Scroll Top

ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΝΔΡΕΑ ΘΑΝΑΣΟΥΛΑ

 Θέατρο και γλώσσα

 

 

Το θέατρο -το δραματικό κείμενο για την ακρίβεια- ως είδος ανήκει σε μια ειδική περίπτωση λογοτεχνίας. Είναι μια λογοτεχνία που δεν προορίζεται να διαβαστεί, αλλά να ενσαρκωθεί. Οι αρχαίοι δραματουργοί χρησιμοποιούσαν τον έμμετρο ποιητικό λόγο, το ίδιο έκανε κι ο Σαίξπηρ με τους σύγχρονούς του, αλλά και κάποιοι άλλοι μεταγενέστεροι συγγραφείς.
Ο Αριστοτέλης, στον ορισμό της τραγωδίας, χρησιμοποιεί τη φράση: “ηδυσμένο λόγο” που θα πει κατά μια έννοια: λόγο που έχει εμπλουτιστεί με γλωσσικά καρυκεύματα. λόγο γλυκό. Καμωμένο με ωραίες λέξεις. Λόγος πλημμυρισμένος από την ηδύτητα του γλωσσικού κάλους και πλούτου, προσαρμοσμένο στο μέτρο που υπόσχεται την αρμονία και που ταυτόχρονα είναι ικανός να συγκινήσει.
Το θέατρο είναι βιωματικό κι ως εκ τούτου ο λόγος του έχει ένα επιπλέον στοιχείο που στα υπόλοιπα λογοτεχνικά γραπτά με εξαίρεση την ποίηση δεν το χρειάζονται τόσο. Ο λόγος του θεάτρου πρέπει να συγκινεί περισσότερο απ’ ότι να περιγράφει. Στο θέατρο δεν δείχνεις με το δάκτυλο τη συμφορά, αντίθετα προσπαθείς να την κρύψεις για να μπορεί να αναδυθεί με αξιοπρέπεια χωρίς να συντρίβεται στον οίκτο.
Ο θεατρικός λόγος χτυπάει στο συναίσθημα κι η αναγκαία σύγκρουση δεν πραγματοποιείται με ανταλλαγή στεγνών ορθολογιστικών επιχειρημάτων, αλλά με λόγια υγρά, ώστε να μπορούν να μουσκεύουν τα πνεύματα. Είναι μια σύγκρουση που συντελείται με την ψυχή και για τούτο αγαπήθηκε παράφορα από τους οπαδούς του το θέατρο, γιατί μπορεί να ταπεινώνει μέσα από ένα αφόρητο μεγαλείο και να λυτρώνει, περνώντας θεατές και συντελεστές δια μέσου πιθανοφανών περιστάσεων. Οι σχέσεις των προσώπων, οι χαρακτήρες τους φωτίζονται από τις γλωσσικές επιλογές που θα γίνουν παρτιτούρες στα στόματα των ηθοποιών. Για τούτο και μπορεί ν’ αντιστρατεύεται το δογματισμό. Ο δογματισμός περιχαρακώνεται πίσω από τα θεόρατα τείχη της μισαλλοδοξίας, σκεπάζει με σκουριασμένη πανοπλία την ψυχική κατάσταση των προσώπων και την εγκαταλείπει σε μια παγερά αδιάφορη μονομέρεια.
Ο λόγος του ήρωα είναι η αποκάλυψη του βαθύτερου χαρακτήρα του. Απαιτεί μεγάλη μαστοριά από το συγγραφέα ώστε να δώσει ανάγλυφα και σταδιακά τον ήρωα μέσα από τις λέξεις. Ο λόγος είναι το ένδυμα του προσώπου που φανερώνει, σα στολή, την ιδιότητα και την ποιότητα των πιο βαθύτατων χαρακτηριστικών του. Ιδού ένα παράδειγμα από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη. Μετά τον Τρωικό πόλεμο κι ενώ στο Άργος έχουν ενημερωθεί για την θετική του έκβαση από τις φρυκτωρίες, εμφανίζεται ο απεσταλμένος του Αγαμέμνονα και λέει:
Κήρυκας
Ω, Άργος, ω πατρικά μου χώματα.
ο δέκατος έφεξε χρόνος για να ‘ρθω.
πολλές ελπίδες ράγιζαν. η μια με σώζει.
Δεν το ‘λπιζα πως θα πεθάνω στ’ Άργος κάποτε
ούτε πως θα ταφώ στ’ αγαπημένο χώμα.
Λίγο αργότερα εμφανίζεται ο ίδιος ο Άναξ.
ΑΓΑΜΕΜΝΟΝΑΣ
Το Άργος πρώτα και τους θεούς της χώρας
κατά το έθιμο θα χαιρετήσω, που βοήθησαν
στο γυρισμό και στην εκδίκηση που δίκαια πήραμε
από του Πρίαμου την πόλη. Χωρίς ν’ ακούσουν οι θεοί
λόγο κι αντίλογο, ομόφωνα ψηφίσανε στην κάλπη
της σφαγής και καταδίκασαν σε θάνατο τους άντρες,
την Τροία στο χαμό. στην κάλπη της ελπίδας
σιμώσανε τα χέρια και δε ‘ριξαν μέσα τίποτα.
Παρατηρώντας κανείς εύκολα διαπιστώνει αυθεντική συγκίνηση στα λόγια του Κήρυκα και αυθεντική υποκρισία, έπαρση και ειρωνική αλαζονεία στα λόγια του Αγαμέμνονα. Ο πρώτος γονατίζει ευλαβικά και φιλάει δακρυσμένος το χώμα της πατρίδας του. Μέσα από τα λόγια του διακρίνει κανείς την φιλοπατρία και την απλότητα του λαϊκού ανθρώπου που κρατιέται σ’ ένα ύψος. Ο Αγαμέμνονας ωστόσο βάζει την εθιμοτυπία πριν απ’ την πατρίδα και τους θεούς κι αμέσως μετά σε μια απίστευτη έξαρση αλαζονείας αρχίζει να ειρωνεύεται πως οι θεοί πλησίασαν το χέρι να ψηφίσουν – στην κάλπη της σφαγής που έμεινε ελπίδα- υπέρ της Τροίας -λογικό για τα δέκα χρόνια που κράτησε ο πόλεμος- αλλά τελικά δε έριξαν μέσα τίποτα. Μιλάει για την καμένη πόλη σα να κέρδισε μια παρτίδα σκάκι και χλευάζει έπειτα τους ηττημένους. Δεν έχει πατρίδα ούτε αυθεντική πίστη τον διακρίνει. Αναφέρει την πόλη και τους θεούς αλλά κερδίσει το δέον της τυπικότητας. Έμμεσα κομπάζει και άμεσα χλευάζει τους ηττημένους. Η Κλυταιμνήστρα θα πρέπει να νιώθει να καταρρέει κι ο τελευταίος ενδοιασμός για ό,τι θα επακολουθήσει. Κοιτάζει τον άντρα της να πιστεύει μοναχά στο σκήπτρο του αρχιστράτηγου και να κομπάζει εμφανώς για τη νίκη. Ωστόσο δείχνει να έχει ξεχάσει πως για χάρη αυτού του σκήπτρου θυσίασε την κόρη του Ιφιγένεια.
Το θέατρο σαν καλλιτεχνική πράξη συντελείται στο τώρα. Η ετεροχρονικότητα αυτή του λειτουργικού στοιχείου της παράστασης γίνεται κάθε μέρα σε κάθε πρόβα, εκτός από τις αρχικές αναγνώσεις του κειμένου, στις οποίες κρατάς τη σιγουριά της απόστασης ώστε απαλλαγμένος από τη συναισθηματικότητα του ήρωα, να μπορέσεις να δεις καθαρά τις εικόνες του έργου, τις συνθήκες μέσα από τις οποίες θα γυρέψεις την Απολλώνεια αρμονία, τις σχέσεις του ήρωα με τους άλλους ήρωες, τις καταστάσεις του, τη συμπεριφορά του ή ακόμα και «τον ρόλο που προορίζεσαι να ενσαρκώσεις, ολοφάνερα μπροστά στα μάτια σου». Στις υπόλοιπες πρόβες καθώς και στις παραστάσεις ο ηθοποιός θα εγκαταλείψει την ατομικότητά του και σε μια Διονυσιακή συνύπαρξη επαφής με την υπόλοιπη ομάδα θα εισέλθει στη μέθη των ψυχικών εκρήξεων για να μπορέσει να συναντήσει το δραματικό όραμα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εποχής και με την ηδύτητα που προορίζεται να συνοδεύσει μελωδικά τη λύρα ή την αόρατη παρτιτούρα του ρυθμού και της υπερηχητικής μελωδίας που βιωματικά την ακούει ο θεατής στα σύγχρονα ρεαλιστικά έργα της πρόζας. Κάθε παράσταση θα γίνει μια λειτουργία “θρησκευτική” κι ανεπανάληπτη. Κάθε μέρα η Κλυταιμνήστρα θα σκοτώνει με τον Αίγισθο τον Αγαμέμνονα, κάθε μέρα ο Ορέστης θα εκδικείται το θάνατό του, κάθε μέρα θα βγάζει τα μάτια του ο Οιδίποδας κι η Ηλέκτρα θα θρηνεί το χαμό του πατέρα της. Από την πλευρά αυτή βγαίνει το μεγαλύτερο μάθημα υποκριτικής. Η υποκριτική στηρίζεται στο Τώρα. Όταν κατέχεις αυτό ξέρεις, γνωρίζεις και κάποιους από τους τρόπους για το πώς παίζεται η κάθε σκηνή και στιγμή του έργου. Το βλέπεις σαν εικόνα μπροστά στα μάτια σου με τη δύναμη της φαντασίας και το ζεις καθημερινά με τη δύναμη της βούλησης και την απόλυτη συγκέντρωση στο παρόν του έργου, το κάνεις δικό σου στο βαθμό που σου επιτρέπει η σύμβαση, ώστε να μη σκοτώσεις το συνάδελφο που υποδύεται τον Αγαμέμνονα και να μην κρεμαστείς στ’ αλήθεια αν υποδύεσαι τον Ιούδα. Είναι μια διαδικασία που σε θέλει εκεί εκατό τοις εκατό. Το θέατρο για να προσελκύσει την προσοχή του θεατή χρησιμοποιεί τη δική σου συγκέντρωση, τη δική σου φαντασία, μ’ αυτήν θα διεγείρεις τη φαντασία και το συναίσθημα του θεατή. Μ’ αυτήν τη λειτουργική διαδικασία του ατέλειωτου Τώρα θα σπάσει το παραπέτασμα του σκοταδιού που σε χωρίζει από την πλατεία. Το ρεαλιστικό σκοτάδι που υπάρχει στην πλατεία από τα σβηστά φώτα, αλλά και το σκοτάδι απ’ το οποίο τον παίρνεις, υποθετικά τουλάχιστον, για να τον πας στο φως των μεγάλων συγγραφέων.
Τα θέματα του το θέατρο τα συλλέγει από το πανανθρώπινο, από το στοιχείο της ζωής εκείνο που αφορά διαχρονικά τη ζωή, αλλά και την εποχή στην οποία θες να μιλήσεις.
Το θέατρο είναι το σημείο που συναντιέται το μηδέν και το άπειρο, το νοερό σύνορο της ανθρώπινης υπέρβασης με το γήινο οριοθετημένο πεπρωμένο. Είναι η θεϊκή ποιότητα που συναντιέται με τη δυσβάστακτη ανθρώπινη μοίρα. Είναι η παρηγοριά του ανθρώπου στην αποτυχία της ατολμίας του, η άτροπος της ελευθερίας μέσα από την αυταπάρνηση του εαυτού για να υποδυθείς έναν άλλο, η λυτρωτική ενατένιση του κόσμου με τα μάτια των ηρώων, ο απόλυτος έρωτας της ταύτισης, που λειτουργεί με δυο όψεις. Διονυσιακά, αφού ταυτίζεσαι με τον άλλο, αλλά και με τη ενσυνείδητη λογική επεξεργασία της Σωκρατικής, όσο το δυνατόν, διαλεκτικής. Και δεν έχω παρά να συμφωνήσω με το Νίτσε πως ο Σωκράτης ανάγκασε σε φυγή το Διόνυσο κι αυτός ζήτησε καταφύγιο στα ύδατα των ωκεανών κι απ’ τα οποία μεταλάβαμε όλοι οι πιστοί του θεάτρου. Αλλά ας μην ξεχνάμε ο Διόνυσος αγαπούσε κι ο ίδιος την περιπλάνηση κι έψαχνε πάντα για νέους δρόμους και νέες πατρίδες και δεν μπορούσε ποτέ η φυγή να γίνει εξορία για έναν τέτοιο προαιώνιο ταξιδευτή. Από τις πατρίδες αυτές γύρισε πίσω με αλλιώτικο πρόσωπο και αλλιώτικα κρασιά,. ποτάμια κρασιού που ποτίζεται ο κόσμος. Το θέατρο στις μέρες μας δεν παίζεται με ένστικτο. Ο ηθοποιός μελετά καθημερινά τον άνθρωπο κι αναζητά τις βαθύτερες αιτίες των χαρακτηριστικών της ψυχής του, τον παρουσιάζει μεγαλύτερο κι ακριβώς τον ίδιο.
Το μήνυμα της κόντρας μεταξύ Σωκράτη και Διόνυσου μας φανερώνεται πολύ καθάριο. Ο Διόνυσος θα πω εγώ πως δεν εξορίστηκε, αναχώρησε για μια ακόμα πατρίδα κι ο Σωκράτης έχασε τη μάχη στο δικαστήριο των “Μαινάδων”, καταδικάστηκε σε θάνατο για να κερδίσει κι αυτός την αθανασία. Ήταν μια μάχη “θεατρική” και καλοστημένη από τις αμφικτιονίες των Δελφών και με την αρωγή των ιερέων του Απόλλωνα, αφού η Πυθία έδωσε το Σωκράτη σοφότερο του Ευριπίδη και του Σοφοκλή Τα νέα δαιμόνια που σκότωσαν το Σωκράτη, έντυσαν το θέατρο με την ηθική φιλοσοφία και το ενάρετο, το προετοίμασαν άριστα για την μετέπειτα αποικιακή του αποστολή και τις μετέπειτα εποχές. Άλλες ιδέες, άλλα ήθη, άλλη νοοτροπία θα συναντούσε και άλλους Θεούς, αφού οι άνθρωποι έχουν το ιδίωμα να τους αλλάζουν μαζί με τη συνείδησή τους. Πώς θα μπορούσε το Διονυσιακό όργιο να συνεχίσει να υπάρχει στις κοινωνίες του Μεσαίωνα; Πώς θα περνούσε από τα δικαστήριο των ιεροεξεταστών η τέχνη, αν κι εκείνοι οι βλοσυροί καρδινάλιοι δεν δάκρυζαν με τα θρησκευτικά δράματα; Είναι πλέον Ανθρώπινο και Συμπαντικό το θέατρο. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αφήσει μια τέλεια παρακαταθήκη από φιλοσοφία και τέχνη στην ανθρωπότητα, αν δεν υπήρχε η κόντρα ετούτη του Σωκράτη και του Διόνυσου. Ο Πλάτωνας έκαψε τα ποιήματά του για να ακολουθήσει το Σωκράτη, συμβολικά, αφού ο ποιητής γράφει συχνά υπνωτισμένος από τα οράματα του ασυνείδητου κι η φιλοσοφία θέλει τη μαθηματική λογική και ακρίβεια να κυριαρχεί. Ποιος μπορεί να φανταστεί τη ζωή χωρίς την τέχνη, και ποιος μπορεί να φανταστεί τη ζωή χωρίς φιλοσοφία; Το θέατρο είναι μύθος κι η φιλοσοφία σκέψη, από το πάντρεμα των δυο πηγάζει η μετέπειτα πλευρά και των δύο. Η κόντρα αυτή είναι η ίδια θεατρική πράξη του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας. Μ’ έναν θάνατο μονιάζουν οι δύο φατρίες και κάνει τους θεατές ν’ αναρωτιούνται αν προτιμούν το θάνατο για να κρατήσουν το δικαίωμα των καβγάδων ή την ειρηνική συνύπαρξη. Με το θάνατο του Σωκράτη μονιάζει το θέατρο με τη φιλοσοφία, γιατί ξέρουν καλά κι ο φιλόσοφος κι ο θεϊκός Διόνυσος πως «βάρβαροι» θα κατακλύσουνε πολλοί την ανθρωπότητα κι ο μόνος τρόπος να σωθούν είναι να μονιάσουν και πραγματικά αυτό έκαναν. Ο μύθος της σπηλιάς ήταν ίσως το πρώτο “προϊόν” ετούτης της ειρήνευσης από την πλευρά της φιλοσοφίας, αφού χρησιμοποιεί το στοιχείο της μυθοπλασίας. Από την πλευρά του θεάτρου είχαμε τις τραγωδίες του Ευριπίδη, του από σκηνής φιλόσοφου όπως αποκαλείται, ως πρώτο “προϊόν”. Ο θεατρικός μύθος ντύνεται με λόγο φιλοσοφικό κι ήταν αυτός ο δαμαλισμός του για να αντέξει στις ασθένειες των μετέπειτα αιώνων.