Scroll Top

ΠΛΑΝΟΔΙΟΣ ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΕΔΕΜ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

Αντρέα Τιμοθέου: ΠΛαΝόΔΙοΣ στα ΣύΝοΡα της ΕΔέΜ 

Γράφει η Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 

 
 
 


«Πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ», ο νεαρός Κύπριος ποιητής Αντρέας Τιμοθέου, στην ωριμότερη ποιητική κατάθεσή του, με την ειλικρίνεια που χαρίζει απλόχερα ο αυθορμητισμός της νεότητας, η έλλειψη επιφυλακτικότητας και κάθε διάθεση συγκάλυψης, δεν συστήνεται απλώς ποιητικά, αποκαλύπτεται μέχρι που μένει απέναντί μας ένα τραύμα γυμνό, μια εύθραυστη ύπαρξη, την οποία μόνο οι λέξεις μπορούν πλέον να υπερασπιστούν. Η ποίηση καταφύγιο που φθονούμε, κατά τον Καρυωτάκη, παρηγοριά για τον ποιητή, αλλά και άμυνά του. « Το ποίημα μόνο σου θυμίζει πως έμαθες να αμύνεσαι» (Ποίημα: Σε μια διαδρομή)
Στην πέμπτη ποιητική του συλλογή ο Τιμοθέου, αυτοβιογραφικός και αυτοαναφορικός, μεγαλώνει μέσα στην αγάπη, μικραίνει μέσα στην απώλεια, γεγονός που καταδεικνύεται και στα γραφικά του τίτλου στο εξώφυλλο της συλλογής, όπου κάποια γράμματα καταγράφονται με κεφαλαία γράμματα και αντιστοίχως τα υπόλοιπα με μικρά. Μια ποιητική συλλογή χωρισμένη σε εφτά επιμέρους ενότητες, η καθεμιά από τις οποίες θα μπορούσε να αποτελεί μια ενιαία εξομολογητική σύνθεση για όσα ο ποιητής αγάπησε και τον αγάπησαν, ανθρώπους και μέρη που του χάρισαν την ομορφιά αλλά και τη μελαγχολία της μνήμης.
Στο ποίημα «Πλανόδιος», που θεωρώ ότι είναι και η επιτομή της ποιητικής συλλογής, ο Τιμοθέου δίνει το στίγμα των προθέσεών του. Μέσα στο πεδίο της Ποίησης, ένα πεδίο στο οποίο μπορεί κανείς να αναρωτηθεί και να απαντήσει, ο Αντρέας Τιμοθέου περιπλανάται στα σύνορα της προσωπικής του Εδέμ.
Αναμετριέμαι με του ανθρώπου την ήττα/κι όσα κωφά παρέμειναν στο κάλεσμά μου/Γράφω στον έρωτα/κάθε που γεύομαι το σώμα του θανάτου /Πασχίζω να ξορκίσω τα μελλούμενα /μα ο χρόνος πια μου φανερώνεται/γλύφει το όνειρο, σχεδόν στεγνό/ξένο στο χάδι/κι εγώ φυλάγομαι σαν έμαθα/σε κόρφους γυναικών εξόριστων/από αγάπη/χωρίς αντάλλαγμα/επιστρέφω θραύσματα χαράς /μια ζωή επιστρέφω/αλλάζω τα παλιά με καινούρια/αυτό διαλαλώ/πλανόδιος στα σύνορα της Εδέμ/ και τόσο μόνος/ (Ποίημα: Πλανόδιος)
Κι ο ποιητής καθίσταται μια «περιφερόμενη λαμπρότητα της μοναξιάς». ( Ποίημα : Θα επιστρέφω πάντοτε). Η δε Ποίηση είναι ο δρόμος της μνήμης και της απώλειας αλλά και της αγάπης και της μνήμης για τον ποιητή , καθώς η περιπλάνησή του σαν εκκρεμές τον παίρνει κάποτε σε χρόνια ευτυχισμένα, μέρες Παραδείσου, ενώ τις περισσότερες φορές τον δένει και πάλι με τα δεσμά της ήττας, για ό,τι δεν του χαρίστηκε, γι’ αυτό που του χαρίστηκε για λίγο ή γι΄αυτό που άδικα δεν του δόθηκε όπως και όσο θα ήθελε. «’Οταν πεθάνω κάποια μέρα /θα΄θελα να με ντύσουν με το άδικο που δεν με αγάπησες.» ( Ποίημα: Υπόσχεση )Μια ποίηση που κυλάει σαν βελούδο στις αισθήσεις και αποκτά μόνο την τραχύτητα του πένθους, του μοβ πόνου, με τον οποίο μεγαλώνει και επεκτείνεται ο ποιητής, προσπαθώντας ποιητικά να υπερβεί τα σύνορά του. Τα σύνορα ενός εγκλεισμού που μπορεί να επιφέρουν η θλίψη και το πένθος. ΄Αλλωστε από την αρχή ορίζει την Εδέμ που έχει απωλέσει, τα ευτυχισμένα χρόνια που του χάρισε η παρουσία μιας γιαγιάς και ενός παππού, άτομα ξεχωριστ,ά τα οποία πολύ αγάπησε και έχει μετουσιώσει σε ποιητική αναφορά.
Αν και νεαρός στην ηλικία, μόλις τριάντα χρόνων, ο Τιμοθέου έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος στην ποίησή του. Μια γλυκόπικρη μελαγχολία διατρέχει τους στίχους του, καθώς ο ποιητής με λέξεις που χτίζονται με σπουδή, τρυφερές σαν χάδι, λειαίνει τις πέτρες της μελαγχολίας, πορεύεται ποιητικά μέσα στον κόσμο, επίμονος αναζητητής της Εδέμ και της ομορφιάς που παρηγορεί, θυμίζοντάς μας τον ορισμό του Edgar Allan Poe, για τον οποίον η ποίηση δεν είναι παρά η ρυθμική δημιουργία της ομορφιάς.
Περισσότερη αμεσότητα και δυναμική αποκτούν οι ποιητικές εικόνες του Τιμοθέου, όταν εκφράζεται στην κυπριακή διάλεκτο. Μεγαλύτερη η ένταση των λέξεων, μεγαλύτερη και η συγκίνηση, αφού στο ποιητικό πεδίο η χρήση της διαλέκτου μπορεί να καταστεί ένα ισχυρό επικοινωνιακό εργαλείο. Χαρακτηριστικοί οι στίχοι:
Το μετάξι/ήρτεν που το χωρκόν της γιαγιάς μου/{…} /Κάποτε άννοιά το/εποτύλιά το/τζιαι εθώρουν πάνω του /τους δρόμους της γιαγιάς μου/ ( Ποίημα: Το μετάξι )
Στο ποίημα αυτό η ψυχή του ποιητή ξετυλίγεται όπως το μετάξι που έραβε η γιαγιά του, η ποίησή του μια μουσική της ψυχής, κατά τον Βολταίρο.
Η τελευταία ενότητα της συλλογής με τον τίτλο «Ψίθυροι Λιτανείας» δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση πως ο ποιητής επιχειρεί να αποτυπώσει σε θραύσματα στίχων όσα η ψυχή του δεν μπόρεσε ίσως να συνθέσει στις προηγούμενες ενότητες. Γι΄ αυτό και υπάρχουν δίστιχα ή τρίστιχα, φραστικές μονάδες, οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν την επωδό σε άλλα ποιήματα, ένα ιδιόμορφο, θα έλεγα, σχήμα κύκλου, για τον Πλανόδιο του Αντρέα Τιμοθέου. Θα μπορούσαν, επίσης, να χαρακτηριστούν και ως ποιητικοί αφορισμοί :
Οι παλιές φωτογραφίες κάλλους/δεν μαρτυράνε πια/Μονάχα διαμαρτύρονται
Πρέπει κανείς να μάθει να ανέχεται/την ευθραυστότητα των ποιητών
Τις νύχτες αφαιρώ τα τραύματά μου/και ντύνομαι όσους στίχους απέμειναν
Ο τελευταίος αυτός ψίθυρος λιτανείας του Τιμοθέου, διακειμενικά παραπέμπει στα Μικρά ‘Έψιλον του Ελύτη, όπου ο νομπελίστας ποιητής σημειώνει, εκπροσωπώντας, πιστεύω, τους υπηρέτες της Ποίησης: « …Τις πίκρες που ρίχνει ο χρόνος μέσα μου, τις αφαιρεί από τα ποιήματά μου».

Ο Αντρέας Τιμοθέου έχει καταθέσει ήδη το ποιητικό του στίγμα. Και συνεχίζει, με διαρκή αναζήτηση και λογοτεχνική σπουδή, να διαμορφώνει τον δικό του προσωπικό τόνο στην ποιητική πολυφωνία της εποχής μας. Με ευαισθησία, ψήγματα ρομαντισμού, χαμηλόφωνη έκφραση, ντύνει τις λέξεις του με ιδιαίτερη φροντίδα, πλανόδιος μέσα στα νοήματα και τα συναισθήματα.
Το έργο εξωφύλλου με τίτλο «Σαλαμινία», που κοσμεί τη συλλογή, ανήκει στην Ελένη Παυλοπούλου. Μια ιδιόμορφη απεικόνιση ανθρωπίνου σώματος με ένα πλεούμενο στη θέση της κεφαλής, σχεδίασμα το οποίο παραπέμπει στις περιπλανήσεις του ποιητικού οίστρου του ποιητή.