Scroll Top

Εύα Μ. Μαθιουδάκη, «Μέρες της Κηφισιάς» – Κριτική από τον Δημήτρη Χριστόπουλο

«Γιατί μέσω της γραφής προβάλλονται καλύτερα οι γρατζουνιές μας, γιατί ο εαυτός είναι το δύσκολο και το άπιαστο, η μεγάλη αλήθεια. Κι αν αυτό που βασανίζει την καρδιά είναι η μοναξιά της, η γραφή βρίσκει τον τρόπο να την γιατρεύει, στρογγυλεύοντας τις λέξεις και ανακαλώντας βιώματα και συναισθήματα, που χωρίς αυτήν θα παρέμεναν μέσα μας συγκεχυμένα και αφανέρωτα, θολωμένα από τα ίδια μας τα δάκρυα» (σ. 200).

Τέταρτο βιβλίο για την Εύα Μαθιουδάκη μέσα σε επτά χρόνια. Μικρή συγγραφική συγκομιδή δεν μπορείς να την πεις. Κυρίως όμως συνεπή, θα την χαρακτήριζα. Την «ανακάλυψα» με τη νουβέλα Αυτός ο ένας, ο Αρίστος, ξανασυναντηθήκαμε στο Ροδακιό με τα Μικρά Πείσματα, μικρές αριστοτεχνικές μικροαφηγήσεις, εδραιώθηκε στη συνέχεια η γνώμη μου για την πένα της πριν από δύο χρόνια με τον Φταίχτη, και τώρα πλέον απολαύσαμε το τελευταίο της μυθιστόρημα Μέρες της Κηφισιάς, στο οποίο αξιοποιεί στο έπακρο τις προηγούμενες αφηγηματικές και υφολογικές κατακτήσεις της.
Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά τα εμβληματικά Τα ψάθινα καπέλα της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (1946), βιβλίο με το οποίο προφανώς συνομιλεί άμεσα το μυθιστόρημα της Μαθιουδάκη, οι Μέρες της Κηφισιάς, χωρίς να είναι ένα βιβλίο ενηλικίωσης (bildungsroman· μυθιστόρημα διαμόρφωσης ή μαθητείας), παρακολουθούν τη ζωή κυρίως δυο οικογενειών, μιας πλούσιας και μιας φτωχής, στις δύο πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, με συνεχείς αναδρομικές αφηγήσεις αλλά και με προβολές στο μέλλον, αναχρονίες που δίνουν το ανάλογο και απαραίτητο ψυχολογικό βάθος στην ιστορία. Πρωταγωνίστρια η Ισμήνη, ένα κορίτσι που γεννιέται το 1932 και μεγαλώνει στο σπίτι-κτήμα των εύπορων Σωτηριάδηδων. Με κέντρο την Ισμήνη, η Μαθιουδάκη στήνει με τρόπο επιδέξιο μια ανάγλυφη τοιχογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας, με το λειτουργικό αλλά συμβολικών διαστάσεων σκηνικό της Κηφισιάς και των περιχώρων της.
Όπως η έφηβη Κατερίνα της Λυμπεράκη, έτσι και η Ισμήνη της Μαθιουδάκη ενηλικιώνεται τη δύσκολη δεκαετία του ’40, μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο αγάπη και υποστηρικτικότητα, αντιστικτικά προς το ψυχρό οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών του Σωτηριάδη, της Βιργινίας και του Σπυρίδωνα. Παράλληλα με τη ζωή των δύο αυτών οικογενειών, η συγγραφέας υφαίνει τη ζωή και άλλων οικογενειών και δορυφορικών προσώπων, που η δική τους διαδρομή τέμνεται με αυτή των κύριων προσώπων.
Κι εδώ βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα της Μαθιουδάκη. Με γλώσσα ρέουσα, χωρίς περιττές εκζητήσεις ή εκπτώσεις, έχει την ικανότητα να συγκεράσει το ατομικό με το συλλογικό, την ατομική περιπέτεια με την περιπέτεια του τόπου. Κι αν η κριτική έχει επισημάνει ότι το μυθιστόρημα της Λυμπεράκη όπως και οι Μικρές κυρίες της Λουίζας Μέυ Άλκοτ κρατούν μακριά από κοινωνικοπολιτικούς προβληματισμούς τους χαρακτήρες τους, δεν μπορεί να ισχυριστεί κάποιος κάτι ανάλογο για την περίπτωση της Μαθιουδάκη. Εδώ, η μικρασιατική τραγωδία, η δύσκολη αποκατάσταση των προσφύγων, η κατοχική Ελλάδα, ο Εμφύλιος και το ζοφερό για πολλούς μετεμφυλιακό κλίμα, οι πολιτικές ίντριγκες αλλά και οι βαθιές ταξικές ανισότητες διαπλέκονται με την ατομική περιπέτεια των προσώπων με τρόπο αξεδιάλυτο, χωρίς ωστόσο η ιστορία να εκφυλίζεται σε μια γλυκερή καταγγελία από την πλευρά των «φτωχών» και κατατρεγμένων αυτού του κόσμου ούτε να αποστασιοποιείται περιφρονητικά από το «κοινωνικό» πρόβλημα.
Στο μυθιστορηματικό σύμπαν της Μαθιουδάκη δεν είναι απλώς ο έρωτας και η φύση που δίνουν τον κυρίαρχο τόνο, δεν είναι το κτήμα στην Κηφισιά το σύμβολο αναζήτησης ενός επίγειου παραδείσου, αλλά η συνεπής στάση της Ισμήνης που την κάνει να συγκρούεται τόσο με τις κυρίαρχες αξίες του περιβάλλοντός της αλλά πολλές φορές και με τον ίδιο της τον εαυτό, στάση όχι μόνο τυπικά νεανική αλλά στάση ζωής ενός ανθρώπου που ακολουθεί απαρέγκλιτα τις αρχές του, ακόμα κι όταν πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με το δικό του καταγωγικό παρελθόν (από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του βιβλίου το ταξίδι της Ισμήνης με τη Μαίρη στην Αμοργό αλλά και η συγχώρεση της Μαρίνας).
Εάν Τα ψάθινα καπέλα έμελλε να αντέξουν σθεναρά στον χρόνο και τελικά να μπουν στον λεγόμενο λογοτεχνικό κανόνα χάρη στα πολλαπλά αναγνωστικά τους επίπεδα αλλά και στην ποιητική τους γλώσσα, έχω την αίσθηση ότι με το πέρασμα του χρόνου οι Μέρες της Κηφισιάς θα βρουν τη θέση που τους αξίζει στις προτιμήσεις των σημερινών αλλά και των αυριανών αναγνωστών, εκείνου του είδους ανθρώπων που δεν μαγεύονται από τα αναγνώσματα του συρμού, αλλά αναζητούν την αξία του διαχρονικού, ανάλογα πάντα με τις εκάστοτε αναγνωστικές τους προσδοκίες, όπως αυτές που έχει η Ισμήνη όταν σε μια επιστολή της στον Λευτέρη ομολογεί το βαθύτερο κίνητρο της γραφής: Τον εαυτό μας περιγράφουμε. Τον προσπερνούμε όπως όταν ξεσκονίζουμε με φτερό την σερβάντα. Τις αγάπες μας κλαίμε ή μήπως γράφουμε για να μας αγαπήσουν;
   Όποια κι αν είναι η απάντηση, η γραφή της Μαθιουδάκη δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, από τη στιγμή που υπηρετεί με συνέπεια την Ομορφιά.

Απόσπασμα

«Όμως αυτή δεν άκουσε κανέναν. Είχε το νοικοκυριό της όπως συνηθιζόταν, κι ακόμα ένα κρεβάτι, μια ντουλάπα, έναν κομό, ένα τραπέζι με έξι καρέκλες κι έναν μπουφέ. Τα έβαλε, τα συγύρισε όμορφα στο διαμερισματάκι της και ήταν ευτυχισμένη. Έβαλε δυο βασιλικούς στον ακάλυπτο, στόλισε με πετσετάκια τις καρέκλες και αγόρασε ό,τι γυάλιζε, ό,τι πιο μοντέρνο κυκλοφορούσε, να ‘χει να ταΐζει τον Φάνη της σε κατσαρόλες αλουμινένιες απαστράπτουσες» (σ. 197).

Εύα Μ. Μαθιουδάκη
«Μέρες της Κηφισιάς»
Μυθιστόρημα
Καστανιώτης 2021
σελ. 212