Scroll Top

Η ποιητική παραμυθία του Γιώργου Βέη – Παρουσίαση από την Λίλια Τσούβα

     «Όλη η μελέτη και εξοικείωση με τον Ντάντε μού φαίνεται να διδάσκει πως ο ποιητής θα έπρεπε να είναι μάλλον υπηρέτης της γλώσσας του, παρά αφέντης της», γράφει ο Έλιοτ, σχολιάζοντας το έργο του Δάντη.[i] Και ο Κόντογλου, αναφερόμενος στη γλώσσα ενός λογοτεχνικού έργου, αναφέρει: «ο ποιητής δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη γλώσσα σαν να ήταν ερωμένη του, πρέπει να την τιμά σαν νόμιμη σύζυγό του».[ii]

Ο Γιώργος Βέης στην ποιητική του συλλογή Βράχια (ύψιλον/βιβλία) τιμά με αφοσίωση τη λογοτεχνική γλώσσα της οποίας αναδεικνύεται άριστος υπηρέτης. Με προπομπό τη ρήση του Κρατύλου πως «είναι δύσκολη η γνώση των καλών και βέβαια η γνώση των ονομάτων», ανοίγεται σ’ ένα εξαιρετικής εμβέλειας γλωσσικό παιχνίδι.

«Ο Λόγος ως πόλεμος», σύμφωνα με τον Ηράκλειτο, «είναι αυτό τούτο το Είναι», «πατήρ πάντων». Αλλά και σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ: «η γλώσσα είναι ο τόπος όπου το λέγειν του ανθρώπου συναντάται με τον Λόγο ως πόλεμο». Στη συλλογή Βράχια, το λέγειν του Γιώργου Βέη συναντάται με το είναι της αληθινής ποίησης. Το δια-λεκτικό παιχνίδι που αναπτύσσεται αναφέρεται στην οντολογία της ποίησης. Τα ονόματα ορίζουν τα όντα της πραγματικότητας. Όμως, επειδή τα πράγματα βρίσκονται σε συνεχή μεταβολή, πράγμα που συνεπάγεται αδυναμία γνώσης, ο ποιητής διευθύνει μια συζήτηση κατά την οποία ερωτά και απαντά σχετικά με την ονοματοθεσία των λέξεων, ενώ ταυτόχρονα παραθέτει τις άπειρες δυνατότητες της γλώσσας.

Τοποθετώντας στο τέλος της συλλογής τους στίχους της Φοινικιάς, καταθέτει ως γνώμονα την ποίηση του Παλαμά, και μάλιστα στη λυρικότερη εκδοχή της. Η Φοινικιά ανήκει στα κορυφαία ποιήματα του Παλαμά. Κατά τον Νάσο Βαγενά, , «είναι το τελειότερο ποίημα του Παλαμά, το αποκορύφωμα της ποιητικής του τέχνης έργο τόσο ολοκληρωμένο, ώστε να μην μπορεί να παραβληθεί με αυτό κανένα άλλο παλαμικό ποίημα». Στη Φοινικιά (λυρικό επίτευγμα που αναβιώνει τη δύναμη του σολωμικού λυρισμού, κατά τους κριτικούς), η φύση εμφανίζεται στη συμπαντική της διάσταση εκφραστής του ανέκφραστου.

Ο Γιώργος Βέης ακολουθεί τα λυρικά χνάρια του Παλαμά, ενώ αφομοιώνει στοιχεία συμβολιστικά και παρνασσιακά που χαρακτηρίζουν την ποίησή του. Δεν είναι τυχαίο πως στην, κατά τα άλλα ελευθερόστιχη συλλογή του, περιλαμβάνει και ένα σονέτο. Παρατηρούμε ακριβολογία στην έκφραση, παρνασσιακό στοιχείο, όπως και γόνιμη αρχαιοφιλία και αγάπη για την παράδοση. Υπάρχουν επίσης στις συνθέσεις διανοητικά σύμβολα και έντονη μουσικότητα, ενώ τα συναισθήματα υποβάλλονται κάτω από την επίδραση της παλαμικής συμβολιστικής τεχνοτροπίας.

ΕΠΙΧΡΥΣΟ ΝΥΦΙΚΟ ΓΙΟΡΝΤΑΝΙ ΛΑΙΜΟΥ

Μεσόγεια Αττικής, 19ος αιώνας

Όσες φορές το φόρεσαν

γύρισαν πίσω σ΄ εκείνη την πρώτη φορά

την ανεπανάληπτη «με γειά σου» ευχή

το χάραγμα στη φωνή

η σχισμή του ονείρου

για να μπορέσει να διαβεί ολόκληρη

η παράδεισος.

Στα Βράχια ο Γιώργος Βέης αναδεικνύεται ποιητής ενός σφύζοντος λυρισμού και μιας γλώσσας αισθησιακής που παραπέμπει στην ποιητική παράδοση του Σολωμού και του Ελύτη. Ο τίτλος της συλλογής οδηγεί στον Σεφέρη («Ευτυχώς η γη μας είναι σκληρή, οι πρασινάδες της δεν σε πλαντάζουν, τα χαρακτηριστικά της είναι βράχια, βουνά και πελάγη. Κι έχει ένα τέτοιο φως»).

Ο πολυδιαβασμένος και πολυταξιδεμένος Γιώργος Βέης, και χάρη στη γλωσσομάθειά του, έχει αφομοιώσει με τρόπο γόνιμο τους μεγάλους Έλληνες και ξένους ποιητές, αλλά και τα μεγάλα ευρωπαϊκά ποιητικά ρεύματα που συνεχίζουν να ασκούν επίδραση στις μέρες μας. Ο «εμβαπτισμός» του στην τεράστια δεξαμενή των ευρωπαϊκών ρευμάτων, είναι φυσικός και οπωσδήποτε δημιουργικός, εφόσον τον βοηθά να υφάνει τον ιστό της δικής του ξεχωριστής και πολυδιάστατης τέχνης.

Στα Βράχια ο ποιητής εμφανίζεται σε σημείο ποιητικής ωριμότητας. Μέσα από υποδειγματική οικονομία έκφρασης, εκδηλώνει έντονη αισθαντικότητα. Χρησιμοποιώντας φυσιολατρικούς, συμβολιστικούς, ακόμη και υπερρεαλιστικούς τόνους, συμπλέκει τη φύση με τον άνθρωπο. Τη φύση την προικίζει με ανθρώπινα γνωρίσματα, ενώ τα νοήματα τα υποβάλλει με ηχοχρώματα. Οι σημασίες με τον τρόπο αυτό υποτάσσονται στις ηχητικές φόρμες. Αποτέλεσμα ένα ξεφάντωμα παρηχήσεων και συνυποδηλώσεων, μια έκρηξη ήχων και εικόνων, ένας ύμνος στη ζωή και στην ομορφιά.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Να το κρασοπούλι

του λαιμού το τσάκισμα

του φτερού η απαραίτητη περισπωμένη

η όποια κίνησή του

το όποιο σκίρτημα φέρνει την ευφυΐα

 

κι ας αργεί λίγο ακόμα η άνοιξη

αυτό από τώρα είναι εκεί

στον ρημαγμένο κήπο.

 

Μέσα εμείς ακούμε Μοντεβέρντι

τη μουσική που ξέρει ασφαλώς

από στήθους το κρασοπούλι

από την προηγούμενη ζωή του

όταν ήταν ρυάκι.

Με μεγαλόπνοες πτήσεις της φαντασίας που απογειώνουν την αίσθηση ο Γιώργος Βέης δημιουργεί εικόνες απρόβλεπτες. Η εμψύχωση της φύσης κινεί και ολοκληρώνει το συναίσθημά του. Παρατηρούμε μια ευφρόσυνη παρέλαση πανίδας και χλωρίδας. Οι εικόνες και οι λέξεις χορεύουν τον χορό του ψυχικού κόσμου του, που περιλαμβάνει την αγωνία της ποιητικής γραφής, τον θάνατο, τη ζωή, τον έρωτα.

ΞΙΝΟΜΗΛΙΕΣ

Τις μέτρησα ξανά σήμερα το πρωί

δύο φορές μάλιστα.

Λείπει μία από την περασμένη άνοιξη

δέντρο φευγάτο

επιστροφή στην Αρκαδία

ή

της μεταμόρφωσης το αίνιγμα;

Ο μουσικός και ζωγραφιστά διαρθρωμένος ρυθμός των ποιημάτων του παραπέμπει στις απαρχές της ποίησης. Η φύση με τους ήχους και τις εναλλαγές της ξετυλίγεται οργανικά και θεαματικά. Συνενώνεται με την ανθρώπινη δημιουργία, κατασκευάζοντας ένα ενιαίο όλο, μια πλατιά πραγματικότητα. Αποτέλεσμα η λυρική μαγεία.

    Ο κορυδαλλός, μια τρίλια τρελή από πάθημα, ο αέρας στο ψηλότερο έλατο στην κορυφή της Πάρνηθας, το κρασοπούλι, ο αμέριμνος σκίουρος στο κλαδί της μηλιάς, ο κάστορας, το κοράκι, η γαλάζια πικέα, η γυμνή σημύδα, τα βρύα,οι συκοφάγοι, η πορτοκαλιά, η κίσσα, η βουκαμβίλια, ο γλάρος και άλλα θαυμαστά της φύσης, ενώνονται με τον Μοντεβέρντι, τον Αντόνιο Κάρλος Ζομπίμ, τον Κάτω Κόσμο, το εφήμερο της ζωής, το αλκοολίκι της ποίησης, την αγωνία του ποιητή για τη λέξη ενώνονται με τον Παπαδίτσα, τον Ντοστογιέφσκι και άλλα.

Ο Γιώργος Βέης, με τη φύση και την παράδοση ως διάκοσμο, δημιουργεί ποίηση μεστή, άρτια. Ευδαιμονία λυρισμού που διακλαδώνεται σε πολύγραμμα σχήματα. Παρακολουθούμε εικόνες, ήχους, πρωτοτυπία και αφηνόμαστε στη μαγεία του λεκτικού και αναπαραστατικού του κόσμου.

Τα Βράχια είμαστε εμείς. Βράχια είναι η ζωή, η ποίηση, ο έρωτας, ο θάνατος. Και ο άνθρωπος δεν είναι παρά ο Σίσυφος, που αγωνίζεται να φτάσει στα ύψη, όμως ρίχνεται στα βάραθρα, μοναχικός πάντα και μόνος. Όλη η στερεοτυπία της ζωής, αλλά και η μεταφυσική ανθρώπινη αγωνία μεταφυτεύεται στα Βράχια. Ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι θα πεθάνει, αλλά αρνείται να αντικρίσει τον θάνατο και δίνεται στο πάθος της ζωής, στη φθαρτή ομορφιά της.

Μέσα στο πανηγύρι των αισθήσεων που κατασκευάζει ο Γιώργος Βέης εκκολάπτεται το τόξο του χρόνου, η ζωή, ο θάνατος, ο χώρος του ελληνισμού, της ποιητικής οντολογίας. Στα Βράχια βρίσκουμε την ποίηση με το ωραίο της πρόσωπο. Την ποίηση που δικαιώνεται χάρη στην ικανότητά της να γονιμοποιεί το αιέν του σύμπαντος. Την ποίηση που καθίσταται παραμυθητικό και υπολογίσιμο αντίβαρο στη φθορά του χρόνου.

Βιβλιογραφία

Βαγενάς, Νάσος. Το Βήμα, 16/03/2003
https://www.tovima.gr/wp-content/themes/tovima/common/imgs/logo.svg (τελευταία πρόσβαση, 14.1.2021).
https://www.lectores.gr/ (τελευταία πρόσβαση, 14.1.2021).
Μαρωνίτης, Δ.Ν. Όροι του λυρισμού στον Οδυσσέα Ελύτη, Κέδρος, 1991, σελ. 21.
[i] Μαρωνίτης, 1991, 21.
[ii]ό. π.