Scroll Top

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΤΕΝΗΣ, ΜΕΤΕΩΡΗ ΓΥΝΑΙΚΑ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΓΓΕΛΗ ΤΑΣΙΟΠΟΥΛΟ

 ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΤΕΝΗΣ, Μετέωρη γυναίκα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΙΑΠΛΑΣΗ, 2019

 

Έξω και πέρα απ’ τη ζωή μας, στους εφαπτόμενους μικρόκοσμους των άλλων ‒ και είναι πολλοί, η Δομνίκη, πυρακτωμένη σκιά τριγυρίζει, αφήνοντας ό,τι της δώσαμε, έτσι ως ανταπόδοση, ή αντίδωρο της δικιάς μας κόλασης. Μια τύψη για τον ουρανό που δεν είδαμε για το σκοτάδι που αγνοήσαμε για την ησυχία που μας προσφέρθηκε και δεν αρνηθήκαμε. Τι ακριβώς; Ποιο είναι το ερώτημα και ποια η απάντηση, αν υπάρχει απάντηση. Μετέωρη γυναίκα! Λοιπόν. Αναζητώντας τα χαρακτηριστικά και την ιδιότητά της η Δομνίκη καταφεύγει στο λεξικό και διαβάζει: «μετέωρος»: Αυτός που αιωρείται ή δίνει αυτή την εντύπωση. Που βρίσκεται σε αβεβαιότητα, αναμονή ή εκκρεμότητα, αβοήθητος ή εκτεθειμένος. Που αμφιταλαντεύεται. Παρ’ όλα αυτά δεν πείθεται απολύτως η ηρωίδα του Μιχάλη Πιτένη ο οποίος ευφυώς έχει αποφασίσει γι’ αυτήν με τη συνδρομή της Κικής Δημουλά, στο μότο του βιβλίου: «…Μία κυρία εξέχει στη βροχή/ μόνη/ πάνω σ’ ένα ακυβέρνητο μπαλκόνι».
Ο Μιχάλης Πιτένης, αφήνοντας την να μας αφηγηθεί την μυητική της περιπέτεια με φόντο την Ελλάδα που ταλανίζεται και βυσσοδομεί στα δόγματα και τις παραδοχές του εθνικού αφηγήματος, περιγράφει την ατμόσφαιρα, τους συνδαιτυμόνες και καταθέτει μέσω της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, το συγκλονιστικό ημερολόγιο της γενιάς των σημερινών μεσηλίκων. Ό, τι είμαστε, λέει ο συγγραφέας είναι απόρροια ενός στημένου παιχνιδιού στο οποίο περίσσεψαν ο δόλος, η υποκρισία κι η αυταπάτη. Ζήσαμε χωρίς να γνωρίζουμε δηλώνοντας ευθαρσώς την άγνοιά μας ως πεπαιδευμένοι υποκριτές.
Όμως τα δάκρυα δεν ταιριάζουν ούτε βοηθούν στο φόβο. Η κοινωνία είμαστε εμείς. Οι ένοικοι της ιστορίας που δεν ομολογήσαμε. Μετέωροι, ριγμένοι στην άβυσσο του δόγματος της δήθεν ευημερίας και της κοινωνικής καταξίωσης, μάθαμε να μεριμνούμε για όσα χωρούσαν στη σκηνή και να σεβόμαστε την καθεστηκυία τάξη, αφού ήταν ο τρόπος να διαφυλαχτούν τα ιερά και τα όσια της φυλής. Ο Μιχάλης Πιτένης, έχοντας το βίωμα και την πολυτέλεια να γνωρίζει καλά τις αφηγηματικές τεχνικές και να διαχειρίζεται εξαιρετικά το χρόνο, καταφέρνει να ισορροπεί στη ροή τα πρόσωπα, τους επινοημένους άρχοντες, κοιτάζοντας πίσω για να στοιχειοθετήσει το παρόν. Τίποτα δεν είναι τυχαίο, όλα συμβαίνουν γιατί έπρεπε με την ακρίβεια της συμπεριφοριστικής θεωρίας περί ερεθίσματος και αντίδρασης. Όσα συμβαίνουν έχουν προετοιμαστεί στη διάρκεια των χρόνων και κανείς δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Εντέλει η «Δομνίκη» δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια έντιμη ομολογία, κατά την οποία προβάλλεται η ένοχη σιωπή και αναδεικνύεται η κόλαση της σάπιας κοινωνίας που δάνεισε τα σαθρά υλικά της στους οικοδόμους του δικού μας παρόντος.
Δεν θα σταθώ περαιτέρω στην αυθαίρετη παράθεση των προθέσεων του συγγραφέα και την ανάλυση της ποιητικής του πρότασης, αλλά θα προχωρήσω στην αναζήτησή μου στο σώμα του μύθου, όπου το μισό του ουρανού στο πρόσωπο της ηρωίδας μεταλλάσσεται καθώς ωριμάζει μέσα σε βεβαιότητες που ακυρώνονται για να αντικατασταθούν με άλλες που κι αυτές αποσαθρώνονται με τη σειρά τους έως την τελική πτώση που θα καθαγιάσει την ύβρη.
Σε τι ακριβώς επιμένει ο άνθρωπος; αναρωτιέται ο άνθρωπος-Δομνίκη: Να αναδείξει αυτό που είναι, ή εκείνο που θα ήθελε να είναι; Να προβάλλει την πορεία προς την αυτογνωσία, ή να σωθεί στο μέσο της διαδρομής –άλλωστε κι η υποταγή είναι μια κάποια λύση– αφού τα όρια είναι σαφώς προσδιορισμένα. Το αμάρτημα και το έλεος είναι μια ιδιοτελής επινόηση του ανθρώπου για να διαχειρίζεται ευκολότερα τις εμπειρίες του και να απαλύνεται έτσι ο πόνος. Η απροσδιόριστη εξέλιξη και η λύση δικαιώνονται και κρίνονται μονάχα από το ρευστό αποτέλεσμα της διαδρομής του καθενός.
Η Δομνίκη, δεν παραφράζει ούτε παρανοεί τις λεπτομέρειες της ζωής της. Το παρελθόν της δεν επιτρέπει τέτοιου είδους αλχημείες. Οδηγείται κι οδηγεί τις εμπειρίες της, άλλοτε στο φως κι άλλοτε στην παρασκιά. Αιφνιδιάζεται κι αιφνιδιάζει. Αποσταθεροποιεί τη ζωή της μέσα από τη δράση και τα τεκταινόμενα ερήμην της. Γίνεται παρακολούθημα και ενεργούμενο ενός κόσμου που την επέλεξε για να διαγνώσει της αντοχές του. Προορισμένη γυναίκα, με όλες τις εκδοχές του φύλου της, διασχίζει τη ζωή της, άλλοτε πεζή κι άλλοτε ταλαντευόμενη στην καμπούρα μιας δρομάδας που πορεύεται στην έρημο. Μια έρημο όμως, την οποία εξερευνά αναγκαστικά δίχως να απολαμβάνει τις όποιες χαρές της, αλλά υφίσταται τα σαθρά υλικά που την απαρτίζουν. Ωριμάζει βιώνοντας και μεγαλώνει αδειάζοντας το δοχείο του κόσμου της. Οι μικρές της αταξίες λογαριάζονται αλλιώς στην υποκρισία και τη βαρβαρότητα. Η βία, αναπόσπαστο κομμάτι της ενθουσιώδους ζωής των συνδαιτυμόνων σπαταλά και κατατρώει της ευτυχισμένες στιγμές του βίου της. Δεν έχει να καταγράψει ταξίδια και μεγάλες αποδράσεις, ίσως από τον φόβο που της χρέωσαν κατά την πρώιμη σωματική της ενηλικίωση και το ασφυκτικό στρατοκρατούμενο (βλέπε Στρατηγός)οικογενειακό περιβάλλον. Της επετράπη να παίζει μονάχα στην αυλή και λίγο παραέξω στο ελεγχόμενο πλαίσιο της γειτονιάς, εκεί που οι ένοχοι υποκρίνονται τους αθώους και οι δήθεν αδέκαστοι δικαστές επιτηρούν την ισορροπία και την τάξη.
Ο Μιχάλης Πιτένης στη Μετέωρη γυναίκα, μας ξεναγεί μέσω της Δομνίκης πίσω από τα «ασφαλή» παραπετάσματα της μεταχουντικής Ελλάδας. Με ιδιαίτερη μαεστρία επαναφέρει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και τα ήθη που οδήγησαν στη σημερινή γενικευμένη σήψη και παρακμή. Όμως δεν σταματά εκεί, αναλύει το παρελθόν του παρόντος με όρους πολιτικούς. Έτσι δίνει μια άλλη διάσταση στην αφήγηση καταγράφοντας πολιτικές (τάσεις και στάσεις) οι οποίες μας επιστρέφουν τα «δώρα» της δήθεν ευημερίας. Κι αν ό,τι στήθηκε και μας αφορά σήμερα, δεν είναι η ύβρις, αλλά ο μετεωρισμός και η ακροβασία των υποκειμένων που συστήνονται ως σωτήρες στα μεγάλα ακροατήρια, αγνοώντας τη διαπερατότητα των γεγονότων και τη συνέχεια.
Καταλήγοντας θυμάμαι τη ρήση του Φλωμπέρ: «Η Εμμα Μποβαρί, είμαι εγώ», το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί και ο Μιχάλης Πιτένης, ας μου συγχωρέσει όμως τούτη ‒ακόμη μια‒ αυθαιρεσία: Η Δομνίκη είμαστε όλοι εμείς, θύτες και θύματα, επισκέπτες σ’ αυτό το πανηγύρι.

Enter your text here …

Enter your text here …