Scroll Top

Michael Yates – Δέκα ποιήματα από την ποιητική συλλογή Nothing Speaks for the Blue Moraines – Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης

Ο Michael Yates γεννήθηκε στο Fulton, Missouri και μεγάλωσε στη Γερμανία. Πτυχιούχος στα Πανεπιστήμια του Missouri και του Michigan, έλαβε επίτιμο διδακτορικό από το Πανεπιστήμιο του Ohio. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ της Βρετανικής Κολομβίας το 1966. Ο Yates ήταν ένας ευρέως δημοσιευμένος συγγραφέας ποίησης, μυθοπλασίας, δράματος, μεταφράσεων και φιλοσοφικών δοκιμίων.
Είχε εκδώσει αρκετές ανθολογίες και είχε ιδρύσει και επιμεληθεί διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Το έργο του μεταφράστηκε στις περισσότερες από τις δυτικές γλώσσες και σε πολλές από τις ανατολικές και δραματικά του έργα για το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και το θέατρο έχουν  παιχτεί  τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η τελευταία του θέση ως καθηγητής πανεπιστημίου ήταν διακεκριμένου καθηγητή.
Κέρδισε πολλά λογοτεχνικά βραβεία, όπως τα Major Hopwood Awards (τόσο ποίηση όσο και δράμα την ίδια χρονιά) και το Lifetime Achievement Award στις Τέχνες και στις Επιστήμες από το Πανεπιστήμιο του Missouri, The Look of Books (για το Volvox: Poetry from the Unofficial Languagesof Canada in,Μετάφραση στα Αγγλικά), το Βραβείο Ολυμπιακών Τεχνών για το βιβλίο του Schedules of SilenceΕργάστηκε σαν ξυλοκόπος, πήρε μέρος σε αγώνες μοτοσικλέτας, ήταν στέλεχος ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, φωτογράφος, εκδότης. Αποσύρθηκε μετά από δεκαεπτά χρόνια ως Μέλος της Φρουράς Φυλακών και μέλος της ομάδας SWAT, και δίδαξε ξένες γλώσσες, ιστορία ιδεών και επιστήμη με τη σύζυγό του στο σπίτι τους στο Βανκούβερ. Ο Michael Yates πέθανε στις 15 Απριλίου 2019, στο σπίτι του στο Βανκούβερ.

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

I

Το μαύρο δέντρο στο τέλος του δρόμου
αποπνέει την τελευταία συλλαβή
της τελευταίας πρότασηςΤο μαύρο δέντρο στο τέρμα
είναι το μόνο μέρος του ορίζοντα μου
που δεν απομακρύνεται καθώς πλησιάζω
Τα χέρια, η κεφαλή και τα πόδια μου
έλκονται κοντά του σαν τους δείχτες της πυξίδας
και το δέρμα μου παρομοιάζει
και μοιάζει με μαλλί, σκοτεινόχρωμο

Τώρα τα μέρη μου δεν ανήκουν σε κανένα σύνολο
τα άκρα μου μόνο μοιάζουν σε μέρη άλλων πραγμάτων
και το τσεκούρι που πάντα κουβαλώ
άρχισε να σκουριάζει.

Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
κι η φωτεινή
αποτελούν το ίδιο φεγγάρι
ένας μικρός κύκλος από ψεύτικο φως
στο απέραντο ψεύτικο σκοτάδι.

DEATH THE FIRST

I

The black tree at the end of the road
exclaims the last syllable of the last sentence.

The black tree at the terminus
is the only part of my horizon
that doesn’t retreat as I near.

My hands and head and legs
magnetize toward it like compass needles
and my skin takes on the
look and feel of wood, darkly-grained.

Now my parts belong to the whole;
my limbs only resemble parts of other things,
and the axe I’ve carried always
has always been rusting.

The moon is a dark side
and a light side
and all the same moon;
a small circle of fraudulent light
in the long fraudulent dark.

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

ΙΙ

Σαν ένα μακρινό τρένο, ο άνεμος
ορμά απ’ τις ψιλές πευκοβελόνες
και η προσοχή μου στον ήχο
της γραφομηχανής λοξεύει

η τρίχα του αξύριστου σβέρκου μου
λίγο ορθώνεται, κάπου το γκρίζο
ενός ηλιοτροπίου ταλαντεύεται
κι ανάμεσα στα δύο αυτά άγρια ζώα
ένα μήνυμα τρέμει εκτός σκέψης ή αποστολής.

Ήμουν και δεν είμαι πια.
Η ιστορία ενός ανθρώπου δεν είναι πια
η ιστορία του κόσμου.

DEATH THE FIRST

II

Like a faraway locomotive, a wind
begins through the high needles of trees
and in my listening the bold print
of the landscape goes italic.

The hair on my unbarbered neck rises a little.
Somewhere the fur of a sunflower-grizzly
is blowing. Between these two animals
moves a message neither thought nor sent.

I was and I no longer am.
The history of one man is no history of the world.

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

III

Έστω αν τους είχα προσέξει καθώς
όρθωναν τους τοίχους. Και τί θα ήταν
η αντίρρηση ενός ανθρώπου μπροστά
στα γιγάντια μηχανήματα και τα εκατομμύρια
χέρια που έχουν ένα μόνο σκοπό;
Κρυφοκοίταξε, προς τα μέσα, κάποιος θα έλεγε
προς τα έξω, την οικοδομή.
Ούτε κι όταν ανοιγόκλεισα τα βλέφαρά μου
έντονα κανείς δεν πρόσεξε το μάτι μου.

Θάνατος σαν:
        τον ήχος ενός εντόμου που ασφυκτιά
        στο κλειστό βάζο. Την τελευταία βελονιά φωτός
        όταν κλείνει η τηλεόραση,
        το τέλος ή την αρχή της συνεχούς βροχής,
       ένα σβήσιμο, στοιχεία γομολάστιχας και χαρτιού
       σκορπισμένα στο σχήμα ενός άντρα που μετά φυσάς μακριά.

DEATH THE FIRST

III

And if I had noticed them
building the walls, what are
the whining objections of one in the face
of huge machinery and many million hands
directed toward a single end?
I peer in — one could say out —at the construction.
not even when I blink most violently
does anyone notice my eye.

Death like:
                the sound of an insect suffocating in a jar;
                the last pin-prick of light when the television is
                over;
                the end or beginning of a long rain,
               an erasure, filaments part paper and part eraser
               scattered in the shape of a man, then blown
               away

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

IV

Πιστεύω στη βενζίνη
με είτε την ανάβεις μ’ ένα σπίρτο
ή την καταναλώνεις στάλα στάλα
σε μιαν άψογη μηχανή
μόνο το τώρα έχει αξία

που οδηγείς κατηφορίζοντας
απ’ τα βουνά εκεί που
τα ολοκάθαρα ρυάκια κυλούν
προς τον ανοιχτό κάμπο και
προς το γκρίζο ουρανό της πόλης
εκεί που πάντα σκοτεινιάζει
και βρέχει βρώμικη βροχή.

DEATH THE FIRST

IV

I believe in gasoline
but whether touch off
the gallon with a match
or burn on drop by drop
in the form of a fine machine
it only matters now.

It was a matter of driving down
from the mountains where the clear streams began
into the wide clean of the plain
and into the sepia skies of the city.
Darkness was always falling. And filthy rain.

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

V

Ο πρώτος ζωντανός αποσπάται.
Ψυχές αυτοκτονίας γεμίζουν
το κενό στο σχήμα V χηνών στον αέρα
που κατευθύνονται προς τα δηλητηριώδη εδάφη.

Δεν είχα χρόνο να θυμηθώ να αυτοκτονήσω.

Δηλητήριο στα έντερα του καιρού
κυκλικά σύννεφα και βαμμένος ουρανός
στις κινήσεις ενός ψαριού που ασφυκτιά στον αέρα.

Πάντα κρατούσα την ανάσα μου πριν πω την τελευταία λέξη.

Άνοιξη, τότε: ένας κόκκος στη αχτίνα του θανάτου.

Κόκκος σκόνη. Παράξενο, είμαστε όλοι φτιαγμένοι
σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν από νερό.
Εκτός απ’ τη σκόνη. Η ομορφιά ήταν νερό, ο
εγκέφαλος νερό

όμως πάντα κάτι ήταν σκόνη στην επιφάνεια
του πιάνου που αντιφέγγιζε κι έπεφτε
σαν καταρράκτης στο τζάμι του παραθυριού.

DEATH THE FIRST

V

The first of living unclenches
souls of the suicides fill
the spaces among a V of geese
going toward the poisoning grounds.

There was no time to remember to be my murderer.

Βotulism in the entrails of the weather
twists the clouds and color of sky
in the motions of a fish strangling in air.

I’d always been gathering breath for the last thing to say.

Spring, then, a mote in the ray of dying.

Dust. Surprisingly, we were all made of almost all water.
Except for the dust. Beauty was water, brain was water,

but something was always dust clinging to the shine
of a piano-top and cataracting the window.

 

*

 

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ

VI

Η φωνή στην άλλη μεριά του τζαμιού
απαλό στόμα πτωματοφάγου ψαριού
που κινείται πίσω απ’ το γυαλί του ενυδρείου

η άφωνη φωνή, σιωπή μετά τον ήχο
η ατέλειωτη σιωπή μετά το θάνατο.

Θα μπορούσα να ονειρευτώ πολέμους
πιο τρομερούς απ’ αυτούς της ιστορίας

Το όνειρο κι οι πόλεμοι τέλειωσαν
Κέρδισα ή έχασα ή ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ο στρατηγός Πάτον κι ο Γιόχαν Στράους
χορεύουν μαζί με τα παιδιά.

 

DEATH THE FIRST

VI

The voice the other side of the glass
is the soft mouth of a scavenger fish
moving behind the aquarium wall,
the no-voice, the silence after sound,
the silence forever thereafter.

I could dream wars more terrible
than history shall ever deliver.

The dream and the real wars are over
I have won or lost or neither.

General Patton and Johann Bach
are dancing among the children.

 

*

 

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ

I

Αυτή ήταν η περίπτωση
του φωτογράφου και της χιονοστιβάδας

η υπέροχη συμφωνία
το κατάλευκο βουνό θα κατέρρεε,

όπως το βιντεογραφούσε, και
θα τον σκότωνε.

Θα συνέχιζε το βίντεο του ως το τέλος.

DEATH THE SECOND

I

And so it was the case of
the cameraman and the avalanche.

The prefect mutual understanding.

The white mountain will fall as he films it
and kill him.

To the last he will continue filming.

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΙΙ

Κάτω απ’ το χώμα, λάσπη, σωλήνες και
κόκκαλα ταράνδων.
Μαζί θάψαμε το βορρά.
Μόνο λιγοστό αγριεμένο κρύο
παραμένει σα φάντασμα πάνω απ’ τον τάφο.

Όταν το Β του βορρά πέσει απ’ της πυξίδας την επιφάνεια
όλες οι κατευθύνσεις γίνονται ένα.

DEATH THE SECOND

II

Beneath oil, slash, tailing piles, and bones of caribou
we buried the north together.
Only a little bewildered cold
remains to ghost the grave-site.

When N falls from the compass-face
all other directions merge.

 

*

 

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ

III

Να συνηθίσεις στο δικό σου νερό,
σε μια λίμνη ή σ’ ένα ποτάμι.
Το δικό σου νερό αρκεί. Μπορείς να προσθέσεις
ένα κόλπο, έναν όρμο καλύτερα.
Κανείς άντρας δεν μπορεί
να κουμαντάρει τη θάλασσα.

DEATH THE SECOND

III

Learn your own water. A lake or a river.
One water is enough. You can have a bay,
a cove is better. No man can handle
a sea.

*

ΘΑΝΑΤΟΣ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ

IV

Ποτέ μη μάθεις να κολυμπάς.
Αναβάλλει το πνίξιμο.

DEATH THE SECOND

IV

Never learn to swim.
It only prolongs the drowning.

Μετάφραση: Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

—————————————————————-

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης, Κρητικός-Καναδός ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής. Είναι ο πιο πολυγραφέστατος συγγραφέας-ποιητής και μεταφραστής της ελληνικής διασποράς. Σε ηλικία έντεκα χρονών αντέγραψε το πασίγνωστο επικό-ρομαντικό ποίημα ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ που τελευταία εκδόθηκε σε περιορισμένο αριθμό 100 αριθμημένων αντιτύπων και είναι διαθέσιμο στην τιμή των 5.000 δολλαρίων Καναδά για τους εκλεκτικούς συλλέκτες σπανίων βιβλίων: το πιο ακριβό βιβλίο του είδους του στον κόσμο. Τελευταία έγινε επίτιμος καθηγητής και συνεργάτης της International Arts Academy και του απονεμήθει ο τιμητικός τίτλος Master of the Arts in Literature. Ξεχωρίζει για τη δυνατότητά του να κομίζει εικόνες και ιδέες με πλούσιο και συνειρμικό τρόπο που αγγίζουν βαθιά τον αναγνώστη.
Γεννήθηκε στο χωριό Κολυμπάρι δυτικά από τα Χανιά της Κρήτης το 1947. Όταν ήταν ακόμα σε παιδική ηλικία η οικογένεια του μετακόμισε πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα όπου σπούδασε παίρνοντας πτυχίο Πολιτικών Επιστημών από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία για δυο χρόνια κι ύστερα μετανάστευσε στο Βανκούβερ του Καναδά όπου ζει έως τώρα και παρακολούθησε αγγλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Σαϊμον Φρεϊζερ.
Έχει γράψει τρία μυθιστορήματα, ένα μεγάλο αριθμό βιβλίων ποίησης που άρχισαν να εκδίδονται τα τελευταία χρόνια, αρκετά άρθρα, διηγήματα και μελέτες στα αγγλικά και στα ελληνικά που έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανθολογίες και εφημερίδες στον Καναδά, στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Μεγάλη Βρετανία, στην Αυστραλία, Ρουμανία, Αυστρία, Ουγγαρία, Σλοβακία, Λίβανο, Σουηδία, Βραζιλία, Πακιστάν και στην Ελλάδα.
Η ποίηση του έχει μεταφραστεί στη Ρουμανική γλώσσα, στη Σουηδική, στην Ουγγρική, στην Αραβική, στα Ισπανικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στη Σερβική, στην Πορτογαλική, Τουρκική, και στη Ρώσικη γλώσσα, στα Ουκρανικά, στα Ιαπωνικά, στα Κινέζικα, στα Ιταλικά, κι έχει παρουσιαστεί σε διάφορους φορείς των χωρών αυτών.
Η μετάφραση του στα αγγλικά Απάντων Γιώργου Σεφέρη, κατέληξε στις βραχείες λίστες των Ελληνικών Βραβείων Λογοτεχνίας για εκδόσεις του 2012.Το Σεπτέμβριο του 2017 βραβεύθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης στο Διεθνές Φεστιβάλ Μιχαήλ Εμινέσκου, στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.