Scroll Top



Vangelis Zafeiratis was born in 1956 in the village of Lazat of Agioi Saranta District. He is a poet, essayist and translator. He studied economics at the University of Tirana.
Published books: The fields know me (Tirana 1989), Stone Tear (Agioi Saranta 2002), Stones and the Sea ( Agioi Saranta 2007), Curly basil. (Athens 2011 «Finikas Publications», The loneliness of the stone (Athens, 2016. Publishing “ROES”), The Single Arrow(Athens, 2018, “Oropedio Publications”)
Released in Albanian: Sunny City. (Tirana 2009), The Black is White (Tirana 2013), The Flowers of Silence (Tirana 2015)
Released in Bulgarian: Honey color (2013), The Flowers of Silence. (2015)
He translated prose and poetry from Greek language into Albanian language.


Ο Βαγγέλης Ζαφειράτης γεννήθηκε το 1956 στο χωριό Λαζάτι των Αγίων Σαράντα.Είναι ποιητής, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε οικονομικά στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων.
Κυκλοφόρησαν τα βιβλία του: Εμένα οι κάμποι με γνωρίζουν (Τίρανα 1989), Δάκρυ της πέτρας (΄Αγιοι Σαράντα 2002), Πέτρες και θάλασσα (΄Αγιοι Σαράντα 2007)
Σγουρός βασιλικός,( Αθήνα 2011 «Εκδόσεις του Φοίνικα»), Η μοναξιά της πέτρας (Αθήνα, 2016. Εκδόσεις «ΡΟΕΣ»), .Μονότοξα (Αθήνα, 2018, «Εκδόσεις Οροπέδιο»)
Κυκλοφόρησαν στην Αλβανική: Ηλιόλουστη πόλη (Τίρανα 2009), Το μαύρο είναι λευκό (Τίρανα 2013), Τ’ άνθη της σιωπής (Τίρανα 2015),
Κυκλοφόρησαν στην Βουλγαρική: Χρώμα του μελιού (2013), Τ΄άνθη της σιωπής (2015)
Μετέφρασε πεζά και ποίηση απ΄την ελληνική στην αλβανική γλώσσα

* * *


Two swallows fly
the roof of my home.

My mother was watering
two white rosebushes.
her black veil
two bees
were talking with the Spring.



Πετούν δυο χελιδόνια
απ΄ τη στέγη του σπιτιού.

Πότιζε η μάνα μου
δυο άσπρες τριανταφυλλιές.
απ΄ το μαύρο της μαντίλι
δυο μέλισσες
μιλούσαν με την ΄Ανοιξη.

* * *


Beneath the shadow of the fallen castle
the mournful little trees are silent –
old women coming straight from Matins.

And by the tower
the wounded horse of the legends
is mourning its rider.

I call for you
at the covered with weed yards of oblivion…

The old manors
and the yards of sorrow stay silent.
The basil of homecoming casts its scent
at the old path of memory.



Κάτω απ΄τη σκιά του πατημένου κάστρου,
πένθιμα δεντράκια, σιωπηλά –
γριές που βγήκαν απ΄ τον όρθρο.

Και γύρω απ΄ τον καστρόπυργο,
θρηνεί τον καβαλάρη του το άλογο του θρύλου.

Στις χορταριασμένες αυλές της λησμονιάς
φωνάζω τ΄ όνομά σου…

Σιωπούν τα παλιά αρχοντικά
και οι αυλές της πίκρας.
Μοσχομυρίζει του νόστου ο βασιλικός
στης μνήμης το παλιό μονοπάτι.

* * *


The village is full of the scent
of the must
of pressed grapes
and the drunken air
bursts into flames.

A girl flew
from the alley



πατημένων σταφυλιών,
Μοσχοβολάει το χωριό
και φλέγεται
ο αέρας μεθυσμένος.

΄Ενα κορίτσι πέταξε
μέσ΄ απ΄το στενό.

* * *


Smile, my darling.
The almond tree is beautiful
because it knows how to blossom.



Χαμογέλα, μικρή μου,
Η αμυγδαλιά είναι όμορφη
γιατί ξέρει ν΄ανθίζει !

* * *


The sea –
pent up longing.
A woman talking
in her sleep.

The sea shivering,
the body shivering
at the first
airy caress.

Soul and body
of the woman.
So many times we did
defeat death together.

The still sea,
the silent sea.
The limitless sorrow
in the woman’s gaz


πόθος συσσωρευμένος.
Γυναίκα που στον ύπνο της

Με το πρώτο,
αέρινο χάδι,
Ρίγησε η θάλασσα
και το κορμί σου.

Ψυχή και σώμα
της γυναίκας.
Πόσες φορές το θάνατο
νίκησα μαζί σας.

Θάλασσα ακίνητη
Θλίψη απέραντη
στο βλέμμα της γυναίκας.