Scroll Top

Χρύσα Κοντογεωργοπούλου – Δύο ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Αέρας τρέχει τη Χλόη»

Η θαλπωρή της κρύας θάλασσας

Η θάλασσα σήμερα είναι μια βουτιά
Κασάτα,

θαλπωρή ωραίου παγωτού που
σε κρυσταλλώνει,
με μια διαφάνεια αμέτρητου βυθού
που συλλαβίζεις τις πέτρες του
μία προς μία
όπως κομματάκια φρούτου.

Δεν είναι που το αλλιώς είναι έτσι,
αλλά που το έτσι θέλει να πιαστεί
απ’ την ουρά του
όπως κομήτης.

Πού αστράφτει; πού βροντάει
και πού
θα βρέξει τελικά
όλη αυτή η βαριά-χωρίς αποτέλεσμα-συννεφιά,

πού θα αλαφρύνει το βάρος της;

με ποιά καταιγίδα ερωτηματικών
( που απλά
θ’ απαντηθούν
με ένα άλλο ερωτηματικό
ως συνέχεια αποσιωπητικών),
θα δροσίσει τα σπαρτά που έκαψε ο Θέρος,

απαντώντας με το κατάλληλο σημείο στίξης ∙

πόσο έντιμα τελικά τα ερωτηματικά…

* * *

Βυθός Ουρανού

Ανοίξαμε πανιά για τα ανοιχτά
της μνήμης.
Ποιος τραβάει κουπί
ποιος στο τιμόνι,

μόνον εκείνη το γνωρίζει.

Ούτε πολύ βαθιά ούτε πάλι
ακριβώς ρηχά
– όσο να μην πατώνει-.

Κι εκεί στέκουν μισοβυθισμένοι
σε παρέλαση
ο Αρπιστής,
ο Αυλητής,
ο Προπίνων ∙
η Κόρη με τ’ αμυγδαλωτά μάτια,

Ο Κήπος που έμπαινε στη Θάλασσα.

Μετά βγαίνεις ∙

στάλες τρέχουν μαζί με τ’ αλάτι.

Παίρνεις το ποδήλατο
– χωρίς βοηθητικές –
και κατεβαίνεις το κοκκινόχωμα
έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγίας ∙

με μιας
μαζί σου τρέχει
η Αγιά Βαρβάρα που βγήκε μ’
όλα της τ’ ασήμια,
η Ποδηλάτισσα του Ελύτη,
μια ρόδα που κυλά μόνη της
με ρίγη υδράργυρου,

η Ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου
του Εμπειρίκου.

Η Καθιστή γυναίκα
του Πικάσο
πίσω σου σ’ έχει αγκαλιάσει από τη μέση,

Το θαλασσινό κοιμητήρι του Βαλερύ,

Η βίλα του Cap Ferrat

που μπαίνει και πάλι μαζί σου
με την ακρογιαλιά της
και με όοολη της τη Θάλασσα
στον Κήπο Σου
προβάλλοντας ωστόσο τον βυθό της
στα βαθιά τ’ ουρανού ∙

– ταβάνι διάφανο με όλα του τα κοχύλια-

όπου καθρεφτίζεται
ο αστερίας της
Αποσπερίτης

Χαίρε Θάλασσα, μετεμψύχωση του υλικού

(Δύο ποιήματα από την ανέκδοτη συλλογή «Αέρας τρέχει τη Χλόη»)