Scroll Top

Γιώργος Ρούσκας – Τα φλογερά συνώνυμα

Τα φλογερά συνώνυμα1

 

Λογοτεχνία και κοινωνική πραγματικότητα. Τι σημαίνει ο όρος «κοινωνική πραγματικότητα»; Αυτό που καθένας καταλαβαίνει; Χρήζει οριοθέτησης;
O προσδιορισμός της πραγματικότητας «κοινωνική»; Ξέχωρη από την πολιτική, οικονομική, πολιτισμική; Ή αγκαλιάζοντάς τα όλα;

Υπάρχει άραγε σήμερα κοινωνικός ιστός; Υπάρχει κοινωνία ή είναι μία ακόμη λέξη χωρίς περιεχόμενο, αφού πασιφανώς βασιλεύει ο ατομικισμός; Υπάρχει έστω κάποια αίσθηση ένταξης σε ένα ευρύτερο σύνολο, εν προκειμένω κοινωνικό, ή θριαμβεύει η άγρια δύση με τους καβάλα στο άλογο πιστολέρο έτοιμους για καυγά; Υπάρχουν άραγε «πολίτες»; Θα έφριτταν οι αρχαίοι Αθηναίοι αν έβλεπαν την κατάντια του όρου σήμερα. Πόσο έχει προχωρήσει η αποσύνθεση της «κοινωνίας», έτσι όπως είχε οριστεί ως έννοια από τον Αριστοτέλη; Μήπως συνεχίζουμε να είμαστε κάτοικοι του χωριού στις «Άγριες Μέλισσες», ή του άλλου στον «Σασμό»; Μήπως οι έγνοιες για το πώς θα πληρώσουμε τα προσχεδιασμένα δυσβάσταχτα ποσά για το ηλεκτρικό, το αέριο, το πετρέλαιο, τη βενζίνη, τα τρόφιμα, έχουν μονοπωλήσει τα ενδιαφέροντά μας; Αφήνουμε, ή μάλλον παραχωρούμε σε από μηχανής θεούς την ελπίδα να σωθούμε; Είναι η Λογοτεχνία ένας από μηχανής θεός, είναι θεός, είναι από μηχανής και αν ναι, από τι είδους, είναι η ίδια μηχανή ή τίποτε από όλα αυτά;

Συχνά αναρωτιέμαι. Όσο για την πραγματικότητα, υπάρχει; Μήπως είναι μία ψευδαίσθηση; Μία κατασκευασμένη αυταπάτη; Και για ποια πραγματικότητα μιλάμε; Αυτή του υπέρμετρου ρομαντισμού; Του εξεζητημένου λυρισμού; Του αθάνατου υπερρεαλισμού; Αυτή του μαγικού ρεαλισμού, όπου συνυπάρχουμε μαζί με τον Οδυσσέα, το Δον Κιχώτη, την Τζέιν Έυρ, τον Χάρυ Πότερ, ή ακόμη και με τους αγαπημένους μας ήρωες του κινηματογράφου και της τηλεόρασης; Την υπερ-πραγματικότητα, όπου το δεξί μας χέρι γίνεται ένα με το «έξυπνο» τηλέφωνο, το ποντίκι, τον λεβιέ των ταχυτήτων και τα μάτια μας ένα με την οθόνη; Ή αυτή του ωμού ρεαλισμού, που σέρνεται αιμόφυρτη από το κακό στο χειρότερο; Από την παιδική πορνεία ως τη σωματεμπορία, από την κακομεταχείριση ως τον βιασμό, από τη σεξουαλική κακοποίηση ως τις γυναικοκτονίες, από την κλειτοριδεκτομή ως τον ευνουχισμό των παιδιών από τους γονείς και ιδίως τις μανάδες, από τους πρόσφυγες ως τα συμβόλαια θανάτου, από τη βία ως τον ρατσισμό, από την ανεργία ως τη ζητιανιά, από την ανασφάλεια ως τον φόβο… Μήπως αυτή του βιασμού της Φύσης; Εκείνη της κίτρινης, παρα-/απο-πλανητικής δημοσιογραφίας; Ή αυτή της θρησκοληψίας, όπου όλα βαφτίζονται δοκιμασίες και η λύτρωση, μαζί με την ευδαιμονία μετατίθενται για την «άλλη» ζωή; Τη φαλλοκρατική – πατριαρχική; Ή την εικονική, κατ’ εξοχήν χειριστική, προϊόν της εγωπαθούς εξουσίας; Του βολέματος; Της «πάπιας»; Και είναι τόσο όμορφα ζώα οι πάπιες! Εννοούμε τη σύγχρονη «κοινωνική πραγματικότητα», τη σύγχρονη λογοτεχνία ή αναφερόμαστε χωρίς συγκεκριμένη χρονική κλίμακα; Ούτως ή άλλως αυτό που νομίζουμε σύγχρονο σήμερα, χθες ήταν μέλλον, αύριο θα είναι παρελθόν.

Λογοτεχνία; Σε ποια λογοτεχνία αναφερόμαστε; Των ευπωλήτων; Της μασημένης τροφής; Της διαφήμισης; Της κατανάλωσης; Της περιχαρακωμένης σε μαντριά με τσοπάνηδες και ψεύτικους, κατασκευασμένους από εκείνους λύκους; Της διαπλοκής; Της (απαρτιζόμενης από άτομα που θεωρούν εαυτόν) ελίτ; Της στρατευμένης; Της λογοκριθείσας; Της αποκηρυγμένης; Της μοντέρνας; Της κλασσικής; Αυτής που αντέχει στον χρόνο ή αυτής που έρχεται ως πυροτέχνημα και μετά από μία σύντομη τεχνητή λάμψη ή εκπυρσοκρότηση εξαφανίζεται;

Ό,τι και αν εννοούμε κοινωνική πραγματικότητα, ό,τι κι αν εννοούμε λογοτεχνία, η προειδοποίηση του Μπρεχτ με τη μορφή ερώτησης «γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;», ενώ δίνει ελπίδα με το κτητικό «τους» (γιατί αν ένας τόπος έχει ποιητές, τότε έχει μέλλον), την ίδια στιγμή στήνει και ένα αφανές μα πολύ επικίνδυνο για το συλλογικό ασυνείδητο δικαστήριο. Αυτό που η τότε πληγωμένη εποχή ξεχνούσε είναι ότι και το δικαστήριο είναι πόλεμος. Το να μην στήνεις πόλεμο είναι το ίδιο σημαντικό με το να μην στήνεις δικαστήρια. Το ένα φέρνει το άλλο. Αυτοί που θα εκστομίσουν την ερώτηση εναντίον των ποιητών, ίσως να άλλαζαν στάση αν μπορούσαν να δουν στον καθρέφτη τις παρωπίδες και τις ωτοασπίδες τους. Αν είχαν κατανοήσει τη μεγάλη διαφορά του «τι κάνω εγώ» από το «για όλα φταίνε οι άλλοι» και το «ας κάνουν κάτι οι άλλοι».

Όσοι σήμερα ρωτάνε, και είναι πολλοί, έγινε βλέπεις της μόδας, δεν μπορούν να αντέξουν το βάρος της αλήθειας ότι πάντοτε υπάρχουν Ποιητές που μιλάνε, Ποιητές που δεν αποσιωπούν. Σωπαίνουν οι λογοτέχνες; Ναι, έχουν κάθε δικαίωμα, όπως και κάθε άνθρωπος, αφού μόνο με τη σιωπή ο στοχασμός, η αυτογνωσία και στη συνέχεια ο απολογισμός. Μόνο με τη σιωπή η Τέχνη. Άλλο όμως σιωπή και άλλο αποσιώπηση. Η Λογοτεχνία δεν σωπαίνει, ούτε αποσιωπά. Η στρατευμένη στον φασισμό, τον κομμουνισμό και κάθε είδους απολυταρχικό «–ισμό»; Εξαιρέσεις μεμονωμένες, οι οποίες επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όσο για τη Λογοτεχνία που δεν μιλά κάποιες φορές «εν τω γεννάσθαι» των τραυμάτων και των κάθε λογής εγκλημάτων, είναι γιατί γνωρίζει πολύ καλά το «γιατί» και το «πότε θα». Το βέβαιο είναι ότι σε ύστερο χρόνο «θα».

Αρνούμαι λοιπόν να εισέλθω στη λογική τούτου του στημένου δικαστηρίου. Αρνούμαι να αποδεχθώ οιαδήποτε Δίκη. Εσύ Μπρεχτ, άνοιξες φωτεινούς δρόμους στη σκοτεινιά της εποχής σου, μπορείς να φοράς στο θέατρο την εισαγγελική τήβεννο και να ρωτάς αν κι άλλοι σε ακολούθησαν, αν κι άλλοι θα σε μιμηθούν. Έχεις κάθε δικαίωμα να σημαίνεις συναγερμό με τους στίχους σου για να μην εφησυχάζουμε. Η κιμωλία2 είναι τώρα στα χέρια μας. Η ευθύνη των κύκλων που θα χαράξουμε στης βιοτής το τσιμεντένιο δάπεδο, δικιά μας. Αζντάκ3, σε χαιρετούμε από εδώ. Πόσο τυχερός είσαι που κατοικείς για πάντα στης Λογοτεχνίας τη φωλιά!

Εσύ, από τη δικιά σου τεχνολογικά εξοπλισμένη φωλιά, δηλητηριασμένε από τα μίντια ψευδο-πολίτη δικαστή, εσύ που εκτοξεύεις κατηγορίες εκ του ασφαλούς, πες μου εσύ τι έκανες; Λάδωσες για να επιταχύνεις διαδικασίες; Χρησιμοποίησες πλάγια μέσα για ίδιο όφελος; Κινείσαι με πονηρία προτάσσοντας το ατομικό σου συμφέρον; Εσύ που αλλάζεις τα προσωπεία σαν πουκάμισα, τι έκανες; Τι κάνεις στην καθημερινότητά σου για να αλλάξει ο κόσμος; Εσύ γιατί ανέχεσαι; Γιατί σωπαίνεις; Γιατί έχεις την απαίτηση πάντα κάποιος άλλος στα δύσκολα να μιλά για σένα;

Αρνούμαι να προσέλθω στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Αρνούμαι να απολογηθώ. Δεν θα σας κάνω τη χάρη. Αν έχετε προαποφασίσει να με καταδικάσετε, δεν θα σας εμποδίσω. Είστε ελεύθεροι. Γιατί ο Λογοτέχνης δεν οφείλει τίποτε σε κανέναν, δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε στερεί βέβαια από κανέναν την ελευθερία έκφρασης. Αντί απολογίας ζωής; Το έργο του. Όπως όλα, θα περάσει κι αυτό από την κρησάρα του Μεγάλου των Πάντων Διαλογέα: του Χρόνου. Ο συγγραφέας, μένει προσηλωμένος στην αλήθεια του, στην εσωτερική του φωνή, η οποία κάποτε γίνεται και εξωτερική, φέρνοντας της Τέχνης του το γέννημα στο Φως. Από εκεί και μετά, εκείνο μπορεί να τύχει αποδοχής, απόρριψης, περιφρόνιας ή αγνόησης.

Κατανοητή και εύλογη η αγωνία του κατατρεγμένου σύγχρονου (εδώ και χιλιάδες χρόνια) ανθρώπου και η λαχτάρα του κάπου να ακουμπήσει. Και πού θα μπορούσε καλύτερα από την αγκαλιά της Τέχνης; Η Τέχνη δεν έχει αξία μόνο όταν επικεντρώνεται στη στηλίτευση των κακώς κειμένων ή στο κάλεσμα για αντίδραση, αλλά και όταν από μέσα της πηγάζει η ανάδειξη της Ομορφιάς, της Χαράς, του Έρωτα, της Αρετής. Σε καιρούς χαλεπούς τι είναι προτιμότερο, να επαναλαμβάνεις διαρκώς τη «μαυρίλα», δυναμώνοντάς τη έτσι χωρίς να το καταλαβαίνεις, να δείχνεις απευθείας με τον δείκτη ή με το χέρι υψωμένο σε γροθιά, ή να συμβάλλεις στη διαμόρφωση της κοινωνικής πραγματικότητας δίνοντας κουράγιο, όνειρα, ελπίδα, δύναμη για ανατροπή μιλώντας για το φως της ειρήνης, της αξιοπρέπειας, της ευημερίας, της ελευθερίας, μέσα λ.χ. από τα αθώα μάτια ενός παιδιού που τρέχει να χωθεί στην αγκαλιά της μάνας με τα γόνατα ματωμένα, μέσα από την άρνηση της εργάτριας να υποκύψει στις δόλιες προτάσεις του επόπτη, ο οποίος ήδη έχει υποταχτεί στις δόλιες επιδιώξεις της εργοδοσίας, ή ακόμα και μέσα από τα αρνάκια που βυζαίνουν λαίμαργα και μετά τρέχουν ελεύθερα στο χωρίς συρματοπλέγματα λιβάδι; Όλα είναι κλαδιά της Τέχνης, όλα έχουν τη θέση τους, τη δυναμική τους, την αξία τους, και μάλιστα προστιθέμενη.

Αν όπως υποστηρίζουν πολλοί, τα περισσότερα έχουν ειπωθεί, για τη Λογοτεχνία είναι ζωτικής σημασίας και το πώς έχουν ειπωθεί, οπότε αντί εξωδίκου, στέλνω στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ των Εκκολαπτόμενων Δικαστών, απόσπασμα από κείμενο του Ελύτη (1944)2:

Είναι πολύ της μόδας, τώρα τελευταία, να μιλούν εκείνοι ίσα-ίσα που καμώνουνται τους ασπονδότερους εχθρούς της μόδας, για την εξυπηρέτηση της κοινωνίας από τον ποιητή, εξυπηρέτηση που, σκόπιμα ή όχι, καταντά να παίρνει στα μάτια τους τη μετριότατη μορφή της προπαγάνδας. Εκφράζοντας την ευχή να μην υποβιβάσουνε ποτέ οι νέοι τον εαυτό τους ως αυτό το άχαρο σημείο, λέω πως η δική μας γνώμη είναι αντίθετη με τη μόδα και σύμφωνη με την αντίληψη που αποδείχτηκε σ’ όλες τις εποχές η πιο σωστή κι η πιο υγιής. Πιστεύουμε, δηλαδή, ότι, πραγματικά, ο ποιητής μπορεί και πρέπει να εξυπηρετεί το λαό του και το έθνος του, αλλά ότι ο μόνος τρόπος για να το επιτύχει είναι να κάνει, όσο μπορεί κι όπως μπορεί, καλύτερη και αληθινότερη τέχνη. Πιστεύουμε ακόμη ότι, γι’ αυτό, δε χρειάζεται να κατεβαίνει στην Αγορά και να οσμίζεται ποιες ιδέες κάθε φορά έχουνε τη μεγαλύτερη ζήτηση, αλλ’ αρκεί ν’ ακούει ανεπηρέαστος τη φωνή του καλλιτεχνικού του ενστίκτου και να βάζει πλώρη, με τη διαίσθησή του και την μελέτη του, ίσια κατά την καρδιά της ανθρώπινης ολότητας.3

Ο Λογοτέχνης, αλλά και κάθε Τέχνης Δημιουργός, σωματικά, βιολογικά, και ως ένα βαθμό πνευματικά, είναι παιδί της εποχής του, προέρχεται από την «κοινωνική πραγματικότητα» (όπως και αν την εννοούμε) της εποχής στην οποία ζει-έζησε. Η διαφορά με τους υπόλοιπους είναι ότι, πνευματικά και (δι)αισθητικά, είναι μπροστά ή πίσω από αυτήν, συχνά δε ζει σε μία άλλη «πραγματικότητα», η οποία με αντίτιμο τον πόνο, τη μοναξιά και την ταμπέλα της ιδιαιτερότητας, συχνά ως τα όρια της τρέλας ή της ειρωνείας από τους γύρω, του δίνει πότε πότε το προνόμιο(;) να βλέπει τα επερχόμενα αλλά και να στιγματίζει τα κακώς κείμενα. Σε κάθε περίπτωση μιλάει, διότι αν δεν μιλούσε, δεν θα ήταν της Τέχνης του ο Εκλεκτός. Με τον Λόγο του, συνδιαμορφώνει ενεργά την εκάστοτε «κοινωνική πραγματικότητα». Οι γνήσιοι Λογοτέχνες, οι συντονισμένοι με την Αλήθεια τους και με την Εσωτερική τους Φωνή, μιλάνε. Πάντοτε μιλούσαν, με τον δικό του τρόπο ο καθένας, άλλο αν δεν τους καταλαβαίνουν όλοι ή αν τους εννοούν μετά από τον θάνατό τους. Δεν μιλούσε ξεκάθαρα ο Καρυωτάκης; Ο Σεφέρης; Ο Ρίτσος; Η Κατερίνα Γώγου; Δεν μίλησε, π.χ. με τη Φόνισσα, ο κατά κάποιους «συντηρητικός», αλλά με θεσπέσιο λόγο Παπαδιαμάντης; Δεν μιλούσε ο Καβάφης (λ.χ. με τους βαρβάρους); Δεν μιλάνε στην καρδιά μας τα Δημοτικά Τραγούδια; Δεν μιλάνε οι σύγχρονοι Λογοτέχνες; Αυτοί κι αν μιλάνε σήμερα. Ανοιχτά, ευθέως, χωρίς κόμπλεξ και προκαταλήψεις, για όλα τα στρεβλά, τα ομοφοβικά, τα ρατσιστικά, για τα πάντα, όλα με το όνομά τους. Πολύ τους καμαρώνω.

Η επαφή με τη Λογοτεχνία κάνει τον άνθρωπο καλύτερο, του δίνει τη δυνατότητα να βιώσει καινούργιες οπτικές, να διερευνήσει νέες διαδρομές, να κατακτήσει μία άλλου είδους επικοινωνία. Ενστάσεις μπορεί να υπάρχουν στα παραπάνω, καθολική όμως απόρριψη δεν έχω συναντήσει ως τώρα. Με αυτούς τους τρόπους η Λογοτεχνία συμβάλλει στη διαμόρφωση της «κοινωνικής πραγματικότητας», με την οποία είναι πολλαπλώς συνδεδεμένη, αφού και η ίδια η «κοινωνική πραγματικότητα» είναι ανά πάσα στιγμή ενσωματωμένη στη Λογοτεχνία. Διότι εκτός από την εξάρτηση του συγγραφέα ως πρόσωπο από αυτήν, η Λογοτεχνία έχει πάντοτε μία κοινωνική πραγματικότητα ως σημείο αναφοράς:

(α) Μπορεί να αναφέρεται σε κάποια κοινωνική (ή ιστορικά κοινωνική) πραγματικότητα του παρελθόντος. Πολλά λ.χ. πεζογραφήματα, εστιάζουν σε παλαιότερες συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, τις οποίες φέρνουν στο προσκήνιο (Βυζάντιο, τουρκοκρατία, κατοχή, κλπ).

(β) Μπορεί να χρησιμοποιεί κάποια κοινωνική πραγματικότητα του παρόντος, η οποία συγκροτείται διαφορετικά από τόπο σε τόπο στον ίδιο χρόνο, από χρόνο σε χρόνο στον ίδιο τόπο, κλπ συνδυασμοί.

(γ) Μπορεί να κινείται γύρω από μία φανταστική του μέλλοντος, όπου η συσχέτιση με την παροντική γίνεται υποσυνείδητα.

Κατά τα άλλα, παθογένειες και φαυλότητα, όπως ναρκισσισμός, φιλαυτία, έπαρση, δόλος, εκμετάλλευση, βία, έγκλημα, αδικία, μίσος, κοκ, υπάρχουν στην εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα;

Ναι, όπως και στη Λογοτεχνία. Με τη διαφορά όμως ότι εκείνη μας τα δίνει με τρόπο που τα οικεία τα κάνει λες και τα βλέπουμε πρώτη φορά, κατά πώς λέει ο Βίκτωρ Σκλόφσκυ (διαδικασία της «ανοικείωσης»). Φωτίζονται έτσι και άλλες τους πλευρές, προκαλούνται συνειρμοί. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ισχυροποίηση άποψης, μετακίνηση ή ανατροπή. Όπου και μας πάει, συντελεί στη διαμόρφωση τόσο της ατομικής, όσο και της κοινωνικής πραγματικότητας.

Σε ό,τι αφορά στις ανατροπές, αυτές μέσα από την Τέχνη μπορεί να αποκτήσουν θεμέλια γερά. Όταν δε από τα κείμενα αναδύεται φως (ανθρωπισμός, έρωτας, φιλότητα, αγωνιστικότητα, συμπόνια, αλληλεγγύη, τρυφερότητα, όνειρα, χαρά, και τόσα θεσπέσια άλλα), ε, τότε η Λογοτεχνία πετάει. Πετώντας, παρασύρει το βλέμμα της Κοινωνικής Πραγματικότητας να σηκωθεί πάνω από τα γκρίζο, ψηλά, προς το γαλάζιο,…

Αν δεχθούμε ότι η γλώσσα περιγράφει τον κόσμο, είναι προφανής η σημασία και η επίδρασή της στην κοινωνική πραγματικότητα. Τι σχέση έχει αυτό με τη Λογοτεχνία; Μα η Λογοτεχνία είναι ο βασικός θεματοφύλακας της γλώσσας.

Ακόμα και αν ασπαστούμε την αντίθετη άποψη, των δομιστών, ότι δηλαδή η γλώσσα δεν περιγράφει απλώς τον κόσμο αλλά εκείνη είναι που τον διαμορφώνει (ο Φερντινάντ ντε Σωσσύρ θεωρούσε ότι η γλώσσα συνιστά τον κόσμο μας), τότε η κοινωνική πραγματικότητα διαμορφώνεται και αυτή από τη γλώσσα, άρα η επίδραση της Λογοτεχνίας είναι όχι μόνο σημαντική αλλά καθοριστική.

Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και η γνωστότατη ρήση του Λούντβιχ Βιντγκενστάιν: «Τα όρια της γλώσσας μου ορίζουν τα όρια του κόσμου μου», με την απαραίτητη κατ’ εμέ υποσημείωση ότι η ρήση αυτή ευσταθεί μόνο αν ως γλώσσα θεωρήσουμε και τη γλώσσα των αισθήσεων (εννοείται όχι μόνο των γνωστών πέντε, αλλά και της καρδιάς, της αγκαλιάς, του φιλιού, της ισορροπίας, της κιναισθησίας, της ενδοδεκτικότητας, κλπ). Και ποιος επεκτείνει διαρκώς τα όρια της γλώσσας (υπάρχουν άραγε; και ποιος τα βάζει;) και των αισθήσεων; Οι Τέχνες, για δε τη γλώσσα η Τέχνη του Λόγου, η Λογοτεχνία. Αυτή είναι που ξεγυμνώνει-φωτίζει-διερευνά-επεκτείνει-αναιρεί-αναμορφώνει και εν τέλει συνδιαμορφώνει τα (όποια) όρια του κόσμου μας, άρα και της όποιας κοινωνικής (νομιζόμενης) πραγματικότητας.

Σε όσους αρνούνται να ακούσουν, παραβλέποντας το πόσο συνυφασμένη είναι η Λογοτεχνία με την (όπως και αν οριστεί, σε όποια περίοδο και αν επιλεχθεί) κοινωνική πραγματικότητα, ή μάλλον το πόσο ένα είναι (όπως και αν οριστεί, σε όποια περίοδο και αν αναφερόμαστε) η «λογοτεχνική πραγματικότητα» με την «κοινωνία», ίσως η φωνή (πάλι) του Ελύτη από το υπερπέραν να έχει την κατάλληλη επεξηγηματική δυναμική:

Όταν εκείνοι που εξετάζουνε τις πνευματικές εκδηλώσεις από την κοινωνική τους πλευρά τονίζουνε –και με το δίκιο τους– την ανάγκη της επαφής μας με την πραγματικότητα, δεν μπορούν να νιώσουν ότι εμείς όχι μόνον είμαστε μαζί τους, αλλά υπερθεματίζουμε‧ επειδή για μας, υπερπραγματικότητα σημαίνει ολοκληρωτική πραγματικότητα όπου έχουνε θέση, όχι μονάχα το χώμα ή το τσαπί, αλλά, ισότιμα πάντοτε, και το όνειρο και η σκιά και το ρίγος κι ο όρκος των ερωτευμένων, αφού κι όλα αυτά υπάρχουνε, συγκροτούνε τον κόσμο μας, κι έχουν δικαίωμα στην ποιητική έκφραση.4

Είμαστε μαζί τους. Μαζί με όλους τους ανθρώπους, ως κομμάτια του μοναδικής κοπής παζλ, της τωρινής κοινωνικής πραγματικότητας. Μαζί και με όλα τα άλλα, αφού κι όλα αυτά υπάρχουνε, συγκροτούνε τον κόσμο μας, κι έχουν δικαίωμα στην ποιητική έκφραση.

Γιατί τα [μεν] και τα [δε], [Εμείς] και [Αυτά], [Εμείς και ως Κοινωνία] και [Αυτά και ως Λογοτεχνία], [Γλώσσα] και [Κόσμος], [Κόσμος] και αντιληπτή [Πραγματικότητα], για μένα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα, σε διαρκή αλληλεπίδραση, σε αέναη διαδικασία «αλληλοσυνδιαμόρφωσης», με πανταχού παρούσα την παραμέτρο του χρόνου.

Από το έπος του Γκιλγκαμές ως τη λήξη της ανθρώπινης παρουσίας στη γη, από την Ησιόδεια Θεογονία, την Παλαιά Διαθήκη ή από το ινδουϊστικό έπος Μπαχαμπαράτα ως τώρα, αλλά και ως τη στιγμή που θα πεθάνει κι ο τελευταίος άνθρωπος στο σύμπαν, Ποίηση και Ζωή είναι ένα. Αξεχώριστα. Όπως το διατύπωσε ο Ελύτης, Ποίηση και Ζωή είναι συνώνυμα και μάλιστα περίφημα και φλογερά:

«Δυο περίφημα και φλογερά συνώνυμα που είναι η ζωή και η ποίηση.» (1944)1

ΥΓ

Η χρήση αρσενικής κατάληξης (ποιητής, λογοτέχνης, κλπ) αναφέρεται στην έννοια της λέξης «άνθρωπος», συνεπώς περιλαμβάνει όλα τα βιολογικά και τα κοινωνικά φύλα.

Αναφορές

  1. Οδυσσέας Ελύτης, ΝΟΗΜΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΟΥΧΙΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΜΑΣ ΠΟΙΗΣΗ, «Ανοιχτά Χαρτιά», Τρίτη Έκδοση Οριστική, Εκδόσεις Ίκαρος, 1987, Σελ. 490
  2. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ο κύκλος με την κιμωλία, μετάφραση Μιλτιάδης Κώστας, Εκδόσεις Κοροντζής, 2006
  3. Σε ρόλο Δικαστή, στο έργο του Μπρεχτ Ο κύκλος με την κιμωλία, ό. π.
  4. Οδυσσέας Ελύτης, ΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, ό. π., σελ. 513
  5. Οδυσσέας Ελύτης, ό. π., σελ. 509