Scroll Top

Αντρέας Καραντώνης: «Με την Μυρτιώτισσα» – Μια ιστορία με τον Κωστή Παλαμά

Δε θυμάμαι ποια ακριβώς χρονιά, γιατί δεν κράτησα, δυστυχώς, σημείωση – πάντως ήταν πριν από το θάνατο του Γιώργου Παππά – η Μυρτιώτισσα κάλεσε τον Γιώργο Κατσίμπαλη και τον υποφαινόμενο, στο σπίτι της, για να τη βοηθήσουμε (κυρίως ο Κατσίμπαλης) σ’ ένα πρόχειρο ξεκαθάρισμα του παλαμικού της αρχείου. Είχε φυλαγμένα πολλά χειρόγραφα, πεζά και έμμετρα, του Παλαμά κ’ ήθελε να βεβαιωθεί, για ένα μέρος απ’ αυτά που τα έκρινε η ίδια δημοσιεύσιμα, αν είχαν τυπωθεί ή αν ήταν ανέκδοτα.
[…] Το ανασκάλεμα των κιτρινιασμένων χαρτιών, το συνόδευε συζήτηση για τον Παλαμά και τη ζωή του. Μα η συζήτηση κυλούσε σπασμένα […].
Όπου, ξαφνικά, η Μυρτιώτισσα, μ’ ένα ύφος αδιάφορα αποκαλυπτικό και αόριστα χιουμοριστικό, μας λέει:
-Θα σας πω κάτι που δε θα το πιστέψετε. Ο Παλαμάς με αγαπούσε. Εγώ τότε ήμουν απελπισμένη για το θάνατο του Μαβίλη. Ο Παλαμάς με συντρόφευε, με παρηγορούσε, με ζέσταινε με την ποιητική του θέρμη, μου άνοιγε κόσμους με το πλατύτατο πνεύμα του. Κάναμε μακρινούς περιπάτους […]. Ώσπου, μια φορά, σε μια στιγμή που κ’ εγώ δεν ξέρω πως να την χαραχτηρίσω, παίρνουμε κ’ οι δυο μια καταπληκτική απόφαση! Θα αυτοκτονούσαμε! Ναι, εγώ κι ο Παλαμάς θα αυτοκτονούσαμε, πέφτοντας από την Ακρόπολη! Τώρα που το συλλογίζουμαι, δεν ξέρω κ’ εγώ πως ο Παλαμάς το αποφάσισε, πως το αποφάσισα κ’ εγώ! Ένα ξέρω, πως μια νύχτα, δώσαμε ραντεβού για να πραγματοποιήσουμε την απόφασή μας. Και το παράξενο είναι, φίλοι μου, πως ο Παλαμάς πήγε στο ραντεβού της αυτοκτονίας – εγώ όμως όχι […]. Φυσικά, δεν είμαι βέβαιη πως κι αν πήγαινα στο ραντεβού μας, θα εκτελούσαμε, οπωσδήποτε, τη συμφωνία μας […].Απίστευτα μας φάνηκαν αυτά που ακούσαμε. Προτιμήσαμε να μη φανερώσουμε την κατάπληξή μας στην Μυρτιώτισσα και να την αφήσουμε να ξεσπάσει, σε λίγο, στο δρόμο. Πως ήταν ποτέ δυνατό να φανταστούμε τον υπερώριμο πια Παλαμά – τραβούσε για τα πενηνταπέντε – να αποφασίσει τέτοιο «διάβημα», αυτός που ζούσε ανάμεσα σε ακατανίκητες φοβίες και που συχνά ένιωθε τη βούλησή του να παραλύει γιατί δεν μπορούσε να πάρει απόφαση για ζητήματα μηδαμινά; Και ποια ήταν η απελπισία που τον ωθούσε στην αυτοκτονία; Θα επρόκειτο για διπλή αυτοκτονία που θα είχε «κοινά αίτια», ή πέφτοντας κ’ οι δυο από την Ακρόπολη, ο καθένας τους θα είχε για κίνητρο το δικό του πόνο, άσχετο με του αλλουνού; Μπορεί κι αυτό […]. Παίρναμε τη μια άποψη, αφήναμε την άλλη, μα τελικά κανείς απ’ τους δυο μας δεν ήθελε να παραδεχτεί για αληθινή την καταπληκτική αποκάλυψη της Μυρτιώτισσας […]. Κι άξαφνα εκεί που περπατούσαμε […] κάποιοι στίχοι του Παλαμά ήρθαν αυθόρμητα στα χείλη μου…

Μια νύχτα μου είπες: – Έλα! – και μου ‘δειξες το μνήμα…
Κι ακόμα το παντέχω κι ακόμα λαχταρώ,
Μεγάλο, θαρρεμένο, το τελευταίο βήμα
μαζί σου προς του ωραίου θανάτου το χορό.
Μα εσύ και του σπαράχτη λόγου όρκου σου απαρνήτρα
σαν πρώτα ζεις και στέκεις και δεν ταράζεσαι,
και του περιβολιού σου τα ρόδα και τα κίτρα
πάντα, Άνοιξη Μητέρα, πλούσια τα γνοιάζεσαι… 

 

Φωτογραφία: Η «Μυρτιώτισσα» Θεώνη Δρακοπούλου