Scroll Top

Σπονδές Πεζογραφίας της Κατερίνας Ι. Παπαδημητρίου | Αντώνης Μυλωνάκης “Ιππόκαμπος”

Υπεύθυνη στήλης | Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Οι βιβλιοπαρουσιάσεις, δεν είναι παρά η αγάπη και το ενδιαφέρον του αναγνώστη για τη λογοτεχνία. Στη στήλη αυτή, πάντα με σεβασμό και εκτίμηση στο έργο ελλήνων λογοτεχνών, η γράφουσα θα καταθέτει τις αναγνώσεις της παρουσιάζοντας συνοπτικά εκδόσεις ελλήνων πεζογράφων.

Αντώνης Μυλωνάκης, Ιππόκαμπος, εκδόσεις Καστανιώτη

Αλληγορία της ύπαρξης βαθιά δυστοπική

Είναι γεγονός πως το νεοελληνικό μυθιστόρημα αγωνίζεται να κερδίσει μια θέση στην παγκόσμια λογοτεχνία αντάξια αυτής που έχει κερδίσει η ποίηση, η οποία έχει διαβεί τα σύνορα δαφνοστεφανωμένη. Η περίπτωση του Αντώνη Μυλωνάκη αποτελεί φωτεινό παράδειγμα νεοέλληνα πεζογράφου. Το μυθιστόρημά του θα μπορούσε να ταξιδέψει μακριά. Πρόκειται για ένα ευφυές υπερβατικό αφηγηματικό σύμπαν, όπου η αλληγορία και ο συμβολισμός συναντούν τη δυστοπία με φιλοσοφικές προθέσεις, καθώς το θέμα του αφορά την ύπαρξη και τη σύνδεσή της με τη αξία των αναμνήσεων.

Ο λόγος του Μυλωνάκη εμφανίζεται εντυπωσιακά συνοπτικός και ταυτόχρονα κρυπτικός, όπως θα ταίριαζε σε ένα αλληγορικό κείμενο. Από την αφήγηση δεν λείπουν οι ζωντανές περιγραφές, αλλά και η επιστημονικότητα, η οποία άλλοτε κατατίθεται και άλλοτε υποκρύπτεται και εννοείται. Η δομή του μυθιστορήματος παρουσιάζεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, καθώς τη διακρίνει η συνοχή και μια λογική αλληλουχία η οποία δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τη φιλοσοφία της μαθηματικής συνεκδοχής, αλλά και της ίδιας της έρευνας, η οποία είναι εμφανής. Καθώς τα γεγονότα  εκτυλίσσονται η πλοκή κορυφώνεται με έναν αβίαστο και φυσικό τρόπο, ο οποίος ωστόσο παγιδεύει και παρασύρει τον αναγνώστη σε μία μεταφυσική αναζήτηση η οποία επιδέχεται πολλών αναγνώσεων, παρόλο που το βιβλίο διαβάζεται απνευστί. Όπως αναφέρει και ο ίδιος στο «Σημείωμα του συγγραφέα», στο τέλος του βιβλίου (σελ. 167), «…όμως πρέπει να ομολογήσω πως εγώ, την περίοδο που έγραφα τον Ιππόκαμπο, είχα τόσες πολλές μυστικές σκέψεις, που άθελά μου έγραψα ένα δεύτερο βιβλίο κάτω από αυτό το βιβλίο.» (σελ. 168).

Επιπλέον, στο αφηγηματικό σύμπαν του Μυλωνάκη η δημιουργικότητα συνομιλεί με το διακείμενο, αφού κατά μία έννοια παρωδείται το αλληγορικό παραμύθι, το οποίο υπηρετεί το στοιχείο του παραλόγου, «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων», άλλωστε το όνομα του βασικού του χαρακτήρα είναι Άλις. Επομένως, στη γραφή του Μυλωνάκη ανακαλύπτουμε ένα εκτεταμένο κείμενο με στιβαρή λογοτεχνική αξία, αφού αξιοποιούνται επιστήμες όπως τα μαθηματικά, «…η Άλις (βλ. Αλίκη) θα βρεθεί ανάμεσα σε δύο αριθμούς  π(Ακτινοβολία π) και φ (από το αρχικό της Φυλακής που άλλαξε και έγινε φυλακή). Οι δύο αυτοί αριθμοί, ο υπερβατικός και η χρυσή τομή, αντιπροσωπεύουν τη διερώτηση για το άπειρο και την αρτιότητα…», (σελ. 168), ενώ ο βασικός άξονας δανείζεται αξιώματα από τη φιλοσοφία, την ψυχανάλυση και τη θεολογία.

Η Άλις ζει σ’ ένα σύμπαν, όπου η μνήμη καταστέλλεται, καθώς η Γη μετά από μια εισβολή μιας απόκοσμης ακτινοβολίας μεταλλάσει τα ψυχικά δάκρυα σε τοξικά και καταστρέφει τα μάτια των ανθρώπων. Θεσπίζονται νέοι νόμοι, η κοινωνική δομή μεταλλάσσεται, αφού η επιστήμη συνεργαζόμενη με τις κυβερνητικές αρχές απαγορεύουν τη μνήμη, καθώς αυτή προκαλεί συναισθήματα, όπως η έντονη χαρά ή η λύπη προκαλούν δάκρυα και τα δάκρυα σκοτώνουν την όραση. Η μνήμη καταστέλλεται φαρμακολογικά και οι άνθρωποι εξαναγκάζονται να ζουν σε μια διαρκή απομόνωση που μοιάζει απελπιστικά με συνθήκες φυλάκισης. Η κοινωνία μεταλλάσσεται θεολογικά, κοινωνικά και ηθικά, ενώ ιδρύεται η Φυλακή, ένα ίδρυμα ανάλογο με ένα οικοτροφείο θηλέων, σε κάποια άλλη εποχή, το οποίο εκπαιδεύει τις νεαρές κοπέλες στην απάθεια και τις προετοιμάζει για τη διαδικασία της αναπαραγωγής σε συνθήκες απομόνωσης. Τα παιδιά που θα γεννήσουν, τα παιδιά της Νέας Εποχής θα παραμείνουν με τους φυσικούς τους γονείς μόνο για τα πρώτα τέσσερά τους έτη. Ωστόσο, η Φυλακή καταλήγει αυτό που είναι το όνομά της. Φυλακίζει τα όνειρα, την αγάπη, την ίδια την ύπαρξη και μάλιστα με την ανθρώπινη συναίνεση.

Η Άλις είναι ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι που γεννήθηκε μετά την εισβολή της ακτινοβολίας και δεν διατηρεί μνήμες από την οικογένειά της, αλλά ούτε και από τον κόσμο πριν από την εισβολή. Θα μεγαλώσει δίπλα σε διαφορετικούς κηδεμόνες οι οποίοι θα εναλλάσσονται κατά καιρούς και αντί για φυσική παρουσία των γονέων της θα έχει, όπως όλα τα παιδιά, δίπλα της κατασκευές οι οποίες θα αναπαριστούν την οικογένειά της. Μ’ αυτές θα επικοινωνεί. Πριν τον εκούσιο εγκλεισμό της στη Φυλακή για τα υπόλοιπα εννέα χρόνια της ζωής της, πρέπει να κάνει μία στάση στον τόπο όπου γεννήθηκε η φυσική της μητέρα και να αποτίσει φόρο τιμής στην κηδεία της. Το ταξίδι αυτό θα είναι καθοριστικό για το μέλλον της Άλις. Μια τυχαία συνάντηση στο τρένο με έναν παιδικό φίλο της μητέρας της, ο οποίος ανήκει στην κατηγορία αυτών που παρουσιάζονται ανθεκτικοί στην φαρμακολογική καταστολή του ιππόκαμπου*, και αφού φτάσει στον προορισμό της, με τη γιαγιά της, ένα τυφλό απομεινάρι της παλιάς εποχής που διατηρεί ακόμα τη μνήμη της θα αλλάξει όλη προοδευτικά όλη την κοσμοθεωρία της. Η Άλις θα έρθει πρώτη φορά σε επαφή με τη μνήμη, θα παλέψει να το αποτρέψει, μα είναι μάταιο γιατί είναι η εκλεκτή.

Η Άλις καλείται να γίνει μια αγία της Νέας Εποχή, αφού έρχεται σε επαφή με τα συναισθήματα που προκαλούν οι αναμνήσεις και κατά μία έννοια με τον ίδιο τον Θεό, αφού το φιλοσοφικό ερώτημα για την ουσία της ύπαρξης τίθεται υπαινικτικά, μα  με αρκετή σαφήνεια για τον αναγνώστη που είναι πρόθυμος να προβεί σε μια δεύτερη ανάγνωση. Ο δρόμος τής Άλις προς τη διερεύνηση, την κατανόηση της ύπαρξης δεν θα είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. «Πρώτα διψάει, μετά φυλακίζεται, ύστερα ζητά συγχώρεση, για όσους λανθασμένα την τυράννησαν και στο τέλος αποδέχεται τη μοίρα της με την έκφραση “Αυτό ήταν”.» (σελ. 169). Καλείται ν’ ανακαλύψει τον έρωτα, την αξία της αγάπης, της συμπόνιας, της δικαιοσύνης, της ίδιας της ελευθερίας. Ζει σ’ έναν κόσμο όπου μαζί με τη μνήμη, έχει ποινικοποιηθεί και η ελεύθερη βούληση κι αυτό έχει επιβληθεί αυτόβουλα, από τον ίδιο τον άνθρωπο. Η Μνήμη θεοποιείται, αφού όπως θα αποδειχθεί, χωρίς αυτήν ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ανδρείκελο.

 Η Άλις επιλέγει τη θυσία επωμιζόμενη  ρόλο ανάλογο του Ιησού. Είναι μια υπερβατική νεομάρτυρας η οποία καλείται να διευθετήσει το παράλογο και άθελά της «συμφωνεί» με την ιδέα του Βολταίρου, πως αν δεν είχαμε έναν Θεό θα έπρεπε να εφεύρουμε έναν. Η Άλις ερωτεύεται, παλεύει με την ξεχωριστή της φύση και «πεθαίνει δίπλα σ’ ένα ξύλινο πόδι ενός κατασκευασμένου θεού». Το αφηγηματικό σύμπαν του Μυλωνάκη δομείταιαλληγορικά, ώστε να για να αποδείξει πως χωρίς τη μνήμη δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ο Θεός. Με μια ιδέα ανάλογη της Καβαφικής, όπως παρουσιάζεται στα «Τείχη», ο Μυλωνάκης δημιουργεί τη δική του Φυλακή. Όπως κι ο Καβάφης περιγράφει υπερβατικά έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι αποσυνδέονται από την ίδια τους την ψυχή, αποξενώνονται, λοξοδρομούν, χάνουν τον δρόμο τους, την εσωτερική τους όραση και η ψυχή τυφλώνεται:

«[…]

A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.»

*Μέρος του εγκεφάλου που βρίσκεται εσωτερικά στον κροταφικό λοβό και εμπλέκεται στον σχηματισμό της μνήμης, της μυρωδιάς και στη χωρική μάθηση. Ακόμα, συμβάλλει στον έλεγχο του άγχους και του συναισθήματος.

Βιογραφικό Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου