Scroll Top

Albert Camus – Η πτώση [II]

[…]

Δεν ξέρετε, είν’ αλήθεια, αυτό το κελί, βαθιά μέσα στη γη, που το Μεσαίωνα το λέγαν απομόνωση. Εκεί, κατά κανόνα, σε ξεχνούσαν για όλη σου τη ζωή. Αυτό το κελί ξεχώριζε από τα άλλα για τις ευρηματικές του διαστάσεις. Δεν ήταν αρκετά ψηλό για να στέκεσαι όρθιος, αλλά ούτε και αρκετά μεγάλο για να μπορείς να πλαγιάσεις. Έπρεπε να δεχτείς τα εμπόδια, να ζήσεις διαγωνίως˙ ο ύπνος ήταν πτώση, η αγρύπνια ανακουρκούδισμα. Ήταν, αγαπητέ μου, ευφυέστατο, και ζυγίζω τις λέξεις μου, αυτό το τόσο απλό εύρημα. Ο καταδικασμένος μάθαινε καθημερινά, απ’ τον αμετάβλητο καταναγκασμό που αγκύλωνε το κορμί του, πως ήταν ένοχος και πως αθωότητα είναι να τεντώνεσαι χαρούμενα. Μπορείτε να φανταστείτε σ’ αυτό το κελί έναν θιασώτη των κορυφών και των ψηλών γεφυριών; Τι πράγμα; Μπορεί να ζούσες σ’ εκείνο το κελί και να ΄σουν αθώος; Απίθανο, εντελώς απίθανο! Διαφορετικά, ο συλλογισμός μου θα κατέρρεε. Να ‘ναι αναγκασμένη η αθωότητα να ζήσει καμπουριασμένη; Αρνούμαι να συλλογιστώ έστω κι ένα δευτερόλεπτο μια τέτοια υπόθεση. Δεν μπορούμε, άλλωστε, να βεβαιώσουμε την αθωότητα κανενός, ενώ μπορούμε να βεβαιώσουμε με ασφάλεια την ενοχή όλων. Καθένας πιστοποιεί το έγκλημα όλων των υπολοίπων, αυτή είναι η πίστη και η ελπίδα μου.[…]

Αχ, αγαπητέ μου, είναι τρομερό το βάρος των ημερών για όποιον είναι μόνος, δίχως Θεό και δίχως αφέντη. Πρέπει, λοιπόν, να διαλέξεις έναν αφέντη, μια και ο Θεός δεν είναι πια της μόδας. Αυτή η λέξη εξάλλου δεν έχει πια νόημα˙ δεν αξίζει να διακινδυνεύσεις να σοκάρεις τον κανένα. Μισό λεπτό, τους τόσο σοβαρούς ηθικολόγους μας που αγαπάνε τον πλησίον τους και όλα τα σχετικά, εν γένει, τίποτα δεν τους χωρίζει από το καθεστώς του χριστιανού, εκτός απ’ το ότι δεν κηρύττουν στις εκκλησίες. Τι, κατά τη γνώμη σας, τους εμποδίζει να αλλαξοπιστήσουν; Ο σεβασμός, ίσως, ο σεβασμός των ανθρώπων, ναι, ο ανθρώπινος σεβασμός. Δε θέλουν να δημιουργήσουν σκάνδαλο, κρατούν τα συναισθήματά τους για τον εαυτό τους. Γνώρισα έτσι έναν άθεο μυθιστοριογράφο, που προσευχόταν κάθε βράδυ. Και τι μ’ αυτό: και τι δεν του ΄σουρνε του Θεού στα βιβλία του! Τι κόλαφος! όπως θα ΄λεγε δε θυμάμαι ποιος! Ένας μαχητικός ελευθερόφρων στοχαστής, στον οποίο τα εμπιστεύτηκα, σήκωσε, δίχως κακή πρόθεση άλλωστε, τα χέρια στον ουρανό: «Δε μου μαθαίνετε τίποτα καινούργιο, στέναζε ο απόστολος, έτσι είναι όλοι τους». Αν τον πιστέψουμε, το ογδόντα τοις εκατό των συγγραφέων μας, έτσι και μπορούσαν μονάχα να μην υπογράψουν, θα ΄γραφαν και θα δοξολογούσαν το όνομα του Θεού. Όμως, κατ΄αυτόν, υπογράφουν γιατί αγαπούν τον εαυτό τους, και δε δοξολογούν τίποτε απολύτως γιατί σιχαίνονται τον εαυτό τους. Καθώς όμως δεν μπορούν, παρ΄όλ΄αυτά, ν΄αποφύγουν το να κρίνουν, αρπάζονται λοιπόν απ΄την ηθική. Είναι, με μια λέξη, ενάρετοι σατανάδες! Τι γελοία, αλήθεια, εποχή![…]
Δεν είμαι όμως τρελός, ξέρω καλά πως η σκλαβιά δεν είναι αυριανή υπόθεση. Θα ΄ναι μια απ΄τις ευεργεσίες του μέλλοντος, αυτό είν΄όλο.

Πηγή: Η πτώση/Μετάφραση: Ιωάννα Ευθυμιάδου/εκδόσεις γράμματα, 1987