Scroll Top

Γιώργος Σεφέρης: Γράμμα στον Rex Warner – Ερμηνευτική προσέγγιση από τον Γιώργο Γκανέλη

Γιώργου Σεφέρη: ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ REX WARNER
                            ΠΑΡΟΙΚΟ ΤΟΥ STORRS, CONNECTICUT, U.S.A.
ΓΙΑ ΤΑ ΕΞΗΝΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΙΑ

Τον καιρό που συναντηθήκαμε
έλεγες το κυνήγι της αγριόχηνας
στο Δεσποτάτο των ερμαφροδίτων·
εκεί το γήπεδο του ποδόσφαιρου
είχε γνωρίσει την αδιάντροπη σφαγή.                              5
Γύριζα από ένα καλλιμάρμαρο στάδιο
ο θεληματικός μαραθωνοδρόμος λαβωμένος
έβλεπε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα.
Έτσι σ’ ένιωσα και γίναμε φίλοι.

Πηγαίναμε σ’ έναν τόπο ρημαγμένο από τον πόλεμο      10
ώς και τις κούκλες των παιδιών τις είχαν σακατέψει.
Το φως ταχύ και δυνατό
δάγκωνε κι απολίθωνε τα πάντα.
Περπατούσαμε ανάμεσα
σε ποδήλατα και χαρταετούς                                            15
βλέπαμε τα χρώματα μα η κουβέντα μας
παραστρατούσε σ’ εκείνη την ανεπούλωτη φρίκη.

Πέρασαν χρόνια και σε ξαναβρήκα
στα χώματα με την πλούσια βλάστηση
όπου παραμονεύει κάποτε ο φαρμακερός κισσός            20
και τα μελετηρά παιδιά μαθαίνουν
να συλλαβίζουν τα σοφά βιβλία
και το λαβύρινθο του έρωτα.
Πάντα μνημόνευες τον Όμηρο και τη γενιά του.
Σ’ ένα τεράστιο δέντρο ο σκίουρος,                                  25
σπασμωδική περισπωμένη, σκαρφάλωνε
ολοένα πιο ψηλά και τον εκοίταζες
γελώντας.

Ζωή μας είναι πάντα ο αποχωρισμός
κι η πιο δύσκολη παρουσία.                                             30

Τώρα σε ξανασυλλογίζομαι εδώ
στην πολυπλόκαμη μητρόπολη.
Όλα τηλεόραση
δύσκολα ‘γγίζεις κάτι από κοντά.
Μέσα στη ζέστη της ηλεχτρικής νύχτας                            35
σε μιαν αράγιστη μοναξιά βυθού
οι φωταγωγημένοι ουρανοξύστες
δείχνουν τα τζάμια τους γυαλιστερά
σαν το πετσί μεγάλου κήτους
καθώς τινάχτηκε στον αφρό.                                             40
Ο πολύχρωμος λαός που τους γέμιζε
ο άμετρος συνωστισμένος λαός
έφυγε τέτοιαν ώρα
γι’ άλλες χαρές και γι’ άλλα καρδιοχτύπια.
Τους άδειασε, δεν απόμεινε ψυχή                                     45
σαν τις φωλιές εκείνου του σπουργίτη
που επονομάζεται φιλέταιρος
—Philetaerus Socius—, τις πολυκύτταρες·
τις βλέπεις στην αγκαθερή ακακία
ή στο μουσείο, αν τις γυρέψεις.                                         50
«Λελύπημαι ἐπὶ τῇ κολοκύνθῃ»
μουρμούριζε ο προφήτης Ιωνάς
κοιτάζοντας τη μεγάλη Νινευή.
Τούτος ο λόγος φέρνει το μυαλό
σε ξυπνημένα ονείρατα που μάζεψε                                 55
στο μεροκάματό του:
Ταύροι και άλογα μ’ ορθάνοιχτο στόμα
και γλώσσα ξαφνικό πουνιάλο.
Ένας απόδημος Θεοτοκόπουλος ωσάν το βάραθρο της ανάστασης
μιλώντας μια λαλιά                                                            60
ακατάληπτη για όλους.
Κι αυτός ο γλύπτης
που έβλεπε κόκκινο τον ουρανό
και πάλευε με τον αδηφάγο χώρο
που γριτσάνιζε το άγαλμα μέσα στα χέρια του                  65
μικρό κι ακόμη πιο μικρό και πιο λιγνό
ώς το τίποτε.
Βουλιάξανε βαθιά τα χρόνια που το παλικάρι ο Μεγακλής
με το παγουράκι του αθλητή κρεμασμένο στο ζερβί του χέρι
κρατώντας στα τρία του δάχτυλα                                       70
έναν καρπό της ροδιάς
πήγε να τον προσφέρει τρυφερά
στην Περσεφόνη.

Τώρα τα εξήντα σου και δεν μπορώ
να σου χαρίσω τίποτε                                                       75
παρά τούτο τ’ ανώφελο τιτίβισμα.
Ωστόσο λέω πως μ’ έζωσαν και με παρακινούν
πυκνό κοπάδι τα φιλέταιρα σπουργίτια.

Νέα Υόρκη, Ν. Υ., Ιούνιος 1965 – Princeton, N. J., χειμώνας 1968

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΉ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Το ποίημα αυτό, άγνωστο ομολογουμένως στο ευρύ κοινό, ανήκει στη συλλογή Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β’ που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1976 από την εκδοτική εταιρία Ίκαρος, με φιλολογική επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη. Ο Σεφέρης σχεδίαζε να εκδώσει τη συλλογή αυτή το 1963, όμως η απονομή του βραβείου Νόμπελ και αργότερα η επιβολή της δικτατορίας ανέστειλαν την έκδοση. Η επιλογή και η κατάταξη των ποιημάτων έγινε με ευθύνη του Γ. Π. Σαββίδη, ο οποίος τα χώρισε σε πέντε μέρη. Το συγκεκριμένο ποίημα ανήκει στο Β’ μέρος, που περιλαμβάνει πέντε ποιήματα, ολοκληρωμένα στα τέσσερα τελευταία χρόνια της ζωής του Σεφέρη (1968-1971). Η πρώτη εκτός εμπορίου δημοσίευση του ποιήματος έγινε στις 20 Νοεμβρίου 1972 σε κάποιο φυλλάδιο, μαζί με την αγγλική μετάφραση του Edmund Keeley.

Όπως μαρτυρεί και ο τίτλος, ο Σεφέρης συνδεόταν φιλικά με τον Rex Warner, γνωστό Άγγλο λογοτέχνη, μεταφραστή αρχαίων Ελλήνων αλλά και του ίδιου του Σεφέρη (The King of Asine and other Poems, έκδοση του John Lehmann, 1948). Το «γράμμα» αυτό αποτελεί γενέθλιο δώρο του Σεφέρη προς τον Άγγλο φίλο του, ο οποίος είχε εγκατασταθεί μόνιμα στις Η.Π.Α. Αφορμή για τη συγγραφή του θεωρείται η επίσκεψη του Σεφέρη στη Νέα Υόρκη, το 1965. Η τελική του όμως μορφή δόθηκε από τον ποιητή το 1968 όταν και πάλι ταξίδεψε στην αμερικανική μεγαλούπολη.

Η γνωριμία του Σεφέρη με τον Warner χρονολογείται στα τέλη της δεκαετίας του 1940, μιας δεκαετίας που σημαδεύτηκε από την φρίκη του πολέμου και την καταβαράθρωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Το μυθιστόρημα του Warner «The Wild Goose Chase» (αναφορά στους στίχους 2-5) και η συλλογή του Σεφέρη «Κίχλη» (αναφορά στους στίχους 6-8) είχαν έναν κοινό παρανομαστή: τη σφαγή και το αίμα. Ειδικότερα η «Κίχλη», γραμμένη το 1946, μετέφερε νωπές ακόμη τις μνήμες του πολέμου:

[…] Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν’ αρμενίζει στο αίμα
ν’ αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια·
τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο. […]

(Γ’ Το φως)

Τα χαλάσματα, η ανέχεια, η εξαθλίωση των ανθρώπων, συνέθεταν το τοπίο της Ελλάδας στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το μόνο πράγμα που αφθονούσε, που παρεχόταν με απλοχεριά ήταν ο ήλιος. Σε ομαλές συνθήκες αυτός ο ήλιος θα αποτελούσε αγαθό, θα εκλαμβανόταν ως θετικό στοιχείο. Όμως τώρα η εκτυφλωτική λάμψη του απογυμνώνει ακόμη περισσότερο τις ανοιχτές πληγές, είναι μια παραφωνία, μια παρείσακτη παρουσία. Έτσι θα αποκτήσει δύο εξ ολοκλήρου αντιθετικές ιδιότητες: «Αγγελικό και μαύρο, φως» («Κίχλη», Γ’ Το φως, στ.56). Μέσα σ’ αυτή τη σκοτεινή Ελλάδα φαίνεται πως συναντήθηκαν για πρώτη φορά οι δύο λογοτέχνες και το κέντρο συζήτησής τους περιστρεφόταν ανεπαίσθητα σ’ εκείνη την ανεπούλωτη φρίκη.

Ξανασυναντήθηκαν πολύ αργότερα στις ΗΠΑ όταν ο Warner είχε εγκατασταθεί μόνιμα εκεί. Είναι φανερή η προσπάθεια του Σεφέρη να αποδώσει με λίγους στίχους τα κυριότερα γνωρίσματα αυτής της χώρας: το πλούσιο φυσικό τοπίο με τις παγίδες που κρύβει (φαρμακερός κισσός), οι τεράστιες πνευματικές δυνατότητες που παρέχει στη νεολαία (τα σοφά βιβλία) και η έλλειψη κάθε «ερωτικής» προκατάληψης (η Αμερική στη δεκαετία του ’60 θεωρείτο σύμβολο της σεξουαλικής απελευθέρωσης). Παράλληλα, αποκαλύπτει την αγάπη του Warner για τον Όμηρο και την Ελλάδα. Όμως, ο αποχωρισμός αγαπημένων φίλων αποτελεί απαράβατο κανόνα της ζωής.

Ο Σεφέρης επισκέφτηκε ξανά τη Νέα Υόρκη το 1965, με την ευκαιρία της αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου του Studies του Princeton, αλλά και το 1968, όταν το Institute του Advanced Studies του Princeton τον εκλέγει μέλος του. Στη διάρκεια της παραμονής του θυμάται με νοσταλγία τον αγαπημένο του φίλο κι αυτό αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του «γράμματος-ποιήματος». Ο Σεφέρης εκφράζει την απογοήτευσή του για τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας. Ειδικότερα, αναφέρεται στη διάδοση της τηλεόρασης και στην οικοδόμηση μεγάλων πολυκατοικιών (ουρανοξύστες), πράγμα που συντελεί στον κατακερματισμό της ανθρώπινης ευαισθησίας, στην έλλειψη επικοινωνίας, στην «αράγιστη μοναξιά». (Άραγε, πώς θα αισθανόταν αν ζούσε στην εποχή μας;) Η ειρωνική περιγραφή αυτών των τεράστιων κτιρίων, των επιφανειακά μόνο θελκτικών («δείχνουν τα τζάμια τους γυαλιστερά») και η αναφορά στη μεταμεσονύκτια μοντέρνα διασκέδαση των ενοίκων τους, καταδεικνύει τη μεγάλη σημασία που έδινε στη διατήρηση του παραδοσιακού τρόπου ζωής και την κρυφή του αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Ήδη, από το 1928, φαίνεται πως τον απασχολούσαν αυτά τα προβλήματα:

Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης δε θα γνωρίσουν ποτέ τη δροσούλα που κατεβαίνει στην Κηφισιά […]

(Γράμμα του Μαθιού Πασκάλη, από το «Τετράδιο Γυμνασμάτων Α’»)

Ενώ το 1933, από την ίδια συλλογή, παραπονιέται:

[…] κι η ζωή είναι πλούσια γιατί βρήκαμε τελειοποιημένα μηχανήματα όταν οι αισθήσεις παρακμάζουν. […]

(Σημειώσεις για μια «εβδομάδα», Τετάρτη)

Αυτή η αγωνία του για την αλματώδη εξέλιξη της τεχνολογίας, αποκρυσταλλώνεται στη συλλογή «Τρία κρυφά ποιήματα» (1966) και συγκεκριμένα στο Γ’ ποίημα της υποενότητας «Πάνω σε μια χειμωνιάτικη αχτίνα»:

Οι σύντροφοι μ’ είχαν τρελάνει
με θεοδόλιχους εξάντες πετροκαλαμήθρες
και τηλεσκόπια που μεγάλωναν πράγματα –
καλύτερα να μέναν μακριά.
Πού θα μας φέρουν τέτοιοι δρόμοι; […]

Στους στίχους 48-73 ο Σεφέρης μνημονεύει εντυπώσεις του από διάφορα εκθέματα μουσείων της Νέας Υόρκης που επισκέφθηκε το 1965. Αρχικά, αναφέρεται σε ένα είδος σπουργιτιού, τον φιλέταιρο (Philetaerus Socius) που υπήρχε στο Museum of Natural History. Η καθολική εκκένωση των τεράστιων κτιρίων το βράδυ από τους ενοίκους τους, βρήκε συνειρμικά την αντιστοιχία της στις άδειες φωλιές εκείνου του πουλιού. Στη συνέχεια θυμάται από το μουσείο Guernica τους ζωγραφικούς πίνακες που απεικόνιζαν ταύρους και άλογα «μ’ ορθάνοιχτο στόμα». Ιδιαίτερη όμως μνεία κάνει στον Θεοτοκόπουλο, οι παραστάσεις του οποίου χαρακτηρίζονται δυσερμήνευτες.

Στους στίχους 62-67 καταγράφει την τεχνοτροπία του γλύπτη Alberto Giacometti που συναντήθηκε μαζί του στη μεγάλη έκθεση του Μουσείου of Modern Art της Νέας. Υόρκης, τον Ιούνιο του 1965. Για να κατανοηθούν οι στίχοι αυτοί, παρατίθεται ένα απόσπασμα από γράμμα του Giacometti στον Pierro Matisse, το 1947 α) «είχα αποκτήσει την πεποίθηση πως ο ουρανός δεν είναι γαλάζιος παρά συμβατικά ενώ στην πραγματικότητα είναι κόκκινος» β) «Μια μεγάλη φιγούρα ήταν για μένα ψεύτικη και μια μικρή μολαταύτα αφόρητη, και ύστερα γίνονταν τόσο μικροσκοπική ώστε συχνά με μια τελευταία σουγιαδιά εξαφανίζονταν μέσα στη σκόνη». Τέλος στους στίχους 68-73 περιγράφει την κύρια ανάγλυφη μορφή της λεγόμενης στήλης του Μεγακλέους (π. 540-530 π. Χ.) που βρίσκεται στο Metropolitan Museum.

Οι εντυπώσεις του Σεφέρη από τον τρόπο ζωής στη Νέα Υόρκη και από τις επισκέψεις στα μουσεία της καταγράφονται σ’ αυτό το «γράμμα-ποίημα» και προσφέρονται, κατ’ ομολογία του ίδιου, ως ένα ελάχιστο δώρο («ανώφελο τιτίβισμα») στα γενέθλια του αγαπημένου του φίλου, με την ακροτελεύτια επισήμανση πως τα φιλέταιρα σπουργίτια καθοδηγούν πλέον τη ζωή του ποιητή.

                                                                                                         Γιώργος Γκανέλης

Σημ: Η εργασία αυτή εκπονήθηκε για το Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο Πειραιά, τον Νοέμβριο του 1994, στο πλαίσιο της επιμόρφωσης των αναπληρωτών φιλολόγων.