Scroll Top

Ο λυρισμός στην ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη – Παρουσίαση από την Λίλια Τσούβα

 Πού βρέθηκαν τόσα κλαράκια λεμονοκυπάρισσου στο μαξιλάρι της;

Όλη τη νύχτα αυτή κεντούσε πορφυρογέννητες θάλασσες.[i]

  Στη γλυκιά μελαγχολία της απογευματινής ραστώνης μάς μεταφέρει η Τασούλα Τσιλιμένη με την ποιητική της συλλογή Η αφωνία του απογεύματος (Μανδραγόρας 2021).

Σύνθεση σε δύο ενότητες: Βλέμματα, Μικρογραφίες. Λυρικoί και διαλογικοί στίχοι σε πρώτο ενικό πρόσωπο με περιγραφές που αναπαριστούν χώρους και υπηρετούν τη μνήμη. Τη σύνθεση διακρίνει εμφανής συγκίνηση, αλλά και υπογειωμένη υπαρξιακή αγωνία.

Η ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αρθρώνεται την ώρα κυρίως που το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά. Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή.

Την ώρα που ο ήλιος καθρεφτίζεται

στα γυμνά παράθυρα των σπιτιών

-το ρολόι δείχνει περίπου σαράντα λεπτά πριν τις επτά-

Σάββατο απόγευμα ή Κυριακή,

μέσα μου απλώνεται μια θλίψη. […]

(Η αφωνία του απογεύματος, σελ. 26-27)

  Είναι η θλίψη για την αργία του Σαββατοκύριακου που φεύγει. Σωρεύει εντός της την αίσθηση της ζωής που ξοδεύεται μέσα στον καθημερινό αγώνα για την επιβίωση, μακριά από τα όνειρά μας. Από Δευτέρα μας περιμένει μια νέα πιεστική εβδομάδα στη σκλαβιά του επαγγέλματος, μέσα στη συνάφεια με τους πολλούς, στην αποξένωση. Μόνο τ’ αλάφιασμα του σκλάβου που δουλεύει /σέρνε στην αγορά τη γύμνια του κορμιού σου, / ξένος και για τους ξένους και για τους δικούς σου, γράφει ο Κωστής Παλαμάς.

Η Τασούλα Τσιλιμένη περιγράφει πολύ παραστατικά τη μελαγχολία των κυριακάτικων απογευματινών που χαρακτηρίζονται από εσωτερική μοναξιά και περίσκεψη μπροστά στο παράθυρο με μια κούπα καφέ ή τσάι. Αλλά και τις νύχτες, που ακολουθούν τα θλιμμένα αυτά απογεύματα, με τις λέξεις να καταφθάνουν σαν ακοίμητα σκαθάρια, για να ξυπνήσουν πάθη ερωτικά, να αναμασήσουν προδοσίες, απουσίες, διαψεύσεις, να θυμίσουν εκκρεμότητες ερωτικές, προσωπικούς σταυρούς ή αναστάσεις. Και ας κάνει αγώνα ο νους να ξεφύγει. Αυτές καρφώνονται στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα.

[…] Σπαθιά οι λέξεις οι ακόμα αγέννητες

σε λώρο επτάκλωνο πιασμένες

ζητούν να κόψουν ανελέητα τη μνήμη

μήπως μπορέσουν και επωάσουνε το πρόσκαιρο

και δώσουν καταφύγιο στο τώρα.

(ΑΛΚΥΟΝΙΔΕΣ, σελ. 11)

  Στη συλλογή της Τασούλας Τσιλιμένη Η αφωνία του απογεύματος επικρατεί το συναίσθημα. Η πανίδα και η χλωρίδα έχουν συνεχή παρουσία, όπως και το καλοκαίρι, με εικόνες της θάλασσας, γλάρους που πετούν, αρμυρίκια, κρίταμα, κοχύλια. Οι στίχοι είναι σωματικοί και αισθησιακοί, νοσταλγικοί, με φόντο την ερωτική ματαίωση ή τον χρόνο που περνά.

[…] Κάθε μέρα με παρασημοφορούν αόρατα χέρια. Ο τοίχος μου μετράει 54 μετάλλια. Καλά είσαι εδώ, μου λένε. Έμαθες την πείνα. Κοίταξες κατάματα τη δίψα. Τρόχισε μόνο το θάρρος σου, μου λέω, να είσαι έτοιμη να βγεις έξω όταν σημάνει η ώρα. Γιατί τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από το φως που σου κλείνει τα μάτια.

(ΥΠΟΓΕΙΟ, σελ. 32)

  Ρήματα, επίθετα, εικονοποιία, χρήση μεταγλώσσας και λέξεις που διαλέγονται με ένα πρόσωπο αγαπημένο στο οποίο απευθύνονται -παρότι συνήθως αυτό είναι απόν- αποτυπώνοντας την ερωτική αναμονή ή την προσδοκία. Κλεισμένο στους ατομικούς του χώρους το ποιητικό υποκείμενο προσηλώνεται σε στιγμές της ιδιωτικής του ζωής βρίσκοντας τρόπους αβρούς να τραγουδήσει τη φθορά, τα πρόσωπα που φεύγουν, τον χρόνο που κυλάει αδυσώπητα. Καταφεύγει συχνά στη μνήμη, μιλώντας χαμηλόφωνα και με παράπονο για τις ανικανοποίητες επιθυμίες, την ερωτική απώλεια.

Τα συναισθήματα στην ποίηση της Τασούλας Τσιλιμένη αποτυπώνονται με τον τρόπο του συμβολισμού. Με την υποβολή, την υπαινικτικότητα, μέσω πραγμάτων και αντικειμένων του εξωτερικού κόσμου που χρησιμοποιούνται για να μεταδώσουν ψυχικές διαθέσεις. Αλλά και με υπερρεαλιστικές εικόνες.

[…] Φορούσε τη χλομάδα του χαμομηλιού

στα χείλη του το μοβ της πασχαλιάς

μαλλιά είχε από εφιάλτες

στα δάχτυλα υποσχέσεις αμφίβολες. […]

(Μάιος, σελ. 33)

  Ένας μετασυμβολισμός από τη μία και ένας νεορομαντισμός από την άλλη, όπου κυριαρχεί η αισθαντικότητα, η φιλοσοφία της ατομικής εσωτερικότητας και οι τόνοι είναι γλυκείς, ήρεμοι, υποβλητικοί.

Μοτίβα μοναξιάς, μελαγχολίας, όχι όμως απαισιοδοξίας, στην ενότητα Βλέμματα, με την αγάπη να ξορκίζει το σκοτάδι. Μια βαθιά βιωμένη αποξένωση που συμπορεύεται με την υπαρξιακή οδύνη.

Στη δεύτερη ενότητα Μικρογραφίες, έχουμε άτιτλες ολιγόστιχες συνθέσεις με ακαριαίο νόημα. Μινιατούρες με άρωμα απωανατολικής ποίησης και έντονο λυρισμό. Στη θεματική κυριαρχούν ο χρόνος, η ανθρώπινη μοναξιά, η σιωπή, ο ερωτισμός.

Στην άκρη της μέρας

όνειρα, ελπίδες και φόβοι

διπλώνουν τα κίτρινα φτερά τους

ακονίζουν επίμονα τα ράμφη

το σκοτάδι είναι εφτάψυχο

ανάβουν φωτιές

το ξημέρωμα έρχεται

πάντα με παγωμένο χαμόγελο.

(Μικρογραφίες, σελ. 41)

  Η Τασούλα Τσιλιμένη στη συλλογή Η αφωνία του απογεύματος δημιουργεί ποίηση με ευαισθησία και αυτοσυνειδησία. Ο λόγος της χωρίς περιττολογίες, γεμάτος τρυφερότητα και διάχυτο ερωτισμό, αποτυπώνει εύγλωττα τα συναισθήματα που συνοδεύουν τους περισσότερους και τις περισσότερες από εμάς στις απογευματινές ώρες του Σαββατοκύριακου ή τις νύχτες, όταν τους κλειστούς και δαιδαλώδεις χώρους της ψυχής επισκέπτεται η σιωπή.

Έπεσε ο ήλιος

Πληγωμένα γόνατα

Στο τέλος της μέρας.

(Μικρογραφίες, σελ. 43)

 

[i] Μικρογραφίες, σελ. 37.