Scroll Top

Χάρης Γαρουνιάτης, Ροσινιόλ – Κριτική από την Αγγελική Πεχλιβάνη

Εάν ο τίτλος ενός ποιήματος ή ενός βιβλίου είναι η πρώτη χειραψία με τον αναγνώστη, το «κλείσιμο του ματιού» όπως λέμε, τότε η ποιητική συλλογή του Χάρη Γαρουνιάτη, με τον ρετρό όσο και εύηχα εξωτικό τίτλο Ροσινιόλ (Αντίποδες, 2019), προκαλεί με την αμφισημία της. Ροσινιόλ σημαίνει αηδόνι στα γαλλικά. Συνεκδοχικά μπορεί να είναι η πτήση, το πέταγμα αλλά και η μουσική ευωχία. Είναι, όμως, και η γνωστή γέφυρα στο Περιστέρι, που, πέραν των πιθανών βιογραφικών αναφορών του ίδιου του ποιητή, συμβολοποιεί τη μετάβαση, την ένωση των αντιθέτων, την υπέρβαση των εμποδίων και, ίσως, την προσέγγιση του άφταστου.
Η ποιητική συλλογή Ροσινιόλ αποτελείται από τριάντα δύο ετερογενή ποιητικά κείμενα, με κοινή ατμόσφαιρα. Ποιήματα ελευθερόστιχα, κατά κανόνα πεζομορφικά, αλλά και ποιήματα αυστηρής αρχιτεκτονικής μορφής, που ίσως εξισορροπούν τον (κάποιες φορές υπέρ το δέον) χαοτικό χαρακτήρα τους. Ποιήματα που συνδυάζουν τον εσωτερικό μονόλογο, το στοχαστικό/φιλοσοφικό δοκίμιο αλλά και την αφοριστική έκφραση, την επιστολική γραφή και φυσικά την αφήγηση – κινηματογραφική ή καλύτερα εικαστική. Ως εκ τούτου, ο Χ. Γαρουνιάτης είναι ένας υβριδικός ποιητής που πειραματίζεται με διάφορες μορφές, χωρίς όμως παραχωρήσεις στις παραδοσιακές δεσμεύσεις και εν γένει τις νεοφορμαλιστικές «ορθοδοξίες» των καιρών μας. Τα κείμενα του Γαρουνιάτη, μολονότι δεν έχουν μετρικό βηματισμό, έχουν έναν υπόρρητο ποιητικό ρυθμό λόγω της διανοητικής και συναισθηματικής έντασής τους και εξαιτίας των αποκλίσεών τουςˑ ας μην ξεχνάμε ότι ο ποιητικός ρυθμός -και κατ’επέκταση η ποίηση-, παράγεται και μέσω παρατονισμών, ελλείψεων, παύσεων, ακόμα και διά της σιωπής.

Στο απέναντι κτίριο ένα παράθυρο, και μέσα σε αυτό
ένα ζευγάρι: πορτραίτο διαδραστικό, κινούμενο έργο τέχνης―
όχι φτηνό μπουλβάρ σε κάδρο αστικό
ή σαπουνόπερα η σκηνή είναι εντελώς ρεαλιστική
το αίμα τους πάλλεται ζεστό σε φευγαλέα καρέ.
Η οικειότητα με την οποία αφήνουμε το πιάτο στο τραπέζι
οι τυφλές κινήσεις, το πώς βρίσκονται στο χώρο ―
δεν είναι απλώς σημειολογία. Αυτά τα σώματα
γνωρίζονται πολύ καλά για να είναι δύο. Αυτά τα σώματα
είναι ένα με μία συνείδηση διττή […]

Στο Ροσινιόλ δεν υιοθετείται ενιαία θεματική. Η απουσία κεντρικού θεματικού άξονα είναι συνειδητήˑ εντάσσεται στην Ars Poetica του Χ. Γαρουνιάτη σύμφωνα με την οποία Το ποιήμα είναι μια ανθολογία της καθημερινότητας, άρα θεματοποιείται –δυνάμει– οτιδήποτε συνάδει με το διανοητικό και συναισθηματικό “υπόβαθρο” του ποιητή. Έτσι, λοιπόν, αναφέρεται με λυπημένο αυτοσαρκασμό στη νεοελληνική πραγματικότητα και τα αλλοτριωμένα υποκείμενά της

Δεν είναι Λονδίνο εδώ, να βγαίνει ο σπάνιος ήλιος

[…]Είμαστε οι κληρονόμοι του μεγάλου καλοκαιριού.
Επιδεικνύουμε μηδενική ανοχή στην κακοκαιρία.

[…]Όταν οι επισκέπτες λένε ότι ο ίδιος ήλιος έλουσε κάποτε
τον Σοφοκλή και τη Σαπφώ, καπηλευόμαστε μια απλή συνωνυμία

κι αλλάζουμε γρήγορα το θέμα: πίνουμε, χορεύουμε, γελάμε.
Είμαστε χαρούμενοι εδώ, έχουμε κέφι·

[…]Αλίμονο, φάγαμε τον τόπο. Τίποτε δε βρέθηκε
που να δικαιολογεί τη θλίψη μας εδώ.

και, την ίδια στιγμή, σχολιάζει με σαφές ιδεολογικό πρόσημο –αλλά και συγκρατημένη τρυφερότητα–, στο ωραίο αλληγορικό ποίημα Γκολ στην Παλαιστίνη, την τραγωδία των παιδιών της ομώνυμης περιοχής. Εκφράζει τις φιλοσοφικές και υπαρξιακές του ανησυχίες για την πολυπραγματικότητα μέσω μαθηματικών θεωριών (7Ο 83ΟΡΙΜΑ 7ΟΝ Α53ΙΡΟΝ ΓΑ7ΟΝ) και φυσικών πειραμάτων (Ο Σρέντιγκερ των ιαγουάρων) και ασχολείται με την τύχη και τη μοιραία αλλαγή της στο Eppur si muove. Επιπλέον, καταθέτει, με τρόπο εικονοκλαστικό, την απαξίωσή του για τον θεό –ο οποίος, αν υπάρχει, είναι ολίγιστος–, στο Ορατόριο της καθαρίστριας:

[…]Γιαμπσίρα, μη με ρωτάς ποιος κατασκεύασε
τον ήλιο και τη γη, ποιος φιλοτέχνησε
τις ρίγες της ζέβρας. Τέτοια ερωτήματα
υποχρεώνουν το μυαλό μου να σηκώνει
με άγνοια τους ώμους, την ίδια ώρα που εσύ
απλώνεις κατανυκτικάτ τα χέρια προς τον ουρανό
όπου ένα περιστέρι (ίσως άγιο, ίσως όχι) ετοιμάζεται
να ρίξει πάνω μας το φως του ή την κουτσουλιά.

και, παράλληλα, αναρωτιέται ποιος ή τι είναι αυτό που μας ορίζει και ποιος χαράσσει την πορεία του ταξιδιού μας: τα πιο βαθιά ένστικτά μας, η φυσική επιλογή ή μια ανεξιχνίαστη κοσμολογική αρχή;
Όμως, οι θεματικές συνιστώσες στις οποίες ο Χ. Γαρουνιάτης επιταχύνει τον ποιητικό του “βηματισμό”, είναι η αποτύπωση της καθημερινότητας με τις διαψεύσεις της και τις “ζώσες” και ζωτικές πληγές της,

[…]Πόσα βιβλία αδιάβαστα στα ράφια
πόσες πρωτεύουσες που δεν επισκεφθήκαμε
και πρόσωπα με τα οποία θα μπορούσαμε
να έρθουμε πολύ κοντά, αν τη συνάντηση
δεν αναβάλλαμε επ᾿ άπειρον.

ο έρωτας με τη μερικότητα και το ατελέσφορό του, επώδυνος ή στοχαστικά θεώμενος,

[…Ήμαστε μόνοι, εσύ κι εγώ, μες στη μακριά, σαν-πρόταση-του- Προυστ, νύχτα […],

ο πόνος της απώλειας που διαρρηγνύει τον χρόνο και ο θάνατος,

Ο χρόνος περνάει αλλάζοντας φωτογραφίες προφίλ.
Ώρες σαν μικροί όγκοι μεγαλώνουν μέσα του

χωρίς αυτόν. Αλλά όταν έχεις τόσο λίγο
κάθε λεπτό που σπαταλάς με έναν άγνωστο

είναι σαν μια επένδυση υψηλού ρίσκου.

[…]Ειδικά όταν πονάω σημαίνει δεν μπορώ άλλο να σε βλέπω
όταν το σκοτάδι κουλουριάζεται στα πόδια σου σαν ένας σκύλος

κοιτάζοντάς σε λες και είσαι εσύ εκείνος που πεθαίνει.

Οι προσλαμβάνουσες του Γαρουνιάτη προέρχονται από τη ζωγραφική, την επιστημολογία, τον κινηματογράφο, την ψυχολογία, τη μυθολογία, την ιστορία και, φυσικά, τη λογοτεχνία της δυτικής παράδοσης. Ο ποιητής πατάει γερά σε ό,τι αγαπάει. Ως εκ τούτου, οι πραγματολογικές του αναφορές αντλούνται από αυτές τις τεράστιες δεξαμενές. Έτσι, οι Ντα Βίντσι, Γκωγκέν, Βαν Γκογκ,Μιχαήλ Άγγελος, Νταβίντ, διατρέχουν το Ροσινιόλ, μολονότι οι –θαυμάσιας εικαστικής ματιάς– πεζολογικοί στίχοι:

[…]Δίπλα στον ποταμό Όκαβα, ανθίσανε οι άγριες κερασιές.
Άνθη λευκά και ροζ σε φόντο φαιοπράσινο γέρνουν προς το νερό
και μοναχά για λίγο δεν αγγίζουν το καπέλο του βαρκάρη.

παραπέμπουν με απόλυτη ασφάλεια στον Χοκουσάι. Μυθολογικοί ήρωες συμπλέουν με πρόσωπα της ιστορίας, όλα αξεδιάλυτα στην κοινή μας μνήμη, δεδομένου ότι μνήμη και φαντασία είναι απ΄το ίδιο υλικό και η διασχιστική διαταρραχή ταυτότητας του Νόρμαν Μπέητς (από το περίφημο Ψυχώ του Χίτσκοκ) επαπειλεί τη μαθηματική σκέψη των Εμίλ Μπορέλ και Ιλιά Πριγκοζίν.
Και ερχόμαστε στις διακειμενικές αναφορές του Ροσινιόλ και τις επιδράσεις που έχει δεχθεί ο Χ. Γαρουνιάτης, οι οποίες, καταρχήν, δεν προέρχονται από την ελληνική ποιητική πραγματικότητα σαν να μην υπάρχουν εντόπιοι πρόγονοι. Αντιθέτως –και δεδομένου ότι ο ποιητής είναι και μεταφραστής της αγγλοσαξονικής ποίησης–, καταλαβαίνουμε ότι οι σχέσεις του με τους ποιητές της αγγλικής γλώσσας είναι αγαπητικές. Και, πράγματι, πέρα από τις ευθείες αναφορές που έχουμε στον Κητς, τον Στήβενς και στον Ρόμπινσον Τζέφερς, η Βιρτζίνια Γουλφ δεσπόζει στο ποίημα Μετάφραση από μια άγνωστη γλώσσα : τόσο ρητά και άμεσα, από τον πεζολογικό στίχο Κανείς δεν υπήρξε πιο ευτυχισμένος απ’όσο υπήρξαμε εμείς οι δύο (που βρίσκεται στο αποχαιρετιστήριο γράμμα της προς τον σύζυγό της), όσο και από την ατμόσφαιρα της αρχής του κειμένου. Όμως, η απαισιόδοξη θέαση, το υπαρξιακό αδιέξοδο, η κρυπτικότητα και η αίσθηση ματαιότητας σεσυνάρτησημε μια βαρύνουσα σιωπή–εκεί όπου υπάρχει λόγος– καθώς και η παράδοξημεταφυσική, που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα της εν λόγω συλλογής, παραπέμπουν στον Μπέκετ. Είναι η χαμηλή τονικότητα της αποστασιοποιημένης θλίψης και της αναμονής του θανάτου, που δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα στο Ροσινιόλˑ η υπόσκαφη λύπη του.

Ο Χ. Γαρουνιάτης με την πρώτη του συλλογή δίνει την αίσθηση πως γνωρίζει τη ματαιότητα της ποίησηςˑ ότι δεν σώζει κανέναν. Επομένως,φαίνεται να μην αξιώνει τίποτα από αυτήν. Κι όμως…

Καθισμένος στην καρέκλα του […]
κλείνει τα μάτια και φαντάζεται
την πτήση ενός γερακιού […]
Βουτώντας απ’τα 2000 πόδια, με 150
χιλιόμετρα την ώρα, σταθερά
σκέφτεται ότι η ουσία του γερακιού
είναι η πτήση χωρίς ιδέα τι θα πει
αεροδυναμικήˑ