Scroll Top

Δημήτρης Φαρής, Σώζοντας την Τζέιν Άλντεν – Παρουσίαση από την Ελένη Σ. Αράπη

“Love is the magic power that will save the world in time”

Στίχος από το Magic Wand of Love

Κellee Patterson

Ο Δημήτρης Φαρής στο μυθιστόρημά του «Σώζοντας την Τζέιν Άλντεν» ακροβατώντας ανάμεσα στο πραγματικό και το ονειρικό, μας προσφέρει ένα ταξίδι στον χρόνο, τις λέξεις και τη μουσική.

Ο συγγραφέας σαν αράχνη υφαίνει ένα αλλόκοτο υφαντό, όπου μπλέκονται μέσω των αναδρομών δυο ιστορίες, δυο τόποι και δυο χρόνοι. Ο συνδετικός κρίκος είναι ένα εγκαταλελειμμένο φωτογραφείο με έναν καθρέφτη, ο οποίος λειτουργεί σαν στοά στον χρόνο. Ο πρωταγωνιστής Στέφανος Ηλιάδης εισέρχεται στην Αθήνα του 2014 και βγαίνει στη Νέα Υόρκη του 1970, με μοναδικά του όπλα ένα σαξόφωνο, ένα παλτό και την αγάπη του για μια γυναίκα που δεν είχε συναντήσει ποτέ. Το τέχνασμα του καθρέφτη κατέχει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο για την εξέλιξη της πλοκής (μετάβαση σε άλλο τόπο και χρόνο) μα και για το σκάψιμο της μνήμης που τολμάει ο ομοδιηγητικός αφηγητής. Ξεθάβοντας παλιές δικές του πληγές μα και ξένες ιστορίες αποσκοπεί στο να καθαρθεί αλλάζοντας τον ρου της ιστορίας. Αν μπορέσει να σώσει σε πρώτο επίπεδο την Τζέιν Άλντεν, ίσως να λυτρωθεί από τον πόνο της απώλειας της δικής του αγαπημένης Ευγενίας και να πραγματώσει τη φράση της «Κάποτε, κάπου, κάποια ώρα, όταν ο χρόνος δεν θα ζει, ίσως ξανασυναντηθούμε να ξαναζήσουμε μαζί»[1]. Κι εδώ ακριβώς μπαίνουμε στο δεύτερο επίπεδο της διάσωσης. Προσπαθώντας να διασώσει την Τζέιν, διασώζει ουσιαστικά τον ίδιο του τον εαυτό από τα «άγρια νερά»[2] της ζωής του αλλά και από την ανυπαρξία που βίωνε, αφού ως «φύλακας – άγγελος» δεν είχε πια τίποτα να φυλάξει.

Η εγκατάλειψη, η μοναξιά, ο χρόνος και η απώλεια που αυτός επιφέρει, εντέλει ο ίδιος ο θάνατος είναι αυτό που ταλανίζει τον αφηγητή από την αρχή της αφήγησης και τον ωθεί να πει την ιστορία. Ήδη στην έναρξη μας λέει δια στόματος του μικρού Στέφανου «Δεν μπορεί να τελείωσε έτσι… Σίγουρα δεν τελειώνουν έτσι τα πράγματα. Και το κοριτσάκι από τον κάτω όροφο θα ξαναγυρίσει, το λουλούδι θα ξαναβγάλει φύλλα και το περιστέρι θα ξανασηκωθεί. Σήκω τώρα, άσε το παιχνίδι και τρέξε! Πήγαινε σε όλους και πες την ιστορία»[3].

Αυτόν τον ρόλο λοιπόν αναλαμβάνει ο Στέφανος, καταθέτοντάς μας τον πόνο της ύπαρξης, τον πόνο της συνειδητοποίησης της απόλυτης ρευστότητας μέσω μιας ερωτικής ιστορίας «Όλα καταρρέουν! σκέφτηκα. Αυτό που είναι αλήθεια τώρα, σε λίγες μέρες θα καταρρεύσει και αυτό! Όσο συνειδητοποιούσα τη συνεχή μεταμόρφωση της πραγματικότητας τόσο το στήθος μου τρανταζόταν. Ό,τι και αν ζούμε, είμαστε υποχρεωμένοι κάποια στιγμή να το αποχωριστούμε. Είτε εμείς θα φύγουμε είτε οι άλλοι!»[4].

Η λαχτάρα του λοιπόν να δει «το περιστέρι» να ξαναπετάει, την Ευγενία – Τζέιν – φύση – ζωή να ξαναζωντανεύει, να μην αφήσει «τον μαύρο σκύλο» – θάνατο να του στερήσει καμία αγαπημένη, να γίνει το πόδι που θα ρίξει κλωτσιά στον χάρο, πριν στερήσει την πνοή από τον λευκό λαιμό του περιστεριού, να προλάβει το αναπότρεπτο ή τουλάχιστον να συμβιβαστεί μαζί του δεχόμενος την ύπαρξη του ή προσδίδοντάς της άλλο ρόλο, τον ωθούν να σκάψει και να μιλήσει, να μοιραστεί την ιστορία του μέσα απ’ τη ματιά του παιδιού.

Κι όλα αυτά γίνονται με ένα εντελώς αβίαστο, φυσικό τρόπο, με χιούμορ και μουσική, πολλή μουσική! Μα και με αρώματα, που ξεχειλίζουν τις αισθήσεις. Στοιχηματίζω ότι ο Στέφανος αν δεν ήταν μουσικός, θα μπορούσε να είναι αρωματοποιός «Για λίγο, εκείνα τα ακινητοποιημένα λεπτά, είχα νιώσει σαν οργανοπαίκτης μιας σπάνιας viola da gamba, η οποία δεν έβγαζε ήχο αλλά μυρωδιές. Μέσα στο σκοτάδι οι μυρωδιές είχαν γίνει εικόνες. Ξεραμένα πέταλα τριαντάφυλλου, κρεμώδες γαλλικό άρωμα στη σχισμή του στήθους […] όλες αυτές οι μυρωδιές με έβαλαν κάτω και εγώ βρέθηκα σαν μια ξύλινη κουτάλα στο επίκεντρο τους, αναδεύοντας τον γυάλινο σωλήνα του αρωματοποιού»[5].

Ο αφηγητής μας παρασύρει λοιπόν στο ταξίδι των γεύσεων, «της καραμέλας με άρωμα κανέλα»[6], θυμίζοντας μας ότι η όσφρηση είναι η μέγιστη όραση.

Διαβάζοντάς το, ακολουθούσα κάθε μουσικό intermezzo. Μου θύμισε την τεχνική των flâneur με την παράθεση των φωτογραφιών για να δοθεί αυθεντικότητα στην αφήγηση και να επιβραδυνθεί ο χρόνος. Ακριβώς τον ίδιο ρόλο κατέχει εδώ η μουσική, η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με το όλον. Μακάρι να μπορούσαμε να πατάμε πάνω σε κάθε στίχο και να ηχούσε η μουσική.

Ένα βιβλίο ταξίδι στον χρόνο, τη μουσική, τον έρωτα, μα και την απώλεια. Εντέλει ένα βιβλίο καθρέφτης, παράθυρο στον έσω εαυτό, με το οποίο όλες και όλοι μας θα βρούμε κομμάτια να ταυτιστούμε.

[1] Σελ. 42
[2] Σελ. 181
[3] Σελ. 14
[4] Σελ. 190
[5] Σελ. 117
[6]
Σελ. 24