Scroll Top

ΑΝΝΑ ΑΦΕΝΤΟΥΛΙΔΟΥ

Ο τόπος των ποιητών είναι η πατρίδα της γραφής τους. Εσάς πώς επηρέασε τη γραφή σας ο τόπος σας;

Ο τόπος είναι οι άνθρωποί του. Όσους μάς γνώρισε, όσους άφησε να μας αγγίξουν, όσα λόγια τους μας έφερε ο άνεμός του, όσες εικόνες τους μάς επέτρεψε να προλάβουμε, όσους μας στέρησε στα κρυφά του σταυροδρόμια. Η γραφή μου είναι οι άνθρωποι που με σημάδεψαν.

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Να δω τους ποιητές της πρόλαβα εγώ…

Μεγάλωσα στα ανατολικά της, πέρασα τα μαθητικά μου χρόνια στη Σχολή Κωνσταντινίδη, με δάσκαλο τον Νίκο Βασιλειάδη, (πριν τον «Αγάθο»), με οικογενειακό γιατρό τον Περικλή Σφυρίδη, με άγνωστο γείτονα τον Τάσο Καλούτσα, με τα απογεύματα στου Μπαρμπουνάκη, στου Μόλχο, στον Ιανό, στην παρέα του Κωστή Μοσκώφ με τον Μπάμπη και την Βάσω…Στα καφέ της πλατείας Αριστοτέλους, στη Διαγώνιο, στο Ντορέ και στου Τόττη… Έκανα χορό στη Σχολή Καφαντάρη, πήγαινα στις disco της Καλαμαριάς, στο μικρό θεατράκι της Οδού Αντιγονιδών με την Ελένη Γερασιμίδου και τη μικρούλα τότε Αγγελική, στις συναυλίες της Δευτέρας στο ΚΘΒΕ…

Τα καλοκαίρια πάντα στη Χαλκιδική. Μού άφησαν τη γεύση του αλμυρού νερού και του θερμού σώματος στον ήλιο, τους ήχους από τα θερινά σινεμά, την ψιλή άμμο που κολλούσε παντού και δεν έβγαινε με τίποτα, τις ενθουσιώδεις καλοκαιρινές γνωριμίες και τη χειμερινή τους αλληλογραφία…

Στο Πανεπιστήμιο της πόλης χρωστώ πολλά: στον Μαρωνίτη για τα Ομηρικά πάθη, στον Μουλλά για τον αυτοαναφορικό λόγο, στον Κοκκόλη για τον Παρατηρητή, το μπαρόκ και την Κάρμεν, στον Κεχαγιόγλου για τις κυπριακές αγάπες, στην Αμπατζοπούλου για το «δεν ανθίζουμε ματαίως», στην Τσιριμώκου για τα κρυφά κειμενικά νήματα, στη Φραντζή για τα μεταπολεμικά, στη Φαρίνου για τις παπαδιαμαντικές αναγνώσεις και σε πολλούς ακόμη… Και σε εκείνον τον άγνωστο με τα μεταλλικά γυαλιά που με άφησε να φύγω στο σταυροδρόμι μπροστά από το Ιπποκράτειο…

Πολύβουη πόλη με ξαφνικές σιωπές, η απώλεια μετρούσε πάντα τον σφυγμό της… Πολύχρωμη εποχή που χάθηκε μαζί με την αντιφατική παράξενη εφηβεία μου…

Η τύχη το έφερε να ζήσω, αμέσως μετά, στην πόλη που σημάδεψε τον πιο αγαπημένο μου: τον Κ.Γ. Καρυωτάκη. Η Πρέβεζα κράτησε και κρατά για πολλούς λόγους ακόμη την αγάπη μου, εκεί έζησα τις πιο έντονες στιγμές μου, εκεί ζουν πολύτιμοι φίλοι μου… Οι ευκάλυπτοι πάντα θα με ξυπνούν τις νύχτες.

Και τέλος η Αθήνα, μια νέα πατρίδα που αφουγκράζομαι κάθε στιγμή τα λόγια, τις εικόνες και τις ανάσες της…

Ο τόπος και ο χρόνος μου. Τα πολλά τοπία της σιωπής. Οι λίγες στιγμές που μού δόθηκαν να γράφω. Ευγνώμων. Για όλους.

Σκέψεις και στίχοι σας για την Ελλάδα μέσα στον κόσμο σήμερα.

Επαναλαμβάνω το προηγούμενο: Ο τόπος είναι οι άνθρωποί του. Η γραφή μου είναι οι άνθρωποι που με σημάδεψαν.

Θερινό σινεμά ελληνικής επαρχίας

Στο θερινό σινεμά

έφεγγε η πρώτη σου μορφή
ξανθά μαλλιά και λευκό κορμί
σ’ αταίριαστο χειμερινό κολύμπι.

Με γαλάζια μάτια
τα γυαλιά στραβά
ακούγαμε μες στη βροχή
νάιλον τέντα και χαρτί
κρύβοντας ημίγυμνα τα πόδια.

Εκεί στην άκρη της γραμμής
περίμενα ως το πρωί
να μου χαρίσεις πριν χαθείς
τη χάρτινη εικόνα.

Κι ενώ έστεκα μισή
χωρίς να ξέρω πώς
να διώξω
τα έντομα της νύχτας

έλεγα
τι θέλω
τι μπορώ
τι από μακριά με θλίβει

Γνωρίζοντας ήδη πως
η εκδίκηση τέρας αργό
ερχόταν να ρουφήξει
αυτό που θέλω να διαβώ
αυτό που θέλω να γευτώ
εκείνο που άφησα λειψό
ό, τι δεν έσπειρα

Πριν το μαχαίρι της σιωπής
αγγίξει τη λεπτή κλωστή
που κρέμονταν ήδη αργά
μες απ’ τα χείλη του θανάτου.

(Πρώτη δημοσίευση)