Scroll Top

Νίκος Μυλόπουλος | Ποιήματα

ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ ΑΛΛΑΓΩΝ

Ψήγματα δικαίωσης αναζητεί η σελήνη
Κι η ψίχα των λέξεων τότε σκληραίνει.
Ταξιδεύει η θάλασσα.
Γρατζουνιές στον ουρανό τα νέφη κι ο ήλιος χαμόγελο
Στη μνήμη απομεινάρια σπασμών και ομίχλης
Έμπρακτη απαιτούν άρση κάθε απρέπειας
Με την άγκυρα υψωμένη.
Θωπεύουμε της αρμονίας το μπλε
Ακατέργαστο φορτώνοντας ίμερο.
Με ψεκάζεις ψυχή και φιλεύεις με φιλιά μονοσύλλαβα την ύλη μου
Ο αφρός γινόμαστε θυελλωδών κυμάτων στο αχανές
Γυμνοί πορευόμαστε σε δρόμους τυχαιότητας.

Είσαι δεύτερη ευκαιρία
Που πάντοτε ήλπιζα να δικαιώσει τη φυγή μου.
Χωρίς φλυαρία ταξιδεύουν στον αυλόγυρο
Νεογέννητα όνειρα.

ΑΔΕΙΕΣ ΦΛΕΒΕΣ

Τα χείλη σου ηλίανθος να κρεμάσω τη γη μου
Αλλάζοντας το μουλιασμένο σκαρί με φλεγόμενο βέλος.
Διπλωμένη φωνή ο καθρέφτης διαπερνά το σκοτάδι
Και το δέος των μικρών πηγών σφαγή ανερμήνευτη.
Περπατώ σε πλεούμενες μέρες
Ο νόμος της βροχής σκορπίζει τα λάφυρα
Καθώς ανάμεσα στους μηρούς των εραστών
Διακλαδίζονται οι κορμοί του πρώτου δέντρου.

Μηχανισμός επανεκκίνησης η μνήμη
Αλέθει άγνωστες τύψεις ακόμη.

ΑΣΒΕΣΤΩΜΕΝΑ ΑΠΟΒΡΑΔΑ

Τις παλιές μέρες πάντα τρέχαμε πίσω από ένα όνειρο ή ένα ξέφτι
Ζούσαμε πολλές ζωές στην κόψη της ενηλικίωσης
Αβοήθητοι αλλάζαμε τα μικρά μας ονόματα με φιλιά
Τα σημάδια μελετώντας των αθώων σε εποχές ανισότητας.
Τώρα συνομιλούμε με μορφές ακατέργαστες που προϋπάρχουν
Πλήθος μας κυριεύει από επιθυμίες διαγώνιες
Με τα κύματα παλεύουμε ενόργανης μνήμης
Καθώς σε διάπλους μυστικούς εξαντλούνται τ’ ακρόπρωρα.

Κυριευμένα από το δέος αλλότριας ανατολής
Τα λυτά σου μαλλιά εξαγγέλλουν όρκους ακόμα.

ΕΥΦΥΗΣ ΝΗΝΕΜΙΑ

Αγκαλιά με τη βρεγμένη ουτοπία
Άλλωστε τα όνειρα δεν είναι πάντοτε αδιάβροχα
Καταδικάζω τις μέρες να μετατραπούν σε λαχνούς
Και βυθίζομαι σε μονόδρομους που οδηγούν στο μείον ένα
Ο χρόνος μοιράζεται τα συντάξιμα μαζί με τον θάνατο
Τη φρίκη βιώνοντας που προκαλεί η αλήθεια
Όλα είναι γραμμένα σε γράμματα ανάλγητα
Κι η ολότητα κιτρινισμένο αναφιλητό που περισσεύει.
Καθώς την ορθή βιώνω γωνία εσώτερης μοναξιάς
Ο κρατήρας του οίστρου πυρπολεί ερεθίσματα.
Κλέφτης ο ίδιος, κλεφτοφάναρο κρατώντας ντροπής
Διεκδικώ εναγωνίως όσα από τη γέννησή μας έχουν κλέψει
Αιμοδότης χρωμάτων σε σκοτάδια αμφιλεγόμενα
Σε αλαβάστρινο πίνω θυμιατό κρασί της λήθης.

Διηγούμαστε ακατάπαυστα ιστορίες
Ν’ απαλύνουμε το παρόν.

ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ

Ξεχασμένοι στα δρομάκια του ανέμου
Περιμένουμε την ιριδίζουσα βροχή να ξεχρεώσουμε την ακαρπία
Ράβουμε σε νωπές περγαμηνές ανηφοριές αναπότρεπτες
Πιστεύουμε τόσο πολύ στα ψέματα που δυσπιστούμε στην αλήθεια
Κι η ιστορία μας γραμμένη με μελάνη υδάτινη και αίματα ξεραμένα.
Μονοσύλλαβοι εραστές ραντίζουμε άναρθρα επιφωνήματα
Καθώς ο δρόμος με την έντονη διαγράμμιση
Χάνεται στο βάθος της ανεκτικότητας
Σε κύματα ταξιδεύουμε αφροδίσιων σπασμών
Κι έχοντας απίστευτη ροπή για ανησυχίες
Συχνά κυοφορούμε παιχνίδια απρόβλεπτα
Γιατί η απολογία σε κατάκτηση αντιστοιχεί κοινωνική
Κι η ουτοπία σε επιλεκτική πραγματικότητα.

Από κάθε χριστουγεννιάτικο δέντρο
Κρέμονται υπέρυθρα στόματα φώτα και λέξεις φιλιά
Και πάνω πάνω στην κορφή αγέρωχα γυαλίζουν τα χρόνια μας.

ΣΕΛΗΝΗ ΤΡΙΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Σε ύφασμα αποχαιρετισμού
Ζωγραφίζουμε όνειρα στο συλλογικό ασυνείδητο
Επιμένουμε στις φυλλοβόλες φλέβες του λαιμού
Ταξιδεύουμε στην άκρη των καταστάσεων
Ακούγοντας τους στεναγμούς των δρόμων
Με χέρια δρεπάνια τα στάχυα θερίζουμε της αβύσσου.
Σπάνω τότε το μπλε σε ευλύγιστους κόκκους
Καθώς στα κραταιά απομεινάρια της νύχτας
Ξεκινώ δρομολόγιο σκέψης και πορφυρόχρωμη γείωση
Ξεγελώ τη φθορά με ψάθινες αιωνιότητες
Φορώ διαδρομές αίματος και ρούχο σιωπής
Σε κρυψώνα αυταπάτης κρύβω κομμάτια από σάρκα
Ώσπου ανώνυμες μοιράζομαι ιστορίες κορύφωσης.

Είμαστε η σκόνη που απέμεινε απ’ τον κήπο μας
Κι ούτε ένα λουλούδι.
Με χαμόγελο αχνό
Το ασύλληπτο γεμίζουμε κενό της αγνότητας.

ΑΡΤΙΟΤΗΤΑ

Υγροποιώντας βιώματα και εκκρίσεις των μηρών
Καταπίνω στης προσδοκίας τον μυχό
Συστάδες άρνησης και προορισμούς φευγαλέους
Για προνόμια νοιάζομαι ιδανικών εραστών
Μυθοπλασίες εικάζω για το ανεκπλήρωτο υδάτινο
Ενώ τα όνειρα σφαγιάζονται σε αμφίσημα ύδατα
Που συχνά τελειώνουν οριστικά
Πριν οι αντάξιοι θάνατοι αρχίσουν
Και τότε ακούω ποδοβολητό αινιγμάτων στο ρείθρο του ορίζοντα
Και ανάσες στο διάβασμα του αγέννητου μύθου.

Λυγίζουν οι μέρες κάτω απ’ το βάρος των λωτών
Κι η ζωή μας συνήθεια αόρατη βαδίζει πάντα
Στις παρυφές του τραγικού και του μοιραίου.

Βιογραφικό Νίκος Μυλόπουλος