παράλληλης προσπάθειάς του να διαχειριστεί τον αποχωρισμό από τους γονείς του. Όμως, το εκ πρώτης όψεως πιο σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η έντονη διαταραχή ομιλίας (τραυλισμός), το οποίο, όπως είναι αναμενόμενο, οδηγεί σε άλλα προβλήματα που σχετίζονται με την προσαρμογή του σε ένα νέο, εκφοβιστικό και άφιλο σχολικό περιβάλλον. Φυσικά ο Κοντολέων είναι ένας συγγραφέας που έχει την ικανότητα να προβάλλει και να φωτίζει πολύπλευρα την ψυχοσύνθεση του χαρακτήρα, τοποθετώντας τον παράλληλα σε ένα γλαφυρά σκιαγραφημένο χωροχρονικό σκηνικό και θέτοντας τη δράση του σε μια πλοκή οργανικά και σοφά συνθεμένη, με στοιχεία μυστηρίου και εναγώνιας αναμονής. Η πλοκή συνθέτει ένα ψηφιδωτό με ψηφίδες-πληροφορίες που αποκαλύπτονται σταδιακά. Νευραλγικό ρόλο στην εκτύλιξη και τη δυναμική της αφήγησης διαδραματίζουν τα παλιά κόμικς, θησαυροί του συλλέκτη, και οι ήρωές τους, υπερήρωες, τολμηροί μασκοφόροι εκδικητές και προστάτες των αδυνάτων: «ο μαύρος Ζορό, ο μπλε Σούπερμαν, ο κόκκινος Σπάιντερμαν». Ανάμεσα στους μασκοφόρους κόμικ ήρωες ξεχωρίζει ένας λιγότερο γνωστός (σε σχέση, ας πούμε, με τον Ζορό ή τον Lone Ranger), ο Καπιτάνο:

«Φιγούρα εικονογραφημένης ιστορίας μυστηρίου, σκοτεινής εκδίκησης, εκρηκτικού θυμού. Αρρενωπής γοητείας. Σχέδιο μαυρόασπρου κόμικ τριών διαστάσεων».

Ασφαλώς, ο Καπιτάνο είναι ένα σύμβολο, μια μορφή διφυής, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας στο βιβλίο. Η αφήγηση στηρίζεται έτσι στο διακείμενο των κόμικς και ταυτόχρονα ριζώνει στο φαντασιακό του αφηγήματος της παρενδυσίας, της κάλυψης πίσω από μία μάσκα, κάλυψης απαραίτητης ωστόσο για να μπορέσει το άτομο να εκφράσει δίχως φόβο ή περιορισμό τον αληθινό εαυτό του. Άλλωστε η πλειοψηφία των ηρώων στις αφηγήσεις των κόμικς βασίζεται στην παρενδυσία και τη μεταμφίεση προκειμένου να υπερβεί τους φυσικούς, κοινωνικούς ή ψυχολογικούς περιορισμούς και τις όποιες προσωπικές αναστολές και να ενδυθεί με επιτυχία τον άλλο του εαυτό. Αξιοποιώντας το εύρημα της μάσκας και γενικότερα ενσωματώνοντας στο σημειοδοτικό πλέγμα της αφήγησης ένα πλήθος άλλων σημείων και κωδίκων, ο Κοντολέων δίνει πλούσια τροφή στη σκέψη του αναγνώστη του, μιλώντας για τη συμβολική παρενδυσία των φόβων μας, την αναζήτηση ή την απώλεια του αυθεντικού, την ομορφιά του διαφορετικού, τη δύναμη της αγάπης και της συγχώρεσης .

«…όποιος δε συγχωρεί δεν αγαπά. Κι όποιος δεν αγαπά δεν πληγώνεται… Όποιος δεν αγαπά μόνο πληγώνει».

Όμως, ο συγγραφέας αποδεικνύεται αρκούντως επιδέξιος επίσης στο στήσιμο παγίδων, δολωμάτων για να ‘τσιμπήσει’ ο αναγνώστης. Αυτό που προξενεί ευθύς εξαρχής εντύπωση είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας επιλέγει να τοποθετήσει την αφήγηση σε ένα εμφανώς ξένο (πιθανότατα made in USA) πλαίσιο: τα ονόματα, οι αναφορές σε σκηνικά και πολιτισμικά στοιχεία(όπως η μεξικανική γιορτή της Ημέρας των Νεκρών ή τα χαρακτηριστικά καπέλα με το πλατύ γείσο), χλωρίδα και πανίδα (γκουάβα, κογιότ, χωράφια με καλαμπόκια), αντικείμενα, το κλίμα, η όλη ατμόσφαιρα, και ιδίως τα επαγγέλματατων γονέων (η μητέρα εργάζεται στην Ακαδημία Πολιτικής του Διαστήματος, ο πατέρας στρατιωτικός) παραπέμπουν εμφανώς σε σκηνές ή καταστάσεις αμερικανικής κοπής. Μα είναι δυνατόν ο συγγραφέας μας να καταφεύγει σε «αμερικανιές»; θα αναρωτηθεί ενδεχομένως ο πιστός αναγνώστης και λάτρης των βιβλίων του(όπως εγώ). Όχι βέβαια, ο Κοντολέων είναι εξόχως ευφυής για να προβεί συνειδητά ή μη σε μια τέτοια συγγραφική ‘συνταγή’. Ο στόχος του είναι να υπονομεύσει κάθε αναγνωστική ευκολία ή βεβαιότητα και στην πραγματικότητα να ανοικειώσει τις όποιες προφανείς αναγνωστικές προσδοκίες προκαλεί η τοποθέτηση του βιβλίου σε μια αμερικανική επαρχία. Η ειρωνεία, λεπτή και διακριτική, με την αμφισημία της, διαβρώνει την αφήγηση, μετατρέποντάς την, όπως θα δούμε στη συνέχεια, σε ένα γοητευτικά ολισθηρό, πλήρες νοημάτων πεδίο.

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη από την πρώτη στιγμή είναι η δημιουργία ενός γυναικείου χαρακτήρα, μιας μεσόκοπης γυναίκας με το όνομα Λάουρα, η οποία μιλά με τα λόγια, αυτούσιους στίχους για την ακρίβεια, των παλιών ποιητών. Η φράση « που λέει κι ο παλιός ο ποιητής» αποτελεί μόνιμη επωδό των λόγων της: «Πού πας, μικρέ τραυματία;… Οι μώλωπες της γης προσμένουν την βροχή – που λέει κι ο παλιός ο ποιητής…». Αυτό έχει βεβαίως σαν αποτέλεσμα το βιβλίο να είναι διάστικτο από μια εκπληκτική γκάμα στίχων(ελληνικής και ξένης ποίησης, διαφόρων περιόδων) αλλά και στίχων από τραγούδια (μήπως και τα τραγούδια ποίηση δεν είναι;), οι αναλυτικές πηγές των οποίων παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου. Η στερεότυπη επωδός λειτουργεί ως προειδοποίηση για τον νεαρό αναγνώστη έτσι ώστε να αναγνωρίσει το κειμενικό θραύσμα, να το αποκωδικοποιήσει ως κειμενικό δείκτη-ως ‘ξένο σώμα’ που έρχεται από μια άλλη εποχή- και τέλος, να αναζητήσει την προέλευσή του[1].

Τι εξυπηρετεί όμως αυτή η ενορχήστρωση μέσω της οποίας ενσωματώνονται στην αφήγηση με τόσο εμφανή όσο και αρμονικό τρόπο τα ποιητικά διακείμενα; Ας μου επιτραπεί στο σημείο αυτό μία σύντομη παρέκβαση, καθώς η Λάουρα θυμίζει -τηρουμένων των αναλογιών- τον περιώνυμο ήρωα του Edmond Rostand, τον Cyrano de Bergerac, γνωστό για την εκπληκτική ευφράδειά του και για την ικανότητά του να κατέχει το χάρισμα της ποιητικής λαλιάς. Ο μεταμυθοπλαστικός τρόπος ωστόσο με τον οποίο χρησιμοποιεί τους στίχους ο Κοντολέων θυμίζει ειδικότερα τη μεταμοντέρνα διασκευή του έργου του Rostand από τον Martin Crimp για το Playhouse Theatre του Λονδίνου (2019) με τον James McAvoy στον ομώνυμο ρόλο, απαλλαγμένο από τη νατουραλιστική μύτη, εφοδιασμένο όμως με το χάρισμα να μιλά με στίχους, να ανταλλάσσει ποιητικούς διαξιφισμούς και να εξακοντίζει μοναδικής ομορφιάς και ρυθμικότητας στιχουργήματα, μέσω των οποίων κυοφορείται ο έρωτας.Οι ποιητικές φράσεις της ηρωίδας του Κοντολέων από την άλλη, εγκιβωτίζουν την κατάφαση στην ποίηση ως ύψιστη αξία, αλλά και την αγωνία η ποίηση να διασωθεί στο σήμερα και να πληρωθεί το κενό της άφευκτης απώλειάς της για τους νεαρούς ιδίως αναγνώστες.

Η Λάουρα είναι ταυτόχρονα η persona του συγγραφέα και ο φορέας του συγγραφικού λόγου. Είναι μια οδηγητική μορφή για τον νεαρό ήρωα, που θα τον στηρίξει με πολλούς τρόπους στην πορεία του προς την ενηλικίωση και την αυτοπραγμάτωση. Ο χώρος που την περιβάλλει περιγράφεται εκτενώς ,λίγο πριν η ίδια η ηρωίδα κάνει την εμφάνισή της, ως locus amœnus.Είναι ένας τόπος τερπνός και ειδυλλιακός, γαλήνιος και ζεν, περίκλειστος και ασφαλής, απόλυτα περιγεγραμμένος και άφθονος. Περικλείει όλα τα αρχετυπικά στοιχεία-γη, αέρα, νερό, φωτιά (κόκκινο)- και συνομιλεί ευεργετικά με όλες τις αισθήσεις[2]. Είναι έτοιμος να υποδεχτεί την παρουσία της γυναίκας που φέρει τον λόγο της ποίησης και της ομορφιάς:

«Η αυλή στρωμένη με γκρίζες πλάκες, σε μια γωνιά και ανάμεσα σε κλώνους γκουάβα πρόβαλλε μια πέτρινη γούρνα, ολόγυρα πήλινες γλάστρες και παρτέρια με πολύχρωμα λουλούδια και, αμέσως μετά, τρία σκαλιά οδηγούσαν σε μια απλόχωρη βεράντα. Από τις δυο πλευρές της εξώπορτας, καρφωμένα στον τοίχο δυο κλουβιά. Στο ένα μέσα κάποιο πουλί με κατακόκκινα φτερά∙ στο άλλο ένα με πιτσιλωτό φτέρωμα. Τιτιβίζανε. Και από τη γούρνα έσταζε ήρεμα, ρυθμικά το νερό. Δροσιά».

Η Λάουρα είναι κλειδούχος του παραδείσου, πομπός του λόγου των παλιών ποιητών και φρουρός ακοίμητος όλων των παλαιών πραγμάτων που φέρουν την πατίνα του χρόνου, την αύρα του παρελθόντος ,ενός παρελθόντος που ανακαλείται στο παρόν εξευγενισμένο, ίσως και εξιδανικευμένο. «Απ’ όλα τα έργα των ανθρώπων, πιο πολύ αγαπώ τα μεταχειρισμένα – όπως λέει κι ο παλιός ο ποιητής», θα πει, δανειζόμενη τους στίχους του Bertolt Brecht. Η Λάουρα αντιπροσωπεύει την ποίηση, τη μουσική, τη φύση και εν γένει πράγματα που η σημερινή εποχή τείνει να λησμονεί ή ακόμη και να θεωρεί ξεπερασμένα:

«Βλέπεις, εγώ είχα μάθει να αντιμετωπίζω τη ζωή μέσα από την ομορφιά των λέξεων, των χρωμάτων, των ήχων. Μέσα από τη σχέση μου με τα άνθη και τα χειροτεχνήματα… Ξεπερασμένα όλα αυτά… Οι νέοι του σήμερα…».

Όπως είπαμε στην αρχή, στο έργο του Κοντολέων ο ρεαλισμός και η απογειωμένη φαντασία, η πραγματικότητα και το παραμύθι, διαγράφουν τροχιές διασταυρούμενες και μέσω της υπόρρητης συνομιλίας τους διαμορφώνουν πεδία σημασιών που ολοένα διευρύνονται. Από τη Λάουρα ξεκινά ο μίτος του παραμυθιού, του φαντασιακού, που διατρέχει διακριτικά ολόκληρο το βιβλίο. Όμως, η Λάουρα, ο κύριος φορέας του συγγραφικού λόγου, μην το ξεχνάμε, εμφορείται από νοσταλγία. Η νοσταλγία είναι η λέξη-κλειδί επάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί συνολικά η ανάγνωση του μυθιστορήματος. Μέσα στη φαντασιακή αχλή της νοσταλγίας το έργο πλάθεται και αποκτά μορφή.

Ασφαλώς η νοσταλγία είναι μια πολυσήμαντη έννοια, ανοιχτή, στο πλαίσιο της ύστερης νεωτερικότητας, σε φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές και ψυχαναλυτικές ή διεπιστημονικές πραγματεύσεις. Εκδηλώνεται με πολλούς τρόπους ή μέσω ποικίλων πρακτικών στις κοινωνίες και αποτελεί κυρίαρχη μορφή βίωσης του χρόνου από τον άνθρωπο. Πρωτίστως νοείται ως έντονη επιθυμία για την πατρίδα (Boym,2001), ως ψυχική κατάσταση που επηρεάζει κάθε άνθρωπο που βρίσκεται μακριά από την πατρογονική του γη ή το σπίτι του. Με αυτόν τον τρόπο αποτυπώθηκε άλλωστε και στην ομώνυμη ταινία του Tarkovsky, αισθητοποιημένη σε εικόνες -σύμβολα και καλύπτοντας τη φιλμική πραγματικότητα με ένα μεταφυσικό μαγνάδι ονείρου. Η κοντολεωνική νοσταλγία είναι αυτοφυής και προσωπική. Δεν σχετίζεται με την καθολική αναβίωση μιας χαμένης χρυσής εποχής (Πολίτη,2013) και δεν νοείται ως συλλογική τάση επιστροφής σε ένα σταθερό και αναπαλλοτρίωτο παρελθόν που αντιτίθεται στην χαοτική και κίβδηλη πραγματικότητα. Πολύ πιο κοντά στον τρόπο που την προσδιορίζει η Stewart (2003), η νοσταλγία που κατακλύζει το βιβλίο σχετίζεται με την αναμνηστική λειτουργία των αντικειμένων και την ηδονική συνήθεια να κάνουμε συλλογές -παλαιών τευχών κόμικς και δίσκων βινυλίου εν προκειμένω- ή να διατηρούμε τα παλιά και μεταχειρισμένα αντικείμενα– το παλιό σαραβαλάκι της Λάουρας, το παλιό ποδήλατο του Φιλ: «Ναι, όλα εκεί μέσα… Ναι, όλα έχουν πάνω τους κάτι παλιό… Σαν να έχουν διασχίσει τον χρόνο». Ακόμη και οι «παλιοί» στίχοι που συσσωρεύονται με απόλαυση στο τέλος του βιβλίου λειτουργούν ως συλλογή εξαίσιων ποιημάτων που πρέπει να διασωθούν στο παρόν και να κοινωνηθούν στους νεαρούς αναγνώστες. Το βιβλίο επομένως είναι μία κιβωτός μέσα στην οποία ο συγγραφέας διασώζει με νοσταλγία ό,τι καθόρισετην «πρώτη ποίησι της ζωής» του : τη μουσική, τα συλλεκτικά πλέον δισκάκια 33 στροφών, τις μουσικές, τα τραγούδια, τα μουσικά είδωλα, τα κόμικς σε στοίβες, τα παλιά παιχνίδια σε κούτες, και τα βιβλία, φυσικά. Με αυτόν τον τρόπο όμως δημιουργεί μία άμεση συναισθηματική σύνδεση με τον ενήλικο αναγνώστη, αφού χτυπά και τη δική του ευαίσθητη χορδή της νοσταλγίας, παρασύροντάς τον να επιστρέψει προσωρινά σε μια ιδανική κατάσταση που βίωσε στο παρελθόν, όταν και ο ίδιος βρισκόταν στην «πρώτη ποίησι της ζωής» του. Όμως, αυτή ακριβώς η προσωρινή διαφυγή στο παρελθόν είναι η νοσταλγία. Η Stewart(2003) στο βιβλίο της την ορίζει ως «θλίψη χωρίς αντικείμενο» και ως «επιθυμία για την επιθυμία», ως δαψίλεια επιθυμίας δηλαδή, για επιστροφή σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε ακόμα η απομάγευση του κόσμου και η οδυνηρή γνώση. H νοσταλγία δημιουργεί ένα ακαθόριστο αίσθημα μελαγχολίας που αναδύεται μέσα στο παρόν ,αφήνοντας μια γλυκόπικρη επίγευση. Είναι η αίσθηση που μας κατακλύζει ότι έχουμε για λίγο ξανακερδίσει μια εσαεί απολεσθείσα σαγήνη. Είναι η προσωρινή διαφυγή στο ιδανικό, η αναζήτηση μιας εσαεί απουσίας, μια επαναληπτική διαδικασία εύθραυστης αναζήτησης του αυθεντικού και ταυτόχρονα επίγνωσης της μη αυθεντικότητάς του.

Η νοσταλγία αποζητεί συνήθως χαμένους συνδέσμους με το παρελθόν. Στο βιβλίο πολύ έξυπνα προβάλλεται εξαρχής ο δεσμός της νοσταλγίας ως δεσμός ταυτόχρονα με το μητρικό υποκείμενο, αφού η μητέρα, απούσα στην αφήγηση ως πρόσωπο, «άπλωνε μπροστά του [στον Φιλ ως παιδί] παιχνίδια και βιβλία που εκείνη είχε όταν ήταν στη δική του ηλικία». Επομένως ο Φιλ πρέπει κατά κάποιον τρόπο να αποκαταστήσει τον δεσμό του με τη σημειωτική επικράτεια της μητέρας και ταυτόχρονα να επιστρέψει στη φαντασιακή πηγή της νοσταλγίας έτσι ώστε να μπορέσει να συναντήσει τη Λάουρα, το πρόσωπο το οποίο φρουρεί ,όπως είπαμε, τη φευγαλέα και εύθραυστη νοσταλγική επικράτεια, την εξαφανισμένη σαγήνη του παρελθόντος. Έτσι, λίγο πριν πραγματοποιηθεί η γνωριμία τουμαζί της, ο Φιλ πέφτει πάνω σε μια απρόσμενη ανακάλυψη: ένα παλιό ποδήλατο, απομεινάρι μιας άλλης εποχής. Αυτό το ποδήλατο είναι κατά κάποιον τρόπο το «μαγικό μέσο» με το οποίο θα μπορέσει ο ήρωας να προσεγγίσει αυτήν την άλλη, αυθεντικά ποιητική και εξαίσια χώρα:

«Ακουμπισμένο ένα ποδήλατο. Ρόδες, πετάλια, τιμόνι, φρένο μόνο για την πίσω ρόδα… Παλιό δείχνει. Μιας άλλης εποχής»

Η νοσταλγία αναπτύσσει λόγους για τον χαμένο κόσμο με κύριο μέσον τα αντικείμενα, υλικά ίχνη του παρελθόντος, που λειτουργούν ως σύνδεσμοι με την «πρώτη ποίησιν» της ζωής μας. Όπως είδαμε το βιβλίο κατακλύζεται από έναν αμητό παλαιών αντικειμένων, τα οποία αντιμετωπίζονται με σεβασμό. Μοναδική εξαίρεση δύο αντικείμενα που στέλνονται ως δώρα στον Φιλ από τους γονείς του, τη μητέρα του, η οποία εργάζεται στην Ακαδημία Πολιτικής του Διαστήματος, και τον πατέρα του, που είναι στρατιωτικός: τα δύο αυτά δώρα είναι ένα πέτρωμα από μετεωρίτη και μία σφαίρα όπλου(βλήμα) αντίστοιχα. Τα αντικείμενα αυτά έρχονται κυριολεκτικά και μεταφορικά ‘από άλλο πλανήτη’- σίγουρα πάντως όχι από τον θαυμαστό χωροχρόνο της Λάουρας. Επομένως, είναι τώρα καιρός να επιστρέψουμε στην περίφημη παγίδα της «αμερικανιάς» που στήνει ο εξόχως πολυμήχανος συγγραφέας. Το νήμα του παραμυθένιου κόσμου της νοσταλγίας συνυφαίνεται άμεσα με το νήμα της μυθοπλαστικής αναπαράστασης της κοινωνίας, δηλαδή με την ευρύτερη κοινωνική πραγματικότητα της αφήγησης. Πολύ γρήγορα διαπιστώνουμε ότι η κοινωνία που σκιαγραφεί ο συγγραφέας κυριαρχείται μάλλον από χρώματα μελανά. Είναι μια κοινωνία εχθρική, ρατσιστική, που εμφορείται από τη ρητορική του πολέμου και τη λατρεία των όπλων, την ελεύθερη οπλοκατοχή και οπλοχρησία, τη βία και τη βαρβαρότητα κάποιων θεαμάτων όπως οι παράνομες (προφανώς) κυνομαχίες. Η μιλιταριστική νοοτροπία του πατέρα και η καπιταλιστική εμμονή με την εξερεύνηση και εποίκηση του Διαστήματος εξεικονίζονται αντίστοιχα στα αντικείμενα της σφαίρας και του μετεωρίτη. Ο Κοντολέων ασκεί την κριτική του λεπτά και υπαινικτικά, αφήνοντας τα πράγματα να μιλήσουν από μόνα τους, επιζητώντας πάντοτε την απόκριση του αναγνώστη για να μετουσιωθούν σε νόημα. Αντιλαμβανόμαστε επομένως, διαβάζοντας το βιβλίο, ότι η παγίδα έχει στηθεί δεξιοτεχνικά και ότι οι λέξεις προτάσσουν μια φαινομενική και έντονη «αμερικανιά» την οποία στην πραγματικότητα επιδιώκουν να υπονομεύσουν. Ο συγγραφέας πλάθει ηθελημένα μοτίβα/εικόνες άμεσα αναγνωρίσιμες από τον πεπειραμένο(διαβρωμένο-όπως εγώ) στην παρακολούθηση αμερικανικών σειρών αναγνώστη: όπλα, καουμπόικα καπέλα, σφαίρες, διάστημα, μπαρ, λαμπιόνια και σκονισμένα αγροτικά αυτοκίνητα. Οι νεαροί αναγνώστες είναι ενδεχομένως ακόμη πιο εξοικειωμένοι με την αντίστοιχη αισθητική και τα μοτίβα της. Γι’ αυτό τον λόγο το συγγραφικό τέχνασμα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, μεταμορφώνοντας την αφήγηση σε κειμενικό πεδίο μιας υπόρρητης ειρωνείας, με τον συγγραφέα να πετά σε πρώτο πλάνο το δόλωμα μιας πραγμοποιημένης αισθητικής που είναι ωστόσο γνώριμη στους εφήβους για να προβάλλει και να καταξιώσει τελικά στη συνείδησή τους αυτό το «άλλο», το ποιητικό, το αβρό, παλιό και λησμονημένο, αυτό που αντιπροσωπεύει η Λάουρα, η συγγραφική persona.

Η μάσκα του Καπιτάνο είναι ένα εγγενώς δι-ηλικιακό βιβλίο. Για τους νεαρούς αναγνώστες είναι μια τερπνή πρόσκληση να ανακαλύψουν τη μαγεία της ποίησης, της μουσικής, και όλων των παλιών πραγμάτων που έχουν μεταμορφωθεί μέσα από την αχλή του χρόνου και της νοσταλγικής αναπόλησης. Πρόκειται βεβαίως για αντικείμενα εμβληματικά, που έχουν νοηματοδοτήσει τον κόσμο και τις πραγματικότητες γενεών. Επομένως αξίζει να τα γνωρίσουν οι νεότεροι. Παράλληλα είναι ένα συναρπαστικό εφηβικό μυθιστόρημα που θίγει σύγχρονα και επίκαιρα προβλήματα. Για τους ενήλικες αναγνώστες όμως, το βιβλίο είναι μια πρόσκληση από πλευράς του συγγραφέα να μοιραστούν μαζί του την υποδόρια χαρμολύπη της νοσταλγίας. Να πυκνώσουν στη φαντασία τους τη νοσταλγία μέσα σε μια άλω συνειρμών και δυνητικών στίχων, εικόνων και τραγουδιών. Θα πρόσθετα, στον αμητό των συλλεκτικών αντικειμένων που μας προτείνει ο συγγραφέας, τη μορφή της Amélie ως μασκοφόρου εκδικητή (https://i.pinimg.com/originals/04/10/80/0410802c9d35b165f5daafa560f2053c.jpg), μαζί με το θαυμαστό της Album (2001) και την παιγνιώδη αναζήτηση του κυρίου Bretodeau, ιδιοκτήτη του κουτιού με τους θησαυρούς της παιδικής ηλικίας (βασικό επεισόδιο τόσο στην ταινία όσο και στο συνοδευτικό της ταινίας άλμπουμ) . Θα πρόσθετα τη φωνή της Cesária Evora και το «Saudade» να ακούγεται μαγνητικά. Όσο για τη λογοτεχνία, θα ξαναγύριζα στην πρώτη πηγή, τον Βιργίλιο και τα «δάκρυα των πραγμάτων» της Αινειάδας (άρρηκτα συνυφασμένα με την τέχνη, αφού προκαλούνται από την εμπειρία της[3]). Μαζί θα πρόσθετα την ομορφιά της νοσταλγίας που μένει «στους τοίχους, στον καθρέφτη, στα εικονίσματα…»[4], όπως θα έλεγε και ο παλιός ο ποιητής.

[1] Η έντονη διακειμενικότητα του βιβλίου, η πυκνή χρήση παραθεμάτων και η αξιοποίηση των παλιών κόμικς θυμίζουν το μυθιστόρημα του Umberto Eco Η μυστηριώδης φλόγα της βασίλισσας Λοάνα (2005), στο οποίο ο συγγραφέας επιστρέφει στα αγαπημένα του διαβάσματα σε μια απόπειρα να ξανακερδίσει ίσως τον χαμένο χρόνο.
[2] Ο χώρος της Λάουρας έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τον χώρο του παππού, η περιγραφή του οποίου έχει μόλις προηγηθεί: ο χώρος του παππού είναι, όπως και ο ίδιος, ένας τόπος φρυγμένος, ένας ερημότοπος. Ο Κοντολέων είναι γενικότερα άριστος τεχνίτης στο να πλαστουργεί αντιθέσεις. Η αντίθεση διαρθρώνει συχνά μορφικά τα κείμενά του και ταυτόχρονα στηρίζει τη σημασιολογική δομή τους. Το θέμα θα άξιζε να τύχει συστηματικότερης διερεύνησης.
[3] Τα δάκρυα του Αινεία στον περίφημο στίχο 462 του πρώτου βιβλίου της Αινειάδας, θυμίζουμε για όσους τυχόν δεν το θυμούνται, προκαλούνται όταν ο ήρωας βλέπει μια σειρά τοιχογραφιών στην Καρχηδόνα που παριστάνουν σκηνές από τον πόλεμο της Τροίας.
[4] Λάμπρος Πορφύρας, “Lacrimae rerum”.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Svetlana Boym, The Future of Nostalgia. New York: Basic Books 2001.
Martin Crimp, Cyrano de Bergerac, freely adapted from the play by Edmond Rostand. London: Faber and Faber.
Umberto Eco, Η Μυστηριώδης Φλόγα της Βασίλισσας Λοάνα, μετάφραση Έ. Καλλιφατίδη, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα 2005.
Jean-Pierre Jeunet& Guillaume Laurant avec Phil Casoar,Le fabuleux album d’Amélie Poulain, Paris: Les Arènes 2001.
Τζίνα Πολίτη, «Η έκφραση της νοσταλγίας και το πρόσωπο του ποιητή», Οι Αιώνιες Φωλέες της Επιστροφής στην Ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αθήνα: Άγρα 2013,75-81.
Susan Stewart, On Longing: Narratives of the Miniature, the Gigantic, the Souvenir, the Collection.Durham and London: Duke University Press 2003.

Πηγές (ταινίες, τραγούδια, μουσική)

Andrei Tarkovsky, Νοσταλγία (1983).
Jean-Pierre Jeunet, Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain (2001).
Cesária Evora, Saudade (1992).
Yann Tiersen, Amélie, soundtrack album (2001).