Scroll Top

Ζαχαρίας Σώκος | Ποιήματα

ΣΤΙΣ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΜΕ ΠΕΝΤΕ ΠΡΩΙΝΗ

Στις ραφές του χρόνου
Όπως ας πούμε
Στο γούπατο της μέρας
Στις τέσσερις με πέντε το πρωί
Πάνε στο μηδέν
Κι απ’ την αρχή ξανακινούν
Να τρέχουν τα ρολόγια

Σταθμίζει ο άλτης τη φορά
Κι αν έχει σθένος ικανό
Περνάει στην άλλη όχθη

Αλλιώς μιά απύθμενη γριά
Τον κρύβει μες στις τρύπιες της
Του φουστανιού της τσέπες

Οι μόνιμοι του εωθινού αγώνα
Υπνοβάτες είναι γνωστό
Πως είναι οι παππούδες

Σηκώνονται στα ξαφνικά
Και σαν ρομπότ ψαχουλευτά
Πάνε στις τουαλέτες

Ο λόγος ο πραγματικός
Είναι πως θέλουν (και πάλι)
Να βεβαιωθούν
Πως πέρασαν για άλλη μια φορά
(τις τέσσερις με πέντε το πρωί)
Τον κάβο αυτής της μέρας

ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΕ  ΤΑ  ΑΛΟΓΑ

Στον Σωτήρη Σόρογκα

Άσε τα άλογα να ξεχυθούν
Στις λευκότητας του λειμώνες
Σε τέτοιο σφρίγος
Δεν ταιριάζει το σημειωτόν

Άσε τους χαλινούς ελεύθερους
Πέτα τις στομίδες, τα ηνία, τα χαϊμαλιά
Μόνο στους οφθαλμούς
Τη λαμπρυνόμενη θλίψη να κρατήσεις
Που σου αρέσει
Εκεί, για τη δόξα σε ένα πανάκι κόκκινο
Σαπισμένα τα ξύλα
Σκουριασμένα τα μέταλλα
Γκρεμισμένα τα σπίτια
Ερημωμένοι οι τόποι

Ζωντάνεψε την ακινησία
Βάλε πανιά στα καΐκια
Συμμάζεψε τα πέτρινα μαγγανοπήγαδα
Άντλησε το δροσερό νερό τους
Άσε πίσω την οξείδωση, την εγκατάλειψη , τη φθορά
Αυτά, έτσι κι αλλιώς, δεν θα τα στερηθείς
Κι έλα να φύγουμε Σωτήρη

ΠΕΤΡΙΝΗ ΣΚΑΛΑ

Πέτρινη σκάλα πατρικού
Κι ακούς να σπάνε κρύσταλλα
Τα πιάτα τα φλιτζάνια
Και βλέπεις ψαλμωδίες απ αυτές
Χωράνε δε χωράνε τα ξυλάλογα
Κι όπως σαστίζεις
Παιδί που είσαι και δεν καταλαβαίνεις
Σου ξεφεύγουν λίγο

Πέτρινη σκάλα τρεις τέσσερις γενιές
Σε υποσκέλισαν κι ακόμα καμαρώνεις

Πέτρινη σκάλα πατρικού
Με προσανάμματα η μάνα στο ένα χέρι
Στριμμένες ρίζες της ελιάς στο άλλο
Θα πυρωθεί το τζάκι
Θα ζεσταθεί η ψυχή μας
Απ΄ έξω κι από μέσα
Θα ‘ρθούν κι οι αλησμονημένοι
Τις θέσεις στα στασίδια τους να πιάσουν

Πέτρινη σκάλα πατρικού
Ανεβαίνει κατεβαίνει
Όλη η ζωή μας κι όλη η μοίρα μας
Με τα στραβά και τα καλά μας
Τινάζουν οι μνήμες τα φτερά
Κρατάνε τα παπούτσια τους στα χέρια Μικροί μεγάλοι έφηβοι ξεπορτισμένοι
Μπαίνουν παιδάκια αδέξιοι γέροντες, γριές

Είναι και τέταρτο περνάει το οτομοτρίς
Να μαζευτούμε σπίτι, να μετρηθούμε
Είναι και ψυχοσάββατο
Τρεχάτε, φαγάκι στις ψυχούλες

Με τα σούρτα – φέρτα μας
Και τις γυροβολιές μας
Γυμνές, καλιγωμένες οι πατούσες
Φύραναν της πέτρας το τραχύ
Το έγλειψαν σαν χρόνος
Τρικλοποδιά του έβαλαν
Και τώρα κινδυνεύουμε να γλιστρήσουμε
Να γκρεμιστούμε, να σκοτωθούμε

Πέτρινη σκάλα πατρικού
Σαν τις τρύπες του σώματος
Όλα μπαίνουν κι όλα βγαίνουν από εκεί

Η ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ

Ποιος είναι αυτός ο επισκέπτης
Που τον παρακολουθεί,
Τον αντιγράφει, τον μιμείται
Στις απατηλές διαστάσεις του κατόπτρου

Και τι να ξέρει αυτός ο υποκριτής
Από τις μέσα λύπες, τις χαρές,
Απ τους καημούς του

Αυτός ο ξένος
Που μετέχει
Σε μια αναίμακτη
Παντομίμα διπλασιασμού

ΣΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ

«Το νερό αλάνθαστα γνωρίζει

το βάρος εκείνου που βυθίζεται »

Μ. Πρατικάκης   «Το νερό»

Το νερό αλάνθαστα γνωρίζει
το βάρος εκείνου που βυθίζεται,
λέει ο ποιητής,
κι αν εκείνο που βυθίζεται
είναι εκατοντάδες άνθρωποι
κλειδωμένοι στο αμπάρι,
πόσο πιο βαρύ θα γίνεται το σκάφος;
Πόσο πιο γρήγορο θα είναι
το ταξίδι ως το βυθό;

Ως που τα όντα του πελάγους
θα συνοδεύουν
το πλοίο που βυθίζεται
καθώς θα βλέπουν έκπληκτα
το αιφνίδιο θέαμα,
παράσταση με ικέτιδες μανάδες
νέους με λευκά κουστούμια;

Πώς θα΄ναι οι μορφές τους όταν πατώσουν;
Θα αντέξουν άραγε την τόση υγρή αφθονία,
το τόσο βάρος;
Eκεί στο Φρέαρ των Οινουσσών, λένε,
το βάθος φτάνει τα πέντε χιλιάδες μέτρα,
κι άλλο ακόμα,
κι αν τύχει σε καμιά πλαγιά σκαλώσουν
μπορεί λίγο καλύτερα να νιώσουν ;

Ίσως πλάσματα του βυθού να τους συντρέξουν,
μπορεί και πιο φιλόξενα να είναι.

Πως γυρωφέρνουν, λένε εκεί, το γυάλινο χταπόδι,
η ματωμένη μέδουσα, το πορτοκαλί φαλαινόψαρο,
το ψάρι με το διάφανο κρανίο.

Μπορεί στην αγκαλιά του, με τα τόσα χέρια,
να τους πάρει το χταπόδι αυτοκράτορας
ή να έχει στα αλήθεια ιχθυοκένταυρους
και στα παλάτια τους τη θαλπωρή να βρουν.

Ω! μην κλαίτε άγνωστοι ναυαγοί μου,
έτσι νωρίς που φεύγετε
δεν θα γνωρίσετε και τα άλλα.

ΟΙ  ΞΟΒΕΡΓΕΣ

Μην ξαναπάς εκεί,
Βάζουν ιξό
Σε βέργες πειραγμένες
Πιάνουν ψυχές
Που πάνε για νεράκι

Εδώ τους γνέφουν , εδώ,
Μ’ αυτό το εδώ
Το μόνο που υπάρχει
Δεν υπάρχει, όλο φεύγει
Και πάλι απ’ την αρχή ξανακινούν

Δεν έχει τέλος
Μόνο αρχή ετούτο το παιχνίδι
Θέλουν μόνο
Να σε βάλουνε στο χέρι
Και είναι η τράπουλα
Μ’ αόρατες νυχιές σημαδεμένη
Και εκεί που λες πως θα νικήσεις
Χάνεις

Η  ΠΑΝΩΡΑΙΑ

Έσερνε στο διάβα της
Κολόνια δυό κιλά κρασί φτηνό
Σε βακτηρία επάνω
Περήφανο κουρέλι κρεμασμένο

Το απόγευμα περνούσε
Κι έβγαζε από μια τσάντα νάιλον
Μνήμες που αχνίζανε τα παιδικά της χρόνια
Κι όπως εντόσθια σφαχτού
Με αναίδεια τις αδειαζε,
Φάτσα στους σαστισμένους κατοίκους
Που ρεμβάζανε στα μπαλκόνια των μεζονέτων

Στα χωριά σας πίσω μπάσταρδοι, υποκριτές
Να φύγετε
Από εκεί που ήρθατε να πάτε
Εδώ είναι τα αμπέλια της Φλύας
Τσαΐρια της Δήμητρας
Της Αθηνάς Παλλήνιδος τα ιερά
Εδώ βόσκουν οι δικές μου μνήμες

Όρθωνε τότε το γερμένο της κορμί
Η καταγωγή της έπαιρνε το λόγο
Και το χέρι χτύπαγε στο στήθος

Εγώ είμαι η Πανώρια φώναζε,
Βαφτισμένη Πανωραία,
Εδώ γέννημα – θρέμμα
Να πάτε πέρα, στα τσακίδια

Κι ως έφτανε αργά – αργά
Με ασκούπιστο ένα δάκρυ
Στη γωνιά του δρόμου κι έστριβε, χανόταν
Γιατί θεά ήταν κι αεράκι γινόταν
Που θρόιζε στης Αττικής τις λεύκες

Βιογραφικό Ζαχαρίας Σώκος