Scroll Top

Λόγος επέκεινα της γλώσσας (Χέρμαν Μπρόχ, Βιργιλίου θάνατος) – Του Γιώργου Κεντρωτή

Στὴ γερμανόφωνη λογοτεχνικὴ Εὐρώπη ὅλα ξεκίνησαν τὴ χαραυγὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα, τὸ 1901, ἀπὸ μιὰν ἐπιστολή, ποὺ ὡς λογοτεχνικὸ ἔργο μὲν εἶναι μικρό, ὡς ἐπιστολὴ δὲ μακρά: πρόκειται γιὰ τὴν Ἐπιστολὴ τοῦ Λόρδου Τσάντος πρὸς τὸν Φράνσις Μπέικον προελθοῦσα ἀπὸ τὴ γραφίδα τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμανσταλ. Ἀνοιχτὰ διακηρύσσεται ἐκεῖ ἡ ἀνάγκη συστάσεως νέας γλώσσας: νέου κώδικα, νέου γλωσσικοῦ ὑλικοῦ, νέων συνάψεων, νέων σχημάτων λόγου καὶ διανοίας, νέων στοχαστικῶν συναρμογῶν, πρὸ πάντων δὲ νεωτερικῶν ἐμπνεύσεων, καθὼς τὸ παλαιὸ πνεῦμα, ἂν δὲν ἔχει ἤδη ἐκπνεύσει, εἶναι ἀνίκανο νὰ ἐμπνεύσει κανέναν καὶ τίποτα. Τόμας Μάν, Ρόμπερτ Μούζιλ, Φρὰντς Κάφκα, Στέφαν Τσβάιχ, Κὰρλ Κράους, Χέρμαν Μπρόχ, Ἄλφρετ Ντεμπλίν, Χάιμιτο φὸν Ντόντερερ… — ἀνάκατα ἀναφέρονται ἐδῶ μερικὰ ὀνόματα κορυφαίων συγγραφέων, ποὺ ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του ὡς μυθιστοριογράφου ἐργάστηκαν πάνω στὴ γλώσσα: καλύτερα: πάλεψαν μὲ τὴ γλώσσα σὲ ὅλα τὰ ρὶνγκ τοῦ λόγου.
Ὁ Χέρμαν Μπρὸχ εἶναι ἡ πλέον ἰδιαίτερη περίπτωση. Ὅλα του τὰ ἔργα ὑποτείνονται βεβαίως ἀπὸ τὸν παράγοντα γλώσσα, ἀλλὰ στὸ Βιργιλίου θάνατος (Der Tod des Vergil, 1945), ποὺ τὸ συνέγραφε ἐπί 9 συναπτὰ ἔτη, ἡ γλώσσα εἶναι ὁ πραγματικὸς πρωταγωνιστὴς τοῦ ἔργου. Στὸ τρέχον σημείωμά μας θὰ ἑστιάσουμε τὸ βλέμμα μας στὸν ρόλο της γλώσσας στὸ ἔργο αὐτό, ποὺ ἔχουμε μεταφράσει στὰ ἑλληνικά (Gutenberg 2001), ξεκινώντας μάλιστα ἀπὸ τις τελευταῖες ἀράδες, ὅπου καὶ διαβάζουμε ὅτι: «ὁ λόγος ἔπλεχε ὑπεράνω τοῦ Σύμπαντος, ἔπλεχε ὑπεράνω τοῦ Τίποτα, ἔπλεχε ἐπέκεινα τοῦ Ἐκφρασίμου καὶ τοῦ Μὴ-Ἐκφρασίμου, ὁ δὲ ποιητής, ὑποκείμενος στὸ βόμβο τοῦ λόγου καὶ πιασμένος στὰ βρόχια τοῦ ἀενάως βομβητοῦ, ἔπλεχε μαζί μὲ τὸ λόγο, ἂν καί, ὅσο πιὸ πολύ τυλιγότανε ἀπ᾽ αὐτόν, ὅσο πιὸ βαθιὰ διαπερνοῦσε τὸν ἀναπεπταμένο ἦχο καὶ διαπερνιόταν κι ἀπ᾽ αὐτόν, τόσο πιὸ ἀπροσπέλαστος καὶ μεγάλος, τόσο βαρύτερος καὶ πτητικότερος γινόταν ὁ λόγος, θάλασσα πλέχουσα, φωτιὰ πλέχουσα ἐπίσης, βαρύς ὡσὰν τὴ θάλασσα, ἀλαφρύς ὡσὰν τὴ θάλασσα ἐπίσης, λόγος ὡστόσο, λόγος, ἀκόμη λόγος: ὁ ποιητὴς δὲν μποροῦσε, ὅμως, νὰ τὸν συγκρατήσει οὔτε τοῦ ἐπιτρεπότανε νὰ τὸν συγκρατήσει: τοῦ ἦταν ἀσύλληπτα ἄρρητος, διότι ἦταν λόγος εὑρισκόμενος ἐπέκεινα τῆς γλώσσας».
Τὸν λόγο στὸ ἐπέκεινα τῆς γλώσσας ἀγωνίστηκε νὰ ἐκφράσει ὁ Μπρὸχ ὡς ἕναν ἀγώνα τοῦ Βιργιλίου, τοῦ μέγιστου ποιητή, ποὺ προφητικὰ ἔβλεπε τήν (τότε) νεωτερικότητα νὰ ἔρχεται θριαμβεύουσα στὶς τελευταῖες μέρες του καὶ αὐτός νὰ μὴ μπορεῖ νὰ τὴν ἀρθρώσει verbis. Εἶναι ὁ ἀπελπισμένος ποιητής-σύμβολο τῆς Αὐτοκρατορίας ποὺ βλέπει τὸν κόσμο του —τὸν κόσμο τὸν παλιό— νὰ καταρρέει, κι ἂς βρίσκεται στὸ ἀπόγειο τῆς δόξας του, καὶ ποὺ ἐπίσης βλέπει ὅτι τὸ ἔργο του κατ᾽ οὐσίαν δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει καὶ νὰ πείσει κανέναν, ἀφοῦ πρωτίστως δὲν πείθει κὰν τὸν ἴδιο τὸν δημιουργό του: γι᾽ αὐτὸ καὶ στὶς τελευταῖες ὧρες του ἔχει κατὰ νοῦν νὰ κάψει τὴν Αἰνειάδα, ποὺ μόλις ἔχει τελειώσει τὴ συγγραφή της: καὶ θέλει νὰ τὸ κάνει, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει πίσω του τίποτα ἀπὸ τὸν ἀδύναμο ἑαυτό του νὰ λειτουργεῖ ὡς μαρτυρία «ἑνὸς ἀποτυχημένου αἰώνα».
Ὁ Βιργίλιος συνειδητοποιεῖ στὶς τελευταῖες στιγμὲς τοῦ βίου του ὅτι ἡ Αἰνειάδα εἶναι ἕνα ἀδύναμο ποίημα γραμμένο σὲ γλώσσα ὄχι ἁπλῶς παλιὰ καὶ παρωχημένη, ἀλλὰ κυριολεκτικῶς ἄναρθρη: σὲ γλώσσα πού, ἐνῶ λέει, δὲν λέει· σὲ γλώσσα πού, ἐνῶ μιλάει, δὲν μιλάει· σὲ γλώσσα ποὺ δὲν εἶναι γλώσσα, διότι μέσῳ αὐτῆς καὶ τῆς ἐπικῆς ἀντικειμενικότητάς της δὲν ἐπικοινωνεῖται πλέον ἀπολύτως τίποτα ποιητικό, σὲ μιὰ ἐποχὴ μάλιστα ὅπου νέοι ποιητές ἔχουν ἐμφανισθεῖ καὶ μιλοῦν «διαφορετικά», «πρωτότυπα», «νεωτερικά», καθὼς ἐκφράζουν αὐτὸ ποὺ ἤδη εἶναι καθ᾽ ὁδόν: τὴν ἔλευση ἑνὸς σωτήρα τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν θὰ εἶναι ἐμφανῶς πολιτικός, καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ ὑποκειμενισμοῦ στὴν τέχνη ἐν γένει, καὶ πρωτίστως στὴ λυρικὴ ἔκφραση.
Ὅλα αὐτὰ ὁ Βιργίλιος τὰ συνειδητοποιεῖ ἔντονα εὑρισκόμενος πρὸ τῶν πυλῶν τοῦ Ἅδου, τότε δηλαδὴ ποὺ δὲν προλαβαίνει νὰ δημιουργήσει πιὰ τίποτα καὶ ποὺ τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἀπομένει εἶναι νὰ καταστρέψει ὅ,τι εἶχε δημιουργήσει καὶ ποὺ κατ᾽ οὐσίαν εἶναι ἕνα ἄτεχνο καὶ ἐκτὸς χρόνου κατασκεύασμα. Θέλει νὰ σβήσει τὰ ἴχνη του, γιὰ νὰ μὴν τὸν θυμοῦνται οἱ κατοπινοί ἔτσι ὅπως εἶχε ζήσει καὶ δημιουργήσει. Καὶ φτάνει νὰ σιχαίνεται ὅλο τὸν περίγυρό του, καὶ πιὸ πολύ ἀπὸ ὅλους τὸν φίλο καὶ ὑψηλότατο προστάτη του: τὸν Ὀκταβιανὸ Αὔγουστο. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι αἰσθάνονται ὄχι μόνο δικαιωμένοι στὸν βίο τους, ἀλλὰ καὶ ἀκριβῶς εἰπεῖν δοξασμένοι, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ εἶχαν στὴ συντροφιά τους τὸν Βιργίλιο, αὐτὸν τὸν στοχαστὴ ποὺ μετέτρεπε ἱστορικὰ γεγονότα καὶ ἄμορφες ἰδέες σὲ λόγο ποιητικὸ καὶ συγκινοῦσε τὸν λαὸ μὲ τὰ κατορθώματα τῆς λύρας του. Ἀλλὰ συνάμα κανεὶς ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ κατανοήσει τὴν ἀπελπιστικὴ θέση, στὴν ὁποία ἔχει περιέλθει ὁ φίλος τους, ὅταν ἀντιλαμβάνεται καὶ γνωρίζει μὲ ὅλες του τὶς αἰσθήσεις ὅτι ἀλλιῶς ἔπρεπε νὰ εἶχε ποιήσει καὶ ὅτι τώρα πιὰ δεν προλαβαίνει νὰ κάνει τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο νὰ καταστρέψει τὸ ἔργο του, ποὺ ἐπ᾽ οὐδενὶ τὸν ἐκφράζει. Τὸ ὅτι στὸ τέλος ὁ Ὀκταβιανὸς πειθαναγκαστικὰ καὶ μὲ τὴν αἰχμὴ τῆς πολιτικῆς του ἰσχύος ἁρπάζει μέσα ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Βιργιλίου τὴν Αἰνειάδα καὶ τὴ σώζει εἶναι κάτι ποὺ δὲν ἀφορᾶ καθόλου τὸν Βιργίλιο, ἀλλὰ ἀποκλειστικὰ ὅλους τους ἄλλους, δηλαδὴ ἐμᾶς, τους ἀναγνῶστες της λογοτεχνίας.
Ὅταν ὁ Μπρὸχ ξεκινάει νὰ γράφει τὸ Βιργιλίου θάνατος ἔχει ταυτιστεῖ πλήρως μὲ τὸν Βιργίλιο. Ἔχει ἤδη δημοσιεύσει τους τρίτομους Ὑπνοβάτες του, ὅπου ἐκθέτει μὲ κάθε εὐκρίνεια τὴν παρακμὴ τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ καὶ τὴν ὁλικὴ ἔκπτωση τῶν ἀξιῶν του, καὶ ἔχει ἐντρυφήσει στὸ ἔργο τοῦ Τζόυς, ὅπου καὶ ἔχει ἐντυπωσιαστεῖ ἀπὸ τὴν ἐκ μέρους του χρήση της γλώσσας. Οἱ 24 ὧρες τοῦ τζοϋσικοῦ Ὀδυσσέα συντέμνονται σὲ 18 στὸν μπροχιανὸ Βιργίλιο, προκειμένου νὰ ἐκτεθεῖ ἡ περιπέτεια ἤ, μᾶλλον ὁ ἀγώνας τοῦ λόγου στὸν 20ὸ αἰώνα. Καὶ ὁ Τζόυς καὶ ὁ Μπρὸχ ἀγωνίζονται νὰ ἀρθρώσουν λόγο ὡς ὅλον τὴν ἴδια στιγμή, ποὺ γνωρίζουν ὅτι ὁ λόγος ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι κλάσμα: ἐνῶ στὸν ἀριθμητὴ παραμένει σταθερὴ ποσότητα ἡ μονάδα τοῦ ὁμιλοῦντος ὑποκειμένου, ὁ παρονομαστής (τῶν λέξεων, τῶν φράσεων, τῶν πάσης φύσεως σχημάτων, τῶν προτάσεων, τῶν περιόδων, τῶν παραγράφων, τῶν κεφαλαίων κ.ο.κ.) συνεχῶς αὐξάνεται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μικραίνει συνεχῶς τὸ κλάσμα.
Ὁ λόγος-κλάσμα εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα ἤ, μάλλον, ἕνα τυχαῖο θραῦσμα. Σὲ αὐτὸ τὸ θραῦσμα ὁ Μπρὸχ θέλει νὰ δεῖ, νὰ θεωρήσει τὸ ὅλον, νὰ ἐκφράσει τὴν ἐντελὴ σκέψη ἑνὸς νοῦ ποὺ ἀενάως δημιουργεῖ. Die Sprache spricht, ἔγραψε ὁ Μαρτίνος Χάιντεγκερ· ἡ γλώσσα γλωσσοῖ (καὶ ὄχι ἁπλῶς, γενικῶς καὶ ἀορίστως ἡ γλώσσα μιλάει— ἔτσι κρίνω ὅτι πρέπει νὰ μεταφραστεῖ ἡ ἐν λόγω ἀποφθεγματικὴ πρόταση). Καί, ἐφ᾽ ὅσον ἡ γλώσσα γλωσσοῖ, τὸ καταλυτικὸ ἐρώτημα γύρω ἀπὸ τὸ τί ἀποτελεῖ πλήρη καὶ ἐντελὴ σκέψη δὲν εἶναι δυνατόν νὰ τὸ προσεγγίσουμε καὶ νὰ προσπαθήσουμε νὰ τὸ ξύσουμε πέρα καὶ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ γλώσσα. Μιὰ τέτοια νομιμοποιητική του ἐπίκληση, ὅταν ὁ λόγος στρέφεται γύρω ἀπὸ προτάσεις, ἀλλὰ καὶ στὸν γενικῶς ἰσχύοντα ὁρισμὸ τῆς πρότασης, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο ἔναυσμα γλωσσικοῦ προβληματισμοῦ γιὰ τὸν Μπρόχ, ἀλλὰ καί (ὡς θετικὴ πρόκληση ἰδωμένο) προγραμματικὴ ἐπιλογὴ στὸ ἔργο του: ἡ πλήρης καὶ ἐντελὴς σκέψη τοῦ Μπρὸχ προσβλέπει στὸ ἀδιαίρετο ὅλον, διεκδικεῖ τὴν ἄτμητη ἑνότητα αὐτοῦ ποὺ εἶναι καὶ αὐτοῦ ποὺ δὲν εἶναι, προάγει τὴ σύμπτωση ὅλων τῶν ἀντιθέτων.
Μᾶλλον χαριτολογώντας (ἢ ἀπὸ ἀμηχανία ἐλαυνόμενος) ὁ Μπρὸχ εἶχε πεῖ γιὰ τὸ ἔργο του: «Vielleicht ist dieser ganze Vergil nichts als ein großer Wortsalat», δηλαδή: «Ἴσως ὁλόκληρος ὁ Βιργίλιος νὰ μὴν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρ᾽ ἁπλῶς μιὰ σαλάτα φτιαγμένη μὲ λέξεις». Οἱ νεολογισμοί, οἱ καινοφανεῖς μεταφορές, οἱ μετωνυμίες, τὰ ἀσύνδετα καὶ τὰ ἀνακόλουθα, ὅλα τὰ ἄρρητα ποὺ ἐν τέλει ρητεύονται, ναί, εἶναι ὄντως σαλάτα. Εἶναι μία σαλάτα μὴ λογική, μιὰ σαλάτα ἐξωφρενικῆς ἀλογίας, μιὰ σαλάτα ἄνευ ὁρατοῦ λόγου γιὰ ὅλους τοὺς ἄλλους πλὴν τοῦ συγγραφέα ποὺ λειτουργεῖ ἐδῶ ὡς σὲφ μετὰ λόγου — καὶ δὴ μετὰ λόγου γνώσεως.
Καλύτερα ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον γνωρίζει ὁ Μπρὸχ ὅτι ἀπειλεῖται ἡ οὐσία του, ἡ ζωή του, ὁ λόγος τῆς ὕπαρξής του. Κυνηγημένος ἀπὸ τοὺς ναζιστές ἀναγκάζεται νὰ ζητήσει πατρίδα καὶ ἐλευθερία στις ΗΠΑ, σὲ ἕναν κόσμο ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴ μητρική του γλώσσα. Διωγμένος ἀπὸ τὸ 1938 καὶ ἐξόριστος ὄντας, ἀφ᾽ ἑνὸς δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ μιλήσει τὴ γλώσσα του, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου δὲν θέλει νὰ μιλάει πιὰ τὴν ἴδια γλώσσα μὲ αὐτήν ποὺ μιλάει ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ. Γι᾽ αὐτὸ ἐπινοεῖ μιὰ παράλληλη γλώσσα, καταγράφει καὶ προτείνει ἄλλα γερμανικά: γερμανικὰ ποὺ δὲν ὁμιλοῦνται, γερμανικὰ ποὺ μὲ δυσκολία διαβάζονται καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, μὲ ἀκόμα μεγαλύτερη δυσκολία κατανοοῦνται, διότι τὰ χρησιμοποιούμενα γλωσσικὰ σημεῖα σημαίνουν πλέον πράγματα πέραν αὐτοῦ ποὺ οἱ γλωσσολόγοι ὀνομάζουν συνήθεια (use / usage / Verwendung).
Ὅπως πεθαίνει ὁ Βιργίλιος καὶ θέλει νὰ κάψει τὴν Αἰνειάδα, τὸ κλέος τῆς ἕως τότε λατινικῆς γραμματείας, ἔτσι νὰ πεθαίνει αἰσθάνεται καὶ ὁ Μπρὸχ στὴν ἐξορία, γι᾽ αὐτὸ καὶ θέλει νὰ καταστρέψει τὴ γλώσσα ποὺ μέχρι τότε μιλοῦσε καὶ τώρα πιὰ δεν ὁμιλεῖ, στὴ δὲ θέση της νὰ τοποθετήσει μιὰν ἄλλη γλώσσα, καθ᾽ ὁμοίωσιν της καταστραφησομένης, ὅπως ἤδη σημειώσαμε παραπάνω. Ὁ ἐπερχόμενος θάνατος τοῦ Βιργιλίου καὶ ἡ ὑπαρκτὴ ἐξορία τοῦ Μπρὸχ συνθέτουν τὴν καταστροφὴ τοῦ λόγου: ἑκατομμύρια ἄγνωστα λεκτικὰ στοιχεῖα γεννιοῦνται ἀπὸ τὸν ἀκένωτο καὶ ἀκατάπαυστα ἐργαζόμενο νοῦ του καὶ προστίθενται στοὺς ἤδη δρῶντες παρονομαστὲς ἔτσι, ὥστε τὸ κρίσιμο κλάσμα νὰ μικραίνει συνεχῶς τείνοντας στὴν τελικὴ ἀπειρότητα τῆς ἐξαφάνισής του, τῆς ἐκμηδένισής του — στὸ ἐπέκεινα, ὅπου συμπίπτουν τὸ μηδὲν καὶ τὸ ἄπειρο. Ὁ θάνατος τοῦ λόγου — αὐτὸς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνας τίτλος περιγραφικὸς τοῦ ὅλου μπροχιανοῦ ἐγχειρήματος, ποὺ τὸ ἐπιτελεῖ μὲ τήν —περιπαικτικὰ ἢ ὑποτιμητικὰ ἐκφρασμένη— λεκτική του σαλάτα.
Ἀλλὰ ὁ Μπρὸχ δὲν ἐργάστηκε μόνο μὲ λέξεις. Ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῆς συνειδητῆς ἐκ μέρους του «σαλατοποίησης» τοῦ συγκεκριμένου ἔργου κατάφερε νὰ εἶναι οἱ λέξεις τελικῶς στὸ λογικό του κατόρθωμα κάτι δευτερεῦον, κάτι —θὰ λέγαμε μάλιστα—accidentalium, κάτι τυχηρὸν ποὺ ἁπλῶς συνέβη. Τὸν πρῶτο λόγο δὲν τὸν ἔχει ὁ ἀρθρωμένος γραπτός λόγος, ἀλλὰ ἡ μουσικὴ ποὺ συστήνεται πίσω ἀπὸ τὴν ἐκφορὰ τῶν λέξεων καὶ ἀκούγεται μέσα ἀπὸ τὸν ἐκφωνούμενο λόγο.
Τὸ ἔργο Βιργιλίου θάνατος εἶναι μουσική, εἶναι μία κανονικὴ τετραμερὴς συμφωνία. Ὁ συνέχων εἱρμός τοῦ ἔργου δὲν ἀνιχνεύεται στὰ λόγια ποὺ λέγονται ἢ στοὺς στοχασμούς ποὺ ἐκφωνοῦνται· ὁ συνέχων εἱρμός τοῦ ἔργου ὑποτείνεται ἀπὸ τὴ μουσικὴ τῆς ἐκφορᾶς τοῦ λόγου, δηλαδὴ ἀπὸ ὅ,τι δὲν ἐνσωματώνεται σὲ παγιωμένες σημασίες καὶ σὲ συνήθη ἐννοήματα. Ἡ μουσικὴ αύτὴ εἶναι ἐπέκεινα τοῦ λόγου, εἶναι μιὰ γλώσσα ἐπέκεινα τῆς γλώσσας. Ὁ συμπατριώτης τοῦ Μπρὸχ Ἔντουαρτ Χάνσλικ θεωρεῖ ὅτι ἡ μουσικὴ εἶναι μιὰ γλώσσα ποὺ μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε, ποὺ μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε (ὄχι μὲ τὴν ἁπλὴ λογική, ἀλλὰ μὲ μιὰ μυχιότατη φαντασία), ἀλλὰ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ μεταφράσουμε.
Αὐτὸ τὸ ἤξερε πολὺ καλὰ ὁ Μπρόχ, γι᾽ αὐτὸ καὶ πρώτιστη —ἂν ὄχι καὶ μοναδική—μέριμνά του ἦταν νὰ δώσει ὁδηγίες στὸ πῶς εἶναι δυνατόν νὰ μεταφραστεῖ τὸ ἔργο του αὐτὸ σὲ ὁποιαδήποτε γλώσσα. Ἂς μοῦ ἐπιτραπεῖ νὰ ἀντιγράψω τις πρῶτες ἀράδες ἀπὸ τὰ λόγια του στὶς Τεχνικές παρατηρήσεις ἐν σχέσει προς τὴ μετάφραση τοῦ ἔργου, ἀκριβῶς ἐπειδὴ λειτουργοῦν ὡς κλείδα κατανοήσεώς του: «Τὸ Βιργιλίου Θάνατος εἶναι ἔργο σχεδόν μὴ μεταφράσιμο. Ἐπειδή, ὡστόσο, μεταφράστηκε στὰ ἀγγλικά, ὁ μεταφραστὴς θεωρεῖται ὑποχρεωμένος νὰ παρουσιάσει τὶς δυσκολίες τοῦ ἐγχειρήματός του, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξηγήσει ποιά μέσα μετῆλθε γιὰ νὰ τις ξεπεράσει».
Ἀφοῦ σημειώσω ὅτι ὡς μεταφραστὴς του στὰ ἑλληνικὰ ἀκολούθησα τὴν ἐντολὴ τοῦ Μπρόχ, παραθέτοντας ἕνα σχετικὸ ἐξηγητικὸ κείμενο στις σελίδες 731-745 τοῦ βιβλίου, ξαναδίνω τὸν λόγο στὸν συγγραφέα: «Δὲν ὑπάρχει ποίημα ποὺ νὰ εἶναι τελείως μεταφράσιμο, ὁ δὲ Βιργιλίοου Θάνατος εἶναι ποίημα, ὄχι ὅμως ὑπὸ τὴν ἔννοια κάποιας μοναδικῆς λυρικῆς ἔκρηξης, κάποιου μοναδικοῦ λυρικοῦ ξεσπάσματος, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοια μιᾶς σειρᾶς μικρῶν ποιημάτων ἐντασσομένων σὲ κάποιο κοινὸ θέμα· ἐν τούτοις εἶναι ποίημα καὶ μάλιστα ποίημα ποὺ μὲ μιὰ μόνο ἀνάσα ἁπλώνεται σὲ πάνω ἀπὸ 500 σελίδες. (…) Ἡ σύνθεση τοῦ ὅλου ἔργου εἶναι (ὡς πρὸς τὸ ποιητικὸ εἶδος) ἑνιαία καί, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, μουσική: ἡ μεταξύ τῶν τεσσάρων κυρίων μερῶν τοῦ βιβλίου ὑφιστάμενη σχέση εἶναι αὐτὴ τῶν μερῶν μιᾶς συμφωνίας ἢ ἑνὸς κουαρτέτου· τὰ τέσσερα μέρη του σταθμίζονται καὶ μετρῶνται ἰσομόρφως καὶ ὁμοιοτρόπως τόσο ὅσον ἀφορᾶ τὸ περιεχόμενο καὶ τὸ μοτίβο τους, ὅσο καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴ μορφὴ καὶ τὴ δόμησή τους — σταθμίζονται δηλαδὴ καὶ μετρῶνται τὸ καθένα χωριστὰ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα, ἐνῶ στὴ διάρθρωση τοῦ καθενός τους, καὶ γιὰ τὴν ἀκρίβεια στὸν κάθε διακριτὸ ἁρμό τους, καθρεφτίζεται (ἔργῳ ἠχοῦς) ἡ σύνολη δομὴ τοῦ ἔργου καὶ ἐπαναλαμβάνεται μὲ τὸν τρόπο τῆς μουσικῆς βαριασιόν τὸ θεματικὸ ὑλικό, στὴν δε ἐπανάληψη αὐτὴν ἀκριβῶς ἀναπτύσεται τὸ ὅλο θέμα τοῦ βιβλίου».
Ἡ εἰρημένη ἐπανάληψη, ποὺ ἔχει καθαρὰ μουσικὸ χαρακτήρα, ἀναποκρίνεται στὰ μουσικὰ ἐρεθίσματα τοῦ Μπρὸχ ἀπὸ τὴ μουσικὴ τοῦ 20οῦ αἰώνα σὲ ὅλες της τὶς μορφές καὶ ἐκφράσεις. Τὸ Βιργιλίου Θάνατος εἶναι μιὰ ὁλόκληρη πρόταση ποὺ ἐπαναλαμβάνεται εἰς τὸ διηνεκές: μιὰ ὰνάσα, μιὰ πνοὴ ἐπέκεινα της γλώσσας στὸ ἄπειρο τοῦ σύμπαντος. Καί, ὅταν τὸ διαβάζεις, ἔχεις τὴν ἐντύπωση ὅτι μέσα ἀπὸ τις ἀράδες του ἀκούγονται ἦχοι τοῦ Γουσταύου Μάλερ ἢ τοῦ Ἄντον φὸν Βέμπερν ἢ τοῦ Ἄλμπαν Μπέρκ, συνθετῶν πού, σημειωτέον, ἔκαναν τὴ μουσικὴ νὰ μιλήσει…
Εἰς ἐπίρρωση τῶν ἀναφερθέντων ἂς διαβάσουμε, σὲ δική μου μετάφραση, ἕνα σονέτο τοῦ Μπρὸχ γιὰ τὸ γηράσκειν ἢ (ἀκριβῶς θεωρώντας τὰ πράγματα) γιὰ τὴν ἀπώλεια τοῦ πλούτου τῆς γλώσσας σὲ συνθῆκες πολέμου, ὅπου τὸ δάσος γίνεται δέντρα, φύλλα καὶ φλοιοί…

ΣΟΝΕΤΟ ΓΙΑ ΤΟ ΓΗΡΑΣΚΕΙΝ

Τὸ δάσος: δέντρα, φύλλα καὶ φλοιοί — κομμάτια τόσα
δικά μας, μὲ τὰ ρυάκια, τὶς λιμνοῦλες. Ἕνας θρόνος
ὁ κόσμος ἦταν πλούσιος, πλούσιοι δὲ κι ἐμεῖς συγχρόνως,
διότι ἦσαν ὅλα γλώσσα: καὶ γιὰ τὸ παιδί ἦσαν γλώσσα —χρωμάτων ἦσαν πλησμονή, μὰ καὶ χλωμάδας φθόνος,
ὀδύνη καὶ περιπλοκή, καὶ μιὰ φυγὴ βοώσα·
τὸν πλοῦτο νιώθαμε ὅλοι μὲ τυφλότητα ἀποχρώσα,
τὸ πρόσω μας γιὰ τὴ ζωὴ ἀνάποδα καλοῦσε ὁ πόνος.

Ὑπάρχει πόλεμος: φονιὰς κι ἐγκληματίας γίνε!
Ἀπ᾽ ἔξω ἀκούγονται οὐρλιαχτὰ ἀπὸ τὸ κακὸ ποὺ ἐγίνη,
μὰ μέσα μας (παράξενο!) ἐπικρατεῖ γαλήνη,

καὶ κόσμος πιά, ἐπ᾽ οὐδενί, ἡ γλώσσα μας δὲν εἶναι:
τὸν πλοῦτο τοῦ παιδιοῦ τὸν ἔχουμε ἔκπαλαι χαμένο
ἀπὸ τὸ ἐγὼ ποὺ ἐντός μας ἔχουμε μεγαλωμένο.

Καὶ κλείνω μὲ ἕνα ποίημα δικό μου γραμμένο ἀπ᾽ ἀφορμὴ τοῦ μεταφράσματός μου:

ΕΧΟΝΤΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΤΟ ΒΙΡΓΙΛΙΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ
ΤΟΥ ΧΕΡΜΑΝ ΜΠΡΟΧ

Νεολογισμοὶ καὶ σχήματα ἄφαντης διανοίας
καὶ λόγου ἐπέκεινα τῶν γλωσσικῶν σημείων
συμφύρονται σὲ κυκεῶνες σὺν καὶ μεῖον
ἐννοιῶν, ποὺ ἀντιστρατεύονται τῆς σημασίαςτοὺς ρόλους μὲ σχεδιασμοὺς τῆς φαντασίας.
Καὶ ξετυλίγονται ἀπ᾽ τῶν μουσικῶν πηνίων
τὰ σύρματα μιᾶς θεωρίας τῶν παιγνίων
κορδέλες ἤχων ἕνεκα τῆς ἀφασίας

ποὺ τρέφει ἐντὸς του ὁ λόγος, ὅταν εἶναι γλώσσα
ἐν χρήσει καὶ ἐκφερόμενη ὡς λαλιὰ βοώσα
ἀπ᾽ τὰ χιλιάδες στόματα τῶν συγγραφέων

ποὺ τὴ ρυθμίζουν γραμμικῶς καὶ αὐθαιρέτως.
Μετάφρασμα εἶναι λόγος ἄλλος, νέτος-σκέτος,
καὶ ἀγέρας ξένος πρωτοτύπως ὑποπνέων.