Scroll Top

Κώστας Λάνταβος | ΚΩΜΩΔΙΑ

ΚΩΜΩΔΙΑ 

                                                                       ‘’ὅλα τά θεϊκά κινοῦνται στό

                                                                         στο σκοτάδι’’

                                                                                                        ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ

1.

Πληθαίνουν τά λευκόπτερα πουλιά

πού χάνονται στό ἄδηλο πετώντας.

Πῶς νά σκεφτεῖς πέρα ἀπ᾿ τά χρόνια

καί τήν πεῖρα σου,

Μυστήριο παραμένει

τοῦ καθενός θνητοῦ ἡ ἀληθινή ἱστορία,

νερά ἀπολιθωμένα σέ τοπία ὁμίχλης.

Καθώς ἡ μέρα ἀποσύρεται

μελάνι ἀπρόθυμο ἡ μνήμη

στήν ἄμμο χαράζει τό ταξίδι,

πού σβήνει μέ τήν ἐπίσκεψη

μιᾶς ἄλλης μέρας.

Ἡ σύντομη βιογραφία τῶν ἀνθρώπων

μιά κωμωδία πλανόδιων σκιῶν,

ἐπίγειος περίπατος μέ πινελιές διστακτικές

κι ἀπόκρημνες σιωπές,

ἀθῶο καλοσόρισμα

– ἐπικαλύπτει ὅλες τίς προσδοκίες.

2.

Εὐλογημένο χάρισμα

ὅποιος θεός κι ἄν τό δωρίζει.

Τό ξέρω, κάποιοι μέ θαυμασμό σωπαίνουν

Καθώς βασανισμένοι οἱ στίχοι

ἀναδύονται

ἀπό το φλογισμένο φῶς.

Μόνος, συναναστρέφομαι τίς λέξεις-

ἄστατες, χωρίς αἰδημοσύνη

μέ ἐξαπατοῦν

κι ἀρνοῦνται νά μοῦ ποῦν

αὐτό πού ἐπιθυμῶ ν᾽ ἀκούσω,

σπασμένες φράσεις ἔρχονται κατά κύματα

(τό πεπρωμένο δῶρο)

ἀκολουθώντας τήν παρόρμηση

πού ἀκόμα ὀνειρεύεται

νά μένει ἀνοιχτή πληγή

καί βάλσαμο νά μήν τήν κλείνει.

3.

Οὔτ᾿ ἕνα χέρι σταθερό ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους

οὔτε μιά φωνή μέ πάλλοντα προορισμό.

Παντοῦ ὁ πόθος πυρακτώνεται

μέσα στή φυλακή τῆς σάρκας,

Ὁλόγυρα ἁπλώνεται ἡ πλησμονή-

μοναδική συγκομιδή μιᾶς συνηθισμένης μέρας.

Μέ δέος στέκομαι μπρός στή σπατάλη τοῦ μυαλοῦ

πού διεκδικεῖ φιλοδωρήματα ἀπό τυφλούς συλλογισμούς

Πῶς νά προφυλαχτῶ ἀπό τήν πτώση-

τό κάλεσμα πρός τά ψηλά ἔχει μικρή διάρκεια,

φυλλορροεῖ τό ἀπρόσμενο πρίν ἄνεμος φυσήξει.

4.

Ἀκόμα ἕνα φθινόπωρο. Καί τί μ᾿ αὐτό;

Ἔχουμε ἤδη πεθάνει,

καί τό ξέρουμε καλά.

Τίποτα δέν μᾶς ἐμποδίζει

νά πεθάνουμε ξανά καί ξανά

ἕως ὅτου ἐπινοήσουμε

ἕναν πιό ἐλπιδοφόρο θάνατο,

αὐτόν πού σαύρα σέρνεται

γιά νά τρυπώσει

στό κάστρο τό ἀειθαλές

τῆς κάθαρσης,

καί τῆς ἀνταμοιβῆς.

5.

Ὅλοι ἔχουμε ἕνα σημάδι,

-κάποιοι τό λένε στίγμα-

ὄχι ἀπαραίτητα τρωτό

μήτε καί δυνατό ὁπωσδήποτε,

μιλῶ γιά κάτι, πολύ συγκεκριμένο

μοναδικό καί ἀνεξίτηλα χαραγμένο

κάτι, πού κάνει τή χαρά τοῦ καθενός

νά εἶναι μοναχά δική του,

κι ἀντίστοιχα τόν πόνο

νά παίρνει τό σχῆμα τοῦ ἀνθρώπου

πού ὑποφέρει.

Ὅλοι ἔχουμε ἕνα σημάδι-

ἀγνοώντας τήν κραυγή τοῦ χρόνου

σάν δήμιος μᾶς ὁδηγεῖ στήν ὁμηρία

τοῦ λάθους καί τῆς αὐταπάτης.

6.

Ὅσα κι ἄν ἔχουν λεχθεῖ

τά περισσότερα ἀνείπωτα θα μείνουν,

κι αὐτά πού εἰπώθηκαν

τά λέμα ξανά και ξανά

ἀλλάζοντας ἕνα νί ἤ ἕνα σίγμα,

παραλλαγές στό ἴδιο θέμα

ἀνομήματα τοῦ συρμοῦ

ὁριοθετοῦν τή σύγχρονη ἐρήμωση.

Τά πάντα ἔχουν λεχθεῖ

μά τίποτα δέν ἔχει κριθεῖ

τά πάντα ἀνήκουν σέ ὅλους

καί τίποτα σέ κανέναν

εἶν᾽  ὅλα διαθέσιμα στόν καθένα.

 7.

Φωνές παιδικές ἠχοῦν μελιστάλαχτες

τό βάρος ἀγνοοῦν πού λυγίζει, τῆς γνώσης

στά χέρια παιγνίδια κρατοῦν

τεκμήρια διαφυλάττουν

μικρά σύνεργα ἀθωότητας.

Φιλόγυμνο καλοκαίρι, θέλω τώρα νά πῶ

τήν ὥρα αὐτή πού ἡ ἔκρηξη τοῦ φωτός

κορυφώνεται: ἡ ἀγάπη εἶναι παντοῦ.

Ὁ ὕπνος, σεντόνι λινό, ἐραστής

δραπετεύει ἀπ’ τό σῶμα,

ἀφήνοντας πίσω τόν ἴσκιο του

πού τρέμει μέσα στό φῶς.

Βιογραφικό Κώστας Λάνταβος