Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Σεπτέμβριο του 2021 στο Culture Book»

Συνεχίζουμε και στον μήνα Σεπτέμβριο 2021 τη δημοσίευση 7+1 διηγημάτων με ποικίλη θεματική, έκταση και τεχνοτροπία από πεζογράφους που έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονολογικά παρουσία στο πεδίο της αφήγησης. Στόχος μας παραμένει να αποτυπώνεται όλη η ποικιλομορφία της πεζογραφικής μας έκφρασης, όλες οι γενιές, κάθε δημιουργός που αφήνει με το προσωπικό του ύφος μία πολύτιμη ψηφίδα στο παλίμψηστο της ελληνικής λογοτεχνίας. Συνεχίζουμε λοιπόν με διηγήματα, μεγαλύτερα ή μικρότερα, μεγαλύτερων σε ηλικία συγγραφέων και νεωτέρων, με συχνότερη -ή και όχι- εκδοτική παρουσία διαμορφώνοντας το ιδιαίτερο, δικό μας, διηγηματικό Δίκτυο. Συμμετέχουν αλφαβητικά οι:  Bικτωρία Ανθοπούλου, Γιάννης Παππάς, Δώρα Κουγιουμτζή, Ευθύμιος Λέντζας, Χαρά Νικολακοπούλου, Αναστασία Πανταζοπούλου, Φανή Χούρσογλου, Ελπίδα Χοχλιούρου.
Καλή ανάγνωση!

Άννα Αφεντουλίδου

Bικτωρία Ανθοπουλου

Η τελευταία νύχτα

Εμείς…. (Άνοιξη 2016)

Το σακ βουαγιάζ δίπλα στην πόρτα είναι σχεδόν έτοιμο. Τρία πουλόβερ – ανάκατα διπλωμένα, δυο παντελόνια και ο φορτιστής του κινητού. Δεν χρειαζόταν τίποτε άλλο. Για πέντε μέρες ταξίδι σε οργανωμένο σπίτι και αυτά πολλά είναι. Της τελευταίας στιγμής δυό πράγματα λείπουν. Σε λίγες ώρες το σακ βουαγιάζ θα κλείσει, η πτήση θα φύγει και όλα θα τελειώσουν.

Η νύχτα πυκνή έχει πέσει από ώρα και το σπίτι είναι παγωμένο. Τέλος Μαρτίου, μα ο χειμώνας δεν έχει φύγει ακόμη. Εδώ, στα βόρεια, η Άνοιξη αργεί πάντα.

Στο σπίτι απλώνεται σιωπή. Μια σιωπή που πονάει. Αλήθεια πως μπορεί να πονάει η σιωπή;

Η φωνή σου διακόπτει τις σκέψεις μου.

-Είναι το τελευταίο βράδυ. Γιατί κάθεσαι έτσι χαμένος στις σκέψεις σου- έχεις κάτι;

Δεν απαντώ . Δειλιάζω να πω αυτά που με πνίγουν.

– Νομίζω πως ξέρεις σου είπα. Δεν μιλάς. Τα λεπτά περνούν αμείλικτα αργά.

-Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο μουρμούρισα. Θέλω να μιλήσουμε. Θέλω να σου πω τώρα. Εδώ, να με ακούσεις.

Τα είπα αυτά ή το φαντάζομαι;

Οι ώρες περνάνε. Κάθε λεπτό ένας αιώνας ολόκληρος.

Είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι μου αγκαλιά, όμως δεν βλέπω το πρόσωπο σου. Τα χέρια μου γύρω σου χαλαρά, νομίζω και λίγο παγωμένα. Κανείς δεν μιλάει. Κι όμως και οι δυο ξέρουμε. Το ξέρεις και το ξέρω και ΄γω. Υπήρχε πάντα αυτό μεταξύ μας. Δεν χρειαζόμασταν λόγια πολλά. Μια ματιά, ένα βλέμμα, μια σιωπή και είχαμε συνεννοηθεί. Το αόρατο νήμα που ενώνει ψυχές είναι πάλι εδώ, παρών, και αμείλικτα εύγλωττο.

Η νύχτα, προχωράει αργά . Είναι η μεγαλύτερη της ζωής μου όμως περνάει ανεπιστρεπτί σημαδεύοντας ανεξίτηλα τη μνήμη και την καρδιά μου.

Εγώ στο εδώ … ( Δεκέμβριος 2017)

– Σε τρεις μήνες και κάτι συμπληρώνονται δυό χρόνια το ξέρεις;

Σε ξάφνιασα; Νόμιζες ότι εγώ δεν έχω τέτοιες ευαισθησίες; Να μετράω το χρόνο; Να μετράω τις στιγμές που με πόνεσαν… που με πονάνε ακόμα; Υπάρχει μια αντίληψη ότι οι άντρες είναι σκληροί. Πρέπει να είναι σκληροί. Γαλουχήθηκαν έτσι από γενιές γυναικών και αυτό πέρασε στο DNA τους. Δεν είναι αλήθεια όμως . Ένα προσωπείο είναι μόνο. Ένας ρόλος που έμαθαν να παίζουν και φοβούνται χωρίς αυτόν.

Ήθελα καιρό να σου μιλήσω … από το καλοκαίρι … Ένιωσα ότι πέρασε αρκετός καιρός από τότε και μπορώ πια να αντιμετωπίσω μερικά από αυτά με τρόμαζαν. Από αυτά που σκεφτόμουν όλον αυτόν τον καιρό και δεν τόλμησα ποτέ να σου πω.

Ένιωσα ότι ο χρόνος έκανε τη δουλειά του και δεν είσαι πια απειλή. Απειλή για την δική μου κατασκευασμένη, ψεύτικη, καθημερινή ισορροπία. Μονοτονία θα έλεγα.

Ξέρω ότι νομίζεις ότι ο χωρισμός μας ήταν δική μου απόφαση και για αυτό δεν με πόνεσε. Πόσο λάθος κάνεις…

Δεν θα μάθεις ποτέ ολόκληρη την αλήθεια. Δεν θα μάθεις ποτέ πόσο πόνεσα και κυρίως πόσο ακόμη πονάω. Δεν θα μάθω ίσως ούτε εγώ ποτέ. Αυτό απαιτεί βαθιά βουτιά μέσα μου και μάλλον δεν έχω το θάρρος.

Σε φέρνω συχνά μπροστά μου στο σήμερα. Στο εδώ και στο τώρα. Δεν έχω δει φωτογραφία σου εδώ και καιρό . Ξορκίζω την εικόνα σου μήπως και την ξεχάσω. Δεν τα καταφέρνω. Ανεξίτηλα χαραγμένη στο υποσυνείδητο μου στοιχειώνεις τις νύχτες μου. Ξαναζώ τη νύχτα εκείνη που έμελλε να είναι η τελευταία μας. Μια νύχτα Άνοιξης από την οποία ξεκίνησε ένας χειμώνας. Ο χειμώνας μου.

Όσο το σκέφτομαι νομίζω ότι το ξέραμε και οι δυο ότι αυτή ήταν η τελευταία μας νύχτα . Δεν είπαμε τίποτε σχετικά, δεν μιλήσαμε. Ο καθένας κλεισμένος στο δικό του κόσμο , πάλευε με δαίμονες δικούς του, φοβισμένος ότι αν τους ελευθερώσει θα τον κατασπαράξουν. Θα κατασπαράξουν το είναι του και μαζί το «μαζί».

Σε κρατούσα σε μια παγωμένη αγκαλιά όλο το βράδυ χωρίς να μπορώ να σου εξηγήσω τι γίνεται μέσα μου. Τι αιώνια πάλη αντιμετώπιζα για άλλη μια φορά στη ζωή μου . Οι επιταγές της ζωής μου τα πρέπει και τα θέλω μου σε μια μάχη τιτάνων. Και εγώ αδύναμος θεατής τους.

-Είναι το τελευταίο βράδυ θυμάμαι μου είπες εκνευρισμένη. Γιατί κάθεσαι έτσι χαμένος στις σκέψεις σου έχεις κάτι; Αύριο θα φύγω και ποιος ξέρει πόσοι μήνες θα περάσουν για να με ξαναδείς. Αρνήθηκα την εσωτερική πάλη μου και σε καθησύχασα.

– Δεν έχω κάτι, νομίζω απάντησα.

Το σκοτάδι ήταν πυκνό έξω μα ακόμη πιο πυκνό μέσα μου. Σκέφτηκα να μην σου πω τίποτε από κοντά . Ίσως από το τηλέφωνο να ήταν πιο εύκολο. Όταν τα δακρυσμένα μάτια σου δεν θα με κοίταζαν, όταν δεν θα μπορούσες να απλώσεις τα χέρια σου να με ακουμπήσεις όταν η διαμαρτυρία θα είχε φιλτραριστεί μέσα από ένα καλώδιο του ΟΤΕ χιλιόμετρα μακριά τότε ναι… θα μου ήταν πιο εύκολο.

Δεν έχω και πολύ θάρρος τελικά, μάλλον δειλός είμαι. Ποιος όμως θέλει να το παραδεχτεί; Σε ποιον αρέσει; Νομίζω έτσι λειτουργούσα πάντα. Απέφευγα τα δύσκολα. Έλπιζα να λυθούν από μόνα τους τα θέματα, δεν τα αντιμετώπιζα. Τώρα θα αλλάξω; Είμαι σχεδόν 55 χρονών…

Εσύ…..στο εδώ (Δεκέμβριος 2017).

-Σε τρεις μήνες και κάτι συμπληρώνονται δυό χρόνια …. Δυο χρόνια από τότε που ξεκίνησε ο χειμώνας μου…

Ήλιοι και θάλασσες ήρθαν και πέρασαν και όμως εγώ κρυώνω συνέχεια… Δεν με πείραξε τόσο αυτό που έγινε όσο ο τρόπος που έγινε. Που δεν βρήκες το θάρρος να μου το πεις όσο ήμουν εκεί. Που δεν με κοίταξες κατάματα να μου πεις ότι δεν έχεις το θάρρος να παλέψεις για μας.

Φυσικά και σε θέλω, μου είπες κάποτε. Υπάρχει όμως κάτι που θέλω περισσότερο. Να μην διαταραχτεί η σχέση με το παιδί μου. Την κόρη μου. Ακόμη και αν αυτό που μου ζητάει με κάνει να νιώθω οδύνη δεν θα της πω ποτέ όχι .

Ανωριμότητα, δειλία, εξάρτηση; Όλα μαζί.

Ξέρεις πόσες φορές έχω ζήσει εκείνη την τελευταία μας νύχτα;

-Δεν έχω κάτι, απάντησες όταν σε ρώτησα τι συμβαίνει.

Δυό σώματα δεμένα σε μια ψυχρή αγκαλιά. Δυό σώματα παγωμένα χωρίς ζωή. Μια σχέση ήδη νεκρή. Ανομολόγητα συναισθήματα κρυμμένα. Είναι λίγες οι ώρες μέχρι να ξημερώσει…

Το αεροπλάνο με γύρισε σπίτι μου, στα παιδιά μου. Εκεί που ανήκω. Η σχέση που δημιουργήσαμε – σχέση από απόσταση- φόρτιζε για 8 ολόκληρα χρόνια τις μπαταρίες μας αλλά κανείς από τους δυο μας δεν είχε το θάρρος να της δώσει υπόσταση αληθινή. Να την κάνει σχέση ζωής. Να την κάνει τη «δική μας πραγματικότητα». Στην πρώτη εφηβική πεισμωμένη αντίδραση τινάχτηκε στο αέρα.

Ο ασκός με τους δαίμονες απελευθερώθηκε και με σάρωσε. Δεν έμαθες ποτέ τίποτε. Δεν το ήθελα. Άλλωστε είχες ξεκαθαρίσει την θέση σου.

Ξέρεις τι θέλω σήμερα πάνω από όλα; Θέλω να γυρίσω το χρόνο πίσω. Να ξαναζήσω εκείνη τη νύχτα με ειλικρίνεια. Σαν ενήλικη και όχι σαν φοβισμένο παιδί.

Λυτρωμένη από δαίμονες και από φόβους . Θέλω να ακούσω από το στόμα σου αυτά που γνωρίζω . Θα με βοηθήσουν. Θα πάψω να αναρωτιέμαι και να υποθέτω όπως κάνω δυο χρόνια τώρα, θα με βοηθήσουν να αρχίσω πάλι να ζω. Έχω ανάγκη να σε ακούσω να ομολογείς την αλήθεια. Το αποτέλεσμα δεν θα αλλάξει, θα αλλάξει όμως η εικόνα που έχω για μένα την ίδια. Είναι πολύ εύκολο να χάσει ένας άνθρωπος την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, στην κρίση του. Εγώ αυτό έπαθα. Ο πόνος δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος και εγώ χόρτασα από δαύτον….

Εγώ μια Άνοιξη …(Χρόνια μετά)

Το σακ βουαγιάζ δίπλα στην πόρτα είναι σχεδόν έτοιμο. Τρία πουλόβερ ανάκατα διπλωμένα, δυο παντελόνια και ο φορτιστής του κινητού. Δεν χρειάζεται τίποτε άλλο. Για πέντε μέρες ταξίδι σε οργανωμένο σπίτι και αυτά πολλά είναι. Της τελευταίας στιγμής δυό πράγματα λείπουν.

Σε λίγες ώρες το σακ βουαγιάζ θα κλείσει, η πτήση θα φύγει και όλα ίσως αρχίσουν ξανά. Πόσο καιρό μου πήρε; Μια ολόκληρη ζωή νομίζω. Να καταλάβω, να παραδεχτώ, να παλέψω και να νικήσω. Όχι τους δαίμονες, όχι άλλους ανθρώπους μα τον εαυτό μου τον ίδιο. Τους φόβους και τις ανασφάλειες που μια ζωή κουβαλάω.

Στην πορεία της ζωής, η μάχη με τον ίδιο μου τον εαυτό ήταν ότι πιο δύσκολο έχω κάνει ποτέ. Προσπάθησα να με πείσω πολλές φορές ότι έχω την δύναμη να επιβληθώ στον εαυτό μου. Ότι μπορώ να αλλάξω τα θέλω μου και να ζήσω μια ζωή ήρεμη χωρίς εντάσεις. Όμως κατάλαβα ότι απλά τόσα χρόνια δεν ζω. Γιατί τι άλλο είναι ζωή από το να ακούς την καρδιά σου και να ζεις για σένα τον ίδιο; Να έχεις ένα δικό σου μεγάλο πορτοκαλί ήλιο να φωτίζει τις παγωμένες μέρες σου;

Θέλω να προλάβω να ζήσω ξανά μέρες και νύχτες χωρίς χαλαρές αγκαλιές, και χωρίς σιωπές που πληγώνουν ανθρώπους.

Το τσιγάρο τελείωσε. Ρουφάω την τελευταία γουλιά άπληστα και χαμογελάω. Η τελευταία κρύα νύχτα του Μάρτη τελείωσε. Η πρώτη αχτίδα φωτός σπάει το απόλυτο μαύρο και χαρίζει ελπίδα σε όσους αφουγκράζονται το ξημέρωμα .Ένα αεροπλάνο με περιμένει. Ίσως και μια ζωή. Μια ζωή για μένα τον ίδιο. Αρκεί να μην ξεχάσω . Να μην ξεχάσω όσα τόσο δύσκολα έμαθα.

Κλείνω το σακ βουαγιάζ . Κλειδώνω την πόρτα και ξεκινάω. Καλημέρα ζωή! Έρχομαι…

Κουνελάκης Νικόλαος (1829-1869)/Η Ανδρομέδα δεμένη στους βράχους, Λάδι σε μουσαμά 94×73εκ 

Κουνελάκης Νικόλαος (1829-1869)/Σαλώμη, Λάδι σε μουσαμά 38×31εκ  

Γιάννης Παππάς

ΤΟ ΒΙΤΡΙΟΛΙ

Στην εποχή μου, γιατί είμαι και κάποιας ηλικίας, το βιτριόλι, όπως και το κινίνο, ήταν πολύ διαδεδομένα. Αν ήθελες να εκδικηθείς κάποιον επειδή δεν σε παντρευόταν ή από ζήλεια ή για κάποιον άλλον λόγο, του έριχνες βιτριόλι, κυρίως στο πρόσωπο για να μείνουν τα σημάδια για πάντα. Το σώμα το καλύπτει κάποιος το πρόσωπο όχι. Αν ήθελες να στριμώξεις τον γαμπρό για γάμο, έπινες κινίνο. Έτσι ήταν τότε.

Γεννήθηκα το 1950 στο Χαϊδάρι. Ερωτεύτηκα, παντρεύτηκα, κάναμε με τον άντρα μου δυο παιδιά, αλλά έμεινα χήρα νέα. Ο άντρας μου πέθανε από καρδιά, ξαφνικά, και έμεινα μόνη να μεγαλώσω δυο μικρά παιδιά στα 30 μου. Μέχρι τότε δεν δούλευα. Ο άντρας μου είχε καλή δουλειά. Ηλεκτρολόγος. Έπαιρνε εργολαβίες ολόκληρες πολυκατοικίες. Είχε συνεργείο με 15 άτομα. Πάνω στη σκαλωσιά έπαθε το έμφραγμα. Μέχρι να τον πάνε στο νοσοκομείο, έφυγε. Έτσι από τη μια μέρα στην άλλη έμεινα μόνη, ξεκρέμαστη με δυο παιδιά. Αναγκάστηκα να ξενοπλένω σκάλες και να καθαρίζω σπίτια για να μεγαλώσω τα παιδιά μου, να τα σπουδάσω και να τα κάνω καλούς και χρήσιμους ανθρώπους στην κοινωνία. Δεν είχα μάτια για άλλον άντρα. Κοίταγα μόνο τη δουλειά μου και τα παιδιά μου. Στα σπίτια που πήγαινα μου ρίχνονταν οι άντρες των γυναικών που με καλούσαν να τους πλύνω και να τους καθαρίσω, αλλά άπαξ και μου το έκαναν μια φορά δεν ξαναπήγαινα. Δεν ξέρω πως έμπλεξα με τον Αντώνη, μάλλον ερωτεύτηκα.

Ήταν κι ωραίος άντρας ο Αντώνης. Ψηλός, μελαχρινός, γεροδεμένος. Ομορφάντρας. Είχαν περάσει και δέκα χρόνια από τότε που πέθανε ο σύζυγος, τα παιδιά είχαν ξεπεταχτεί, με άλλον δεν είχα πάει και το αίμα μου έβραζε. Ίσως να ήταν η στιγμή που λένε. Παντρεμένος ήταν ο Αντώνης με δυο παιδιά κι αυτός. Όπου πήγαινα είχα καλές συστάσεις, γιατί δούλευα και δεν κοίταζα από δω και από κει. Με κάλεσε λοιπόν η γυναίκα του να δουλέψω σαν υπηρέτρια δυο φορές την εβδομάδα και μετά κάθε μέρα από το πρωί ως το βράδυ. Ήταν και ωραίος άντρας, όπως είπα και πριν, δεν ήθελε πολύ να γίνει το κακό.

Αυτός όλο θα χωρίσω και θα χωρίσω έλεγε για να είμαστε μαζί. Αγαπούσε τα παιδιά μου, τους έκανε δώρα, τα πήγαινε βόλτες, τους έλεγε ιστορίες. Τον πίστεψα, πίστεψα ότι θα χώριζε και θα ξαναέκανα οικογένεια. Μετά από τόσα χρόνια πίστεψα ότι μπορώ να χαμογελάσω και πάλι και να νοιώσω ευτυχισμένη. Τον έβλεπα ότι δεν τα πήγαινε καλά με τη γυναίκα του, νόμιζα πως ήθελε χρόνο και έκανα υπομονή.

Στο εξάμηνο επάνω μένω έγκυος, μου λέει να το ρίξω. Κλάμα και κακό εγώ, το ρίχνω και χωρίζουμε. Ένα μήνα μετά ξανά μαζί, δεν άντεχα χωρίς αυτόν. Και ξανά υποσχέσεις και ξανά θα χωρίσω, θα χωρίσω κάνε υπομονή να μεγαλώσουν τα παιδιά μου. Αυτή η ιστορία κράτησε 3 ολόκληρα χρόνια. Ώσπου μια μέρα, μας έπιασε η γυναίκα του και με έδιωξε κακήν κακώς από το σπίτι.

Που έχασα τη δουλειά μου ήταν το λιγότερο. Πήγε όμως και είπε παντού πως τα είχα με τον άντρα της και μετά δεν με έπαιρναν σε καμία δουλειά. Πεινάσαμε και ένιωθα ενοχές που πεινούσαν τα παιδιά μου, δεν με ένοιαζε για μένα. Είχα ένα θείο στην Αυστραλία, του έγραψα και αποφάσισα να πάρω τα παιδιά και να πάμε εκεί να ζήσουμε. Αυτός ούτε φωνή ούτε ακρόαση, σαν να μην ήμασταν ποτέ μαζί. Έκανα τα χαρτιά μου αλλά δεν πήγαμε ποτέ.

Την τελευταία μέρα μου στην Ελλάδα, όπως γυρνούσα από το νεκροταφείο που είχα πάει να ανάψω το καντήλι στον τάφο του άντρα μου, πετάχτηκε μπροστά μου μια γυναίκα. Είχε κρύψει το πρόσωπό της στην μπλούζα της σχεδόν ούτε τα μάτια δεν μπορούσα να δω και όπως έκανα να την κοιτάξω, μου πέταξε ένα υγρό που με πέτυχε στο κεφάλι ψηλά, πάνω απ’ το αυτί. Αυτό άρχισε να στάζει και να με καίει ως τον λαιμό και το στήθος. Άρχισα να ουρλιάζω από το τσούξιμο και τους πόνους, μου έφευγε η πέτσα, έλιωνε το δέρμα μου. Μαζεύτηκε κόσμος με πήγαν στο νοσοκομείο. Βιτριόλι είπαν… αμέσως κατάλαβα, αλλά σε ποιον να το πω;

Τότε δεν υπήρχαν πλαστικές, έμεινα έτσι. Έχασα την ακοή μου από το βιτριόλι που έπεσε στο αυτί μου και μέρος της όρασής μου. Το πρόσωπό μου είναι φρικτό, αποφεύγω ως και σήμερα να το βλέπω, φοράω συχνά μαντήλια στο κεφάλι για να μην φαίνομαι. Παίρνω μέχρι σήμερα ένα επίδομα αναπηρίας μικρό, δεν μπόρεσα να εργαστώ ξανά. Βγήκα από το νοσοκομείο μετά από 6 μήνες. Ήξερα ποια το είχε κάνει αλλά δεν μπορούσα να μιλήσω. Πήρα τα παιδιά μου πίσω από το ίδρυμα που τα είχαν βάλει και φύγαμε γρήγορα γρήγορα για την Πάτρα, όπου είχα κάποιους συγγενείς. 5-6 χρόνια μετά, για ένα μήνα, ερχόταν συνέχεια σπίτι ένας φάκελος με λεφτά, ανώνυμος. Στην αρχή δεν κατάλαβα. Ποιος ήταν αυτός που μου έστελνε ανώνυμα λεφτά;

Επικοινώνησα με μια γειτόνισσα στο Χαϊδάρι. Αυτή μου είπε ότι Αντώνης είχε κάνει και τρίτο παιδί με τη γυναίκα του. Πόσο ψεύτες θεέ μου είναι οι άνθρωποι. Και μένα μου έλεγε ότι θα χωρίσει και θα ζήσουμε μαζί. Έκανε κι άλλο παιδί με τη γυναίκα του που μαζί με μια φίλη της, με περίμεναν εκείνο το απόγευμα στη γωνία να με τιμωρήσουν. Εμένα όχι αυτόν. Λες και έφταιγα μόνο εγώ. Αυτός συνέχισε κανονικά τη ζωή του, σαν να μην είχε κάνει τίποτα. Τα λεφτά τα έστελνε αυτός για να εξιλεωθεί. Μόλις το έμαθα, δεν ξαναδέχτηκα ανώνυμο φάκελο ποτέ.

Οι γιοι μου σήμερα είναι μεγάλοι, έχουν δικές τους οικογένειες και παιδιά και ξέρουν μια διαφορετική ιστορία γιατί ντρέπομαι να πω την πραγματική. Ντρέπομαι να τους πω ότι πριν 5 χρόνια έμαθα ότι αυτός και η γυναίκα του, έχασαν και τα τρία τους παιδιά σε τροχαίο, γιατί θα είναι σαν να λέω ότι νιώθω δικαιωμένη που η ζωή πήρε κάτι και από αυτούς και τους πόνεσε, αλλά ποτέ δεν ευχήθηκα το κακό τους. Μην εύχεστε το κακό κανενός, κανένας άνθρωπος δεν αξίζει να μένει ανάπηρος.

§

 

Δώρα Κουγιουμτζή

ΤΟ ΦΙΛΙ

Τα χείλη του είχαν τη γεύση ελληνικού καφέ, μια μυρωδιά στις πτυχές τους κάτι σαν απομεινάρια από καϊμάκι. Έτσι είχε γίνει . Τους είχε πάρει ο ύπνος στον καναπέ του το προηγούμενο βράδυ, χωρίς να το επιλέξουν αφού είχαν κατεβάσει μισό μπουκάλι ουίσκι και χάθηκαν στα κοινά τους όνειρα πεσμένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Πετάχτηκαν σχεδόν τρομαγμένοι το επόμενο ξημέρωμα, γελώντας αμέσως μετά. Εκείνος έφτιαξε καφέ. Πρώτα ήπιαν τον καφέ τους και μετά την φίλησε. Ήταν το πρώτο και τελευταίο φιλί που πήρε απ΄τον μεγάλο έρωτά της ζωής της.

Από κει κι έπειτα το έψαχνε στους επόμενους. Όταν τα συναισθήματά της ήταν κάπως πιο έντονα σχεδόν το γευόταν, όμως ποτέ δεν βρήκε αντάξιό του.

Χρόνια μετά όταν βρισκόταν σε μια σχέση όπου τα χείλη του μύριζαν τσιγάρο, βίωσε την πρώτη της απώλεια. Δεν ήταν μικρή , ήταν όμως τυχερή και μέχρι τότε είχε δίπλα όλους τους αγαπημένους της, εκτός από κείνο το πρωινό… Το σπίτι τους γέμισε κόσμο. Άρχισε να ψήνει καφέδες, Ελληνικούς, όπως άρμοζε στην περίσταση. Η μυρωδιά τους γέμισε το σπίτι. Δίπλα πιατέλες με ολόφρεσκα και μυρωδάτα κουλουράκια λεμόνι, κανέλα, βανίλια. Κάθε φορά που σέρβιρε έναν καφέ ,σκεπτόμενη τον λόγο για τον οποίο το έκανε, έπιανε πίσω τα μαλλιά της (μην πέσει καμιά τρίχα) και βύθιζε το πρόσωπό της στις πιατέλες. Αυτές οι άλλες μυρωδιές σαν να ξέσφιγγαν το στομάχι της. Έψησε έναν και για την ίδια. Ελληνικό. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως δεν είχε πιει ποτέ από τότε, από κείνο το πρωινό, προτιμούσε τον Γαλλικό ή τον καπουτσίνο, έτσι νόμιζε τουλάχιστον. Με την πρώτη γουλιά κατάλαβε πως αυτό δεν ήταν επιλογή της , κατάλαβε πως τώρα έτρεχε στις πιατέλες για ν΄αποφύγει όχι μόνο την απώλεια αλλά και την θύμηση που εισέβαλλε μέσα της μετά από τόσα χρόνια τόσο έντονα και τόσο ορμητικά.

Γιατί; Πώς μπερδεύτηκαν; Πώς να συγκριθούν; πώς ήταν δυνατόν η ζοφερότητα ενός θανάτου να είχε σταθεί η αιτία για να ζωντανέψει η πιο όμορφη ανάμνησή της.

Έριξε πάνω της ένα μαύρο παλτό και βγήκε απ’ το σπίτι να πάρει λίγο αέρα, αν και δεν είχε σημασία τι φορούσε, τα κόκκινα σγουρά μαλλιά της ακύρωναν το πένθος της. Περπατούσε αργά παρόλο που βγήκε με φόρα, σταματούσε στις βιτρίνες , χάζευε τους περαστικούς ενώ δύο μορφές είχαν πιάσει θαρρείς από ένα τμήμα του εγκεφάλου της.

Κάθισε σ’ ένα παγκάκι, απέναντι κόσμος μπαινόβγαινε στο αγαπημένο της καφέ , απ΄τα παράθυρά του χάζευε τους θαμώνες, άλλοι ζευγάρια, παρέες , μόνοι, μελαγχολικοί, χαρούμενοι, ήρεμοι,… Σκεφτόταν τη γιαγιά της, την γλυκύτητα, την στοργικότητα, την ανημποριά της τον τελευταίο καιρό. Εκείνον, τα σγουρά του μαλλιά, τα μαύρα μάτια, το παράστημά του και τότε τον είδε. Δεν ήταν σίγουρη μετά από τόσα χρόνια. Σηκώθηκε και στάθηκε έξω απ’ το τζάμι. Η επιμονή της να κοιτάζει έναν πιθανότατα άγνωστο, τον έκαναν να γυρίσει. Μόλις τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν γέλασαν όπως εκείνο το πρωινό, επιβεβαιώνοντας ο ένας στον άλλον την ταυτότητά του.

Μπήκε μέσα, εκείνος σηκώθηκε ,έκανε ένα βήμα σαν να την καλωσόριζε. Σοβάρεψαν όταν βρέθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον, στάθηκαν ακίνητοι λίγη ώρα, φιλήθηκαν σταυρωτά . Περνώντας φευγαλέα απ΄το στόμα του… ζωντάνεψε η ύπαρξή του , η μυρωδιά, η γεύση του. Η γεύση του έρωτα που σκέπαζε αυτή του θανάτου και πάλι απ’ την αρχή…

Της χαμογέλασε τραβώντας της την καρέκλα. «Mυρίζεις Ελληνικό καφέ», της είπε.

Κουνελάκης Νικόλαος (1829-1869)/Γυναίκα που γδύνεται, πριν το 1858, Λάδι σε μουσαμά 63×52εκ

Κουνελάκης Νικόλαος (1829-1869)/Τρεις αδελφές της οικογένειας Μυντζανίδη, Λάδι σε μουσαμά 94×77εκ 

Ευθύμιος Λέντζας

Απολλιναίρ στο στόμα της νυχτερίδας

Βρήκα τη δημοσίευση στο Facebook. Είχα δυο βδομάδες στην Αθήνα και δεν είχα πάει σε καμία εκδήλωση. Μόλις δυο μέρες πριν, βρισκόμουν στα Σκόπια με τον Παστάκα. Προσκεκλημένοι από τον Μίτκο, συμμετείχαμε σ’ ένα φεστιβάλ ποίησης με τίτλο: 100.000 ποιητές για την αλλαγή – ποια αλλαγή δεν ξέρω. Στη Γευγελή μας υποδέχτηκε ο Μίλια. Κάναμε συνάλλαγμα στη μέση του δρόμου, από κάτι ταξιτζήδες – μαφιόζους. Ο Μίλια είχε δυο τεράστια μπλε μάτια και οδηγούσε το αυτοκίνητο σαν τρελός. Σταματήσαμε σε μια υπαίθρια καντίνα και αγόρασε ένα μπουκάλι κρασί που περισσότερο θύμιζε τσίπουρο. Έπινε και οδηγούσε, πίναμε κι εμείς. Ο δρόμος ήταν δικός του, ο δρόμος ήταν δικός μας. Λίγα σπαστά αγγλικά, πολλά χαμόγελα κι αμέτρητα τσιγάρα. Καθηγητής σε μουσικό σχολείο στα Σκόπια – άνεργος τώρα – με μακριά μαλλιά καλοχτενισμένα κι ένα τατουάζ στο μπράτσο με μια φωτιά κι ένα δράκο. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο στις έντεκα το πρωί. Ίδιος ουρανός με την Ελλάδα. Ίδια φτώχεια και πάρκα κλειστά και σκουριασμένες κούνιες. Ίδιος Βαρδάρης με τον Αξιό. Ένας γέρος καβάλα σε γαϊδούρι στη μέση του δρόμου, τραβούσε το κάρο φορτωμένο με φρούτα και λαχανικά. Σ’ ένα γκαράζ, ένας πιτσιρικάς άλλαζε λάστιχα σ’ ένα βρόμικο Ford. Από το Παλιό Παζάρι περάσαμε την Πέτρινη Γέφυρα για την Πλατεία Μακεδονίας. Βρεθήκαμε με την υπόλοιπη ομάδα του φεστιβάλ: Βούλγαροι, Σλοβένοι, ένας Ισπανός κι ένας Άγγλος αδύνατος με γκρίζα μαλλιά και τραγιάσκα. Ήταν μέρα με φως και αστεία που δεν τα καταλαβαίναμε αλλά γελούσαμε. Μια όμορφη Βουλγάρα με πράσινα μάτια με κρατούσε σε εγρήγορση. Ο Μίτκο, ήταν ένα σύνολο από φλέβες και κόκαλα, ουσίες κι οινοπνεύματα. Πόνταρα πως θα σωριάζονταν σε κάθε του βήμα – ο διάολος έμενε όρθιος στο τέλος. Φάγαμε σούπα, κάτι σαν τον πατσά που φτιάχνουμε στην πατρίδα, παραγγείλαμε μπίρες τοπικές και χύμα κρασί. Ο Alen, έσκασε μύτη με πατερίτσες. Ο πιο παράξενος τύπος που γνώρισα στα Σκόπια. «Μεγάλοι Έλληνες ποιητές», έτσι μας αποκάλεσε. Την ώρα που μια μέλισσα είχε καρφωθεί στο δάχτυλο του Παστάκα. Έβαλε πάγο, το έτριψε με δυόσμο και βασιλικό∙ ένιωσε καλύτερα.

Η εκδήλωση θα λάμβανε χώρα το ίδιο βράδυ: «Ποίηση στην εποχή της εκποίησης», κάπως έτσι ήταν ο τίτλος, στην Πύλη 82 στον Κεραμικό. Έπινα τον καφέ μου στο Little tree books κοντά στο Κουκάκι. Η Αθανασία από την Κόρινθο είδε την αντίδρασή μου στη δημοσίευση και μ’ ένα μήνυμα στο μέσεντζερ με παρότρυνε να πάω. Θα γνώριζα κόσμο, θα μου έκανε καλό – τι καλό δεν ήξερα… Διάβαζα ποιήματα του Απολλιναίρ – κρατούσα σημειώσεις στο τετράδιο∙ υπογράμμιζα την παρουσία μου. Δίπλα μου κάθονταν δυο καλοντυμένες κυρίες, γύρω στα τριάντα πέντε με σαράντα χρονών – η γυναίκα στα καλύτερά της. Διχτυωτό καλσόν, υφασμάτινο παντελόνι κι ασορτί σακάκι. Ερεθισμένο μεσημέρι για τα μάτια μου. Έβλεπα τα χείλια τους ν’ ανοιγοκλείνουν σαν ουρανοί και στη μέση εγώ να τρυπώνω λίγο – λίγο στον παράδεισο. Παρήγγειλα μια παγωμένη μπίρα σε ποτήρι για 4,5 ευρώ. Ένιωθα όμορφος και δυνατός, με στήθος θάλασσα και πέταλα στα πόδια. Κάπνιζα κι έπαιζα με τη σερβιτόρα, που ήταν επίσης όμορφη και δυνατή, με κοραλλένιο στόμα κι βλέμμα βυθού. Είδα μια γυναίκα απέναντί μου, μελαμψή με μάτια σχιστά, θήλαζε το μωρό της και κανείς δεν πρόσεχε αυτό το ολοζώντανο στήθος, το γεννημένο από πέτρα και γη. Φυσούσε αέρας τρυφερός, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν και ανταλλάξαμε δυο ειλικρινή χαμόγελα, σαν να έδινε υπόσχεση ο ένας στον άλλον ότι όλα στο τέλος της μέρας θα πάνε καλά. Οι καλοντυμένες κυρίες είχαν τελειώσει το κρασί τους και ζήτησαν λογαριασμό. Μίλησα με τον Κλεάνθη στο τηλέφωνο∙ συνέβαινε σπάνια. Δεν είχε αλλάξει τίποτα στη Λάρισα, μου είπε πως ήταν καλά και μ’ αγαπάει πάντα. Έδωσα άλλα 4,5 ευρώ κι απόλαυσα μια δεύτερη μπίρα. Ο ίσκιος από τις μουριές φάνηκε φιλικός μαζί μου. Η κοπέλα με το μωρό, παρήγγειλε μια σαλάτα με ρόκα, μπουκιές από ψημένο κοτόπουλο, βραστό αυγό και μαγιονέζα. Το πρόσωπό της ήταν απαλό σαν μια νύχτα στη θάλασσα.

Έφτασα με το μετρό στην πλατεία Καραϊσκάκη, ώρα οχτώ και μισή το βράδυ. Απ’ το Μεταξουργείο περπάτησα μέχρι την Πύλη 82 στον Κεραμικό. Πέρασα ανάμεσα από μπουρδέλα, εγκαταλελειμμένα κτίρια με κίτρινες και κόκκινες κορδέλες, γάτες πηδούσαν απ’ τα παράθυρα και κάναν μακροβούτια σε κάδους απορριμμάτων. Τα στενά βρωμοκοπούσαν φτώχεια και κάτουρο. Έβλεπα μαύρες γυναίκες με πολύχρωμα φορέματα, γόνατα χτυπημένα, χείλια πρησμένα – μαύρα κατάρτια στην άσφαλτο. Κρατούσα τη ζωή σαν την ανάσα μου. Τα πρώτα τραπέζια είχαν κιόλας γεμίσει. Μπήκα φορτωμένος με θάνατο, μα με μια λαχτάρα και δίψα για ζωή. Κατάπια γρήγορα το πρώτο Jameson. Έπειτα, όλα έγιναν σαν να είχανε κιόλας συμβεί∙ ήταν όλες οι νύχτες από εδώ και πέρα… Ήταν όλα τα μάτια και τα χέρια μου. Γυμνός σαν βρέφος σ’ ένα κήπο με αγάλματα∙ ντύθηκα το σώμα μου με χώμα∙ ήταν το σώμα μου από εδώ και πέρα, το στόμα της νυχτερίδας.

Πανταζής Περικλής (1849-1884)/Λαγός, π. 1875-1877, Λάδι σε μουσαμά, 61×95εκ.

Χαρά Νικολακοπούλου

Η Φωνή

Το τηλεφώνημα που δέχθηκε η Χλόη εκείνο το παράξενο πρωινό δεν ήταν σαν τα άλλα, αλλά αυτό δεν το κατάλαβε αμέσως. Μια γυναικεία φωνή αδιάφορη και άχρωμη, ίσως λίγο σκληρή, ίσως…ίσως…. κάπως ξεψυχισμένη , κάτι της θύμιζε – αλλά τι;- ακούστηκε από την άλλη πλευρά του σύρματος.
-Είναι κανείς εκεί;
-Ποιον ζητάτε; είπε η Χλόη.
-Είναι κανείς εκεί; επανέλαβε η φωνή.
-Τι ζητάτε;
-Τι ζητάτε; ακούστηκε σαν ηχώ. Εσάς ζητώ! Εσάς ζητώ!
-Ποια είστε;
-Ποια είστε; Ποια είστε; Εσείς ποια είστε;
«Κάποιος μου κάνει πλάκα, όρεξη έχουν πρωί πρωί,» σκέφτηκε η Χλόη και βιάστηκε να κατεβάσει το ακουστικό.
Μηχανικά έριξε μια ματιά στην οθόνη του ακουστικού που είχε καταγράψει το νούμερο. Εκεί έπαθε το πρώτο σοκ. Το νούμερο που την είχε καλέσει ήταν το δικό της! Κάποιο λάθος θα έγινε, σκέφτηκε και ξέχασε το συμβάν.
Κατά τις δώδεκα όμως η «κάπως σαν χωρίς ζωή φωνή» ξανακάλεσε.
Η Χλόη κοίταζε τη συσκευή που κουδούνιζε με το δικό της νούμερο στο καντράν, σαν να έβλεπε εξωγήινο να ποτίζει τις δικές της γλάστρες. Αρνιόταν να το σηκώσει, μα το καταραμένο ντριντρίνιζε σαν τρελό, δέκα είκοσι, είκοσι πέντε φορές. Στο τέλος νίκησε η περιέργεια.
– Παρακαλώ…
-Παρακαλώ….. παρακαλώ…. παρακαλώ…
-Ποιον θέλετε; Ποια είστε;
-Ποια είστε; Ποια είστε; Εσείς είστε! Εγώ είστε! Εγώ είμαι. Εσύ είμαι!
«Χριστέ μου, έπεσα σε τρελή», τρομοκρατήθηκε η Χλόη. «Ξένη θα είναι, ούτε σωστή γραμματική δεν ξέρει. Ίσως δεν είναι καν ελληνίδα.» Όμως η προφορά της άγνωστης φωνής δεν συνηγορούσε σε κάτι τέτοιο!
Καθώς τα γιουβαρλάκια είχαν ήδη ολοκληρώσει την ζεματισμένη κούρσα τους στην κατσαρόλα, ντύθηκε βιαστικά και πήγε στο κατάστημα του ΟΤΕ της περιοχής της . Ο υπάλληλος σίγουρα την πέρασε για τρελή όταν του είπε πως κάποιος της τηλεφωνεί από το δικό της νούμερο, αλλά δεν εξωτερίκευσε τις απόψεις του.
-Αυτό δεν είναι δυνατόν, είπε μόνο ξεψυχισμένα. Μήπως κάνετε κάποιο λάθος; Μήπως κάποιος αριθμός διαφέρει, έστω ένας, και δεν τον είδατε καλά;
Βρε λες να;…., σκέφτηκε η Χλόη κι έφυγε ντροπιασμένη. Τόσο λάθος έκανα;
Με την ψυχή στο στόμα, γύρισε στο σπίτι, έτρεξε προς τη συσκευή, πάτησε το κουμπί αναγνώρισης κλήσης, όχι, δεν έκανε λάθος, το νούμερο ήταν το κατάδικό της!
Και τώρα σε ποιον να το πει αυτό που της συμβαίνει; Ότι μια άγνωστη καλεί από το δικό της νούμερο και τη ρωτάει ποια είναι;

Η Χλόη δεν είχε καταλάβει ακόμη ότι στον παράξενο πλανήτη που είχε έρθει να κατοικήσει πριν 65 χρόνια- μπορεί να είχε ξαναέρθει αλλά δεν το θυμόταν- οι άνθρωποι συχνά μιλούν στον εαυτό τους και ακόμα πιο συχνά δεν τον αναγνωρίζουν. Συνέχισε λοιπόν να δέχεται τα τηλεφωνήματα της άγνωστης γυναίκας μ’ έναν ενδόμυχο φόβο πως έχει τρελαθεί ενώ μια παράξενη αδημονία – θα το έλεγες και μικρή ευτυχία- την κατέκλυζε γιατί επιτέλους κάποιος την αποζητούσε, κάποιος είχε χρόνο και αυτιά γι’ αυτήν και μόνον.
Μια φορά μάλιστα που έπιασε και κατέγραψε το τηλεφώνημα, αναγκάστηκε, αρκετά απρόθυμα είναι η αλήθεια, να παραδεχτεί ότι η άγνωστη φωνή έμοιαζε κάπως με τη δική της. Αδιάφορη και άχρωμη, λίγο σκληρή και κάπως σαν χωρίς ζωή.
Έτσι αποφάσισε ότι το μόνο που της έμενε να κάνει είναι να πάει για ψώνια. Μια καινούρια βιοτεχνία ρούχων και εσωρούχων είχε ανοίξει δυο δρόμους παρακάτω με ελκυστικές προσφορές.
Αφού ψώνισε ικανές ποσότητες ρούχων και εσωρούχων που θα της έφταναν μέχρι τα βαθιά της γεράματα, κάθισε να πιεί έναν καφέ. Αργότερα πέρασε από το πάρκο και αναθάρρησε όταν είδε έναν γερούλη να ταΐζει τα περιστέρια και να τους μιλά τρυφερά.
«Να ένας ακόμα παλαβιάρης», σκέφτηκε. Και του έσκασε ένα μεγάλο χαμόγελο.
Ξεκίνησε με βήμα γοργό προς το σπίτι μήπως χτυπήσει το τηλέφωνο κι εκείνη έλειπε….

Πανταζής Περικλής (1849-1884)/Τοπίο σε παραπόταμο του Σηκουάνα, κοντά στο Παρίσι (1872), Λάδι σε μουσαμά, 35×46εκ.

Αναστασία Πανταζοπούλου

Η ωραία Άρτα

 

“Εγώ είμαι από την Άρτα. Δεν έχω συγγενείς στη Θεσσαλονίκη. Πρόσφατα ήρθα στην πόλη. Δεν γνωρίζω τους ανθρώπους που λέτε. Είμαι από την Άρτα!”
Σταμάτησε να μιλάει, πριν γίνει η ταραχή εμφανής στη φωνή της. Έπρεπε να γίνει ξεκάθαρο ότι είναι από την Άρτα, ότι δεν έχει σχέση με κανέναν. Ότι δεν τη γνωρίζει κανείς. Ότι δεν είναι καμία. Και, φυσικά, δεν είναι η Μαρία Σιδηροπούλου.
Όμως ήταν.
Ναι ρε, είμαι! Είμαι η Μαρία η Σιδηροπούλου, του Σιδηρόπουλου, του καθηγητή της ιστορίας. Αυτού που δίδαξε τα παιδιά σας, όπως κι εμένα, ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή. Όμως εγώ ντρέπομαι.
Ναι ρε, ντρέπομαι!
Όχι, δεν ντρέπομαι! Είμαι περήφανη που με τόση ανεργία βρήκα μια δουλειά κι έχω ένα φράγκο να δώσω στα παιδιά μου. Αρνούμαι να φορέσω το ρούχο της ντροπής, όμως έχει κολλήσει και επικρατεί επάνω μου! Σας ακούω, μην κρύβεστε, όλοι φωνάζετε: η δουλειά δεν είναι ντροπή!
Είστε σίγουροι;
Φαντάζομαι, στο γιορτινό τραπέζι, ανάμεσα στους φίλους σας, πάντα υπάρχει ένας χαμάλης. Ή μια καθαρίστρια. Και, φυσικά, θα ερωτευόσασταν έναν κλητήρα ή το παιδί του φωτοτυπικού. Κι ανάμεσα στις φίλες σας είναι μια πουτάνα επαγγελματίας. Κι αυτή, όπως και η κυρία Παπαδοπούλου, πηδιέται με τον κύριο Παπαδόπουλο. Κι ο κύριος τις πληρώνεις καλά και τις δύο. Φυσικά, αφήνει σε διαφορετικό σημείο τα χρήματα. Για την πουτάνα, τα αφήνει στο κομοδίνο διπλωμένα, για να μην φαίνεται ότι δεν άφησε κάτι παραπάνω. Ίσα ίσα πάντα, τσιγκούνικα. Για την κυρία, στην κονσόλα, στο χωλ, απλωμένα, να φαίνεται πως είναι πολλά, για να μην έχει γκρίνια.
Είναι σίγουρο, έτσι κάνετε!
Ωραία, το ξεκαθαρίσαμε κι αυτό. Άρα έχουμε μέχρι τώρα:

1. Δεν είμαι η Μαρία Σιδηροπούλου.
2. Η δουλειά δεν είναι ντροπή, εσείς το είπατε.

Η δουλειά, στην Ελλάδα του 2021, δεν είναι μία ντροπή, είναι πολλές. Είναι αρρώστια, επικίνδυνη και κολλητική, αντικείμενο μελέτης πολλών επιστημών, αλλά και του ΟΑΕΔ. Εκεί, στις ουρές που έγιναν ηλεκτρονικές, γιατί τώρα, λέει, εκτός από την ανεργία, είναι κολλητικός και ο κορωνοϊός. Σ’ αυτές τις ουρές, που ο καθένας κουβαλάει τη σκιά των ανθρώπων που περιμένουν μαζί του, λίγα χρήματα για φαγητό, λογαριασμούς κι έναν φρέντο για τη βόλτα στο πάρκο. Ακόμη κι έτσι όμως, αυτός που βρίσκει δουλειά πώς να φύγει από την ουρά και να αφήσει πίσω αβοήθητους τους συνοδοιπόρους τού τίποτα. Τους αναξιοπαθούντες, που ζουν με το βοήθημα κάποιων ελεημόνων φίλων, συγγενών και λοιπών γνωστών. Ένα πλήθος ανθρώπων, ευρέως φάσματος ηλικίας, μόρφωσης, δεξιοτήτων και βιογραφικών. Βιογραφικά από εκείνα που καταθέτουν οι υποψήφιοι εργαζόμενοι σε μεγάλες κόλες αναφοράς, όπως κάποτε οι θαμώνες της μοναξιάς στα γραφεία συνοικεσίων.
Πώς να παραδεχτώ ότι είμαι η Μαρία Σιδηροπούλου από την όμορφη Πλατανιά; Αφού Μαρία Σιδηροπούλου είναι μία μορφωμένη γυναίκα, με πτυχίο στα οικονομικά, αγγλικά, γαλλικά και πιάνο. Μεγαλωμένη με φροντίδα, με ανέσεις και αγάπη.
Σήμερα η Μαρία Σιδηροπούλου εργάζεται ως κλητήρας, βοηθός του βοηθού, μεταφέρει χαρτιά στο κατάλληλο γραφείο, σε μια μεγάλη εταιρεία, και παραδίδει τους καφέδες που έφερε το ντελίβερι σέρβις της γειτονιάς. Σίγουρα είμαι μία άλλη γυναίκα από την Άρτα, και δεν έχω ακούσει ποτέ τα κελαρίσματα και τα κελαηδίσματα της υπέροχης Πλατανιάς. Γιατί αυτήν τη δουλειά, που δεν είναι ντροπή, θα μπορούσε να την κάνει ένας άλλος άνθρωπος, με πολύ λιγότερα προσόντα, κι εγώ την κλέβω, εγώ που είμαι άνεργη τόσο πολύ καιρό, που δεν θυμάμαι πια πώς είναι να έχεις ένσημα και φορολογητέο εισόδημα. Που δεν μπορώ να δικαιολογήσω στην εφορία ούτε το σπίτι μου ούτε και το παλιό μου αυτοκίνητο. Περιουσιακά στοιχεία από μία άλλη εποχή, μακρινή, ίσως αποκύημα φαντασίας ή παραμυθίας. Δεν μπορώ να δικαιολογήσω το σπίτι που έχτισε ο πατέρας μου, πληρώνοντας τότε όλα όσα όφειλε, ένσημα, φόρους και τα λοιπά. Τότε ήταν όλα νόμιμα, τώρα άλλαξε γνώμη η κυβέρνηση και θέλει κι άλλα, και μια και τότε είχαμε χρήματα, πριν από τουλάχιστον τριάντα χρόνια, άρα έχουμε και τώρα, ή μάλλον πρέπει να έχουμε, γιατί αυτό εξυπηρετεί τη σημερινή κυβέρνηση. Έτσι, έχω καταστεί εγώ αδικαιολόγητη που δεν έχω εισόδημα, ενώ έχω ένα σπίτι για να ζήσω με την οικογένειά μου· τον σύζυγο και τα δύο παιδιά, δύο παλικάρια που, όταν θα πάνε φαντάροι, θα υπερασπιστούν την πατρίδα μας, άρα και όλους αυτούς που μας έχουν καταστήσει αδικαιολόγητους και άνεργους.

Αχ! τι με κάνετε! Αχ! Πώς να παραδεχτώ ότι είμαι η Μαρία, εκείνη που είχε καλή δουλειά, με μεγάλο μισθό και προοπτικές εξέλιξης στην εταιρεία που κατάπιε η κρίση και τα μνημόνια, αφήνοντας πίσω περίπου πενήντα ανέργους κι αντίστοιχα πενήντα οικογένειες με αποπνικτικές αγωνίες για το αύριο. Από όλους αυτούς πιο πολύ σκέφτομαι τον Αλβανό που είχαμε και τον φωνάζαμε Γιώργο. Ήμουν υπεύθυνη στο λογιστήριο και είχα δει τα χαρτιά του, εγώ και το αφεντικό. Προσπάθησα να του διαβάσω το συνονθύλευμα από σύμφωνα που υπήρχε για όνομα. Το αφεντικό με διέκοψε και του είπε: “Γιώργο, θα σε φωνάζουμε Γιώργο, το καταλαβαίνεις;” Φυσικά και καταλάβαινε. Εκείνη την εποχή οι Αλβανοί τα έκαναν όλα, τα δέχονταν όλα, για να γίνουν μέρος της γενικής ευδαιμονίας που επικρατούσε στην Ελλάδα, σε αντίθεση με τη χώρα τους. Αυτόν σκέφτομαι συχνά. Πότε; Όποτε σκέφτομαι τον μισθό μου, που είναι μικρότερος από εκείνον του Γιώργου. Αναρωτιέμαι αν είναι από τους Αλβανούς, τους λίγους, που παρέμειναν στην Ελλάδα, αν ακόμη εργάζεται και τι μισθό έχει.
Σ’ αυτήν τη χώρα, που όλες οι βιοτεχνίες έκλεισαν, που δεν απόμειναν παραγωγικές μονάδες και ανοίγουν μόνο μαγαζιά που πουλούν καφέ, πώς καταφέρνουν και επιβιώνουν τόσοι άνθρωποι; Πόσο καφέ πίνουμε, ώστε να επιβιώνουν τόσα μαγαζιά, να τρέφονται και να τα καταφέρνουν τόσοι άνθρωποι; Ή μήπως έχουμε απαρνηθεί τις βασικές ανάγκες που θεωρητικά καλύπτει η εργασία μας. Γιατί άλλο να δουλεύεις για οκτακόσια κι άλλο για πεντακόσια ευρώ. Άλλα νούμερα δεν θέλω να σκέφτομαι ότι υπάρχουν.
Έκλεισε η εταιρεία που δούλευα και, όποτε βρίσκω, κρατάω τα λογιστικά βιβλία μερικών, λίγων, μικρών καταστημάτων. Κάνω και φορολογικές δηλώσεις, όταν χρειάζεται. Όλα μικρά, λιγοστά και μίζερα. Όμως, τόσο σημαντικά και ως απασχόληση και ως έξτρα εισόδημα για την οικογένεια, που τα περιμένω κάθε φορά με μεγάλη αγωνία. Ευτυχώς οι φορολογικοί νόμοι αλλάζουν διαρκώς και γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί, που ο μέσος πολίτης δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθεια ενός επαγγελματία. Έτσι, συνεχώς εμφανίζονται νέοι πελάτες, ενώ εγώ έχω βρεθεί να παίρνω όλο και λιγότερα χρήματα από όλο και περισσότερους ανθρώπους. Χρήματα απαραίτητα για το σπίτι, μια κι ο μισθός μου είναι μικρότερος και από του Γιώργου, του Αλβανού. Αξεπέραστες εποχές, που τα χρήματα έρεαν ανεμπόδιστα κι όποιος πρόλαβε κι ό,τι πρόλαβε, έφαγε. Έτσι, μαζί τα φάγαμε και τα ψωμιά και τα ψίχουλα.
Μισθός μικρός, αλλά σταθερός και με ένσημα, άρα πολύτιμος κι αναντικατάστατος για μια κυρία ετών πενήντα τρία που θα χρειαστεί να πάρει σύνταξη, όση κι αν είναι αυτή, στο μέλλον.
Όλα αυτά γυρίζουν στο κεφάλι μου με ιλιγγιώδη ταχύτητα κι ανάμεσα στις λέξεις και τους αριθμούς ξεπηδάει η Άρτα, γραμμένη σε φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει. Είναι μια πόλη που δεν έχω επισκεφτεί ποτέ κι ούτε με συνδέει κάτι, οτιδήποτε, μαζί της. Δεν ξέρω αν αυτό έπαιξε ρόλο στην επιλογή να την αναφέρω ως καταγωγή, έστω και υποσυνείδητα. Ίσως έχει κάποια σχέση με την ντροπή που νιώθω. Ναι, ντρέπομαι, παρόλο που, όταν βρήκα αυτή τη δουλειά κι αποφάσισα να πάω, ένιωθα γενναία. Νόμιζα πως, μέσα στις ματαιώσεις της οικονομικής κρίσης, αναλογίστηκα τις ανάγκες του σπιτιού κι έπιασα μια έντιμη δουλειά, κατώτερη φυσικά των ικανοτήτων και των προσδοκιών μου, αλλά ικανή να συμβάλει έστω με ελάχιστα χρήματα στα έσοδα του σπιτιού. Γιατί τα έξοδα είναι πολλά κι όλα δεν τα αντέχει η πλάτη του άντρα μου. Έτσι τα έφερε η ζωή και δεν ρώτησε κανέναν. Κι εγώ, καθώς κουβαλώ ό,τι χρειάζεται από το ένα γραφείο στο άλλο, αναρωτιέμαι τι κάνω, πού πάω και πότε θα επισκεφτώ την όμορφη Άρτα. Τη νέα μου πατρίδα.
Κι όποιος λέει ότι η δουλειά δεν είναι ντροπή, έχει δίκιο! Ντροπή είναι ο νέος τρόπος ζωής μας, τώρα, που χάθηκε κάθε δικαίωμα του μέσου εργαζομένου. Κάθε δυνατότητα για μια έστω απλή, αλλά ήρεμη ζωή.

Πανταζής Περικλής (1849-1884)/Δάσος, Λάδι σε μουσαμά επικολλημένο σε ξύλο 25×32εκ.

Φανή Χούρσογλου

Ευσεβής πόθος

Δεν είχα δει και με το καλύτερο μάτι την έναρξη της σχολικής μου σταδιοδρομίας. Πολλές ευθύνες, πολύ διάβασμα και τραγικά ελάχιστος ο χρόνος για παιχνίδι. Γκρίνιαζα όσο να ΄ναι στη μαμά μου, μα εκείνη πάντα μου έλεγε να κάνω υπομονή.

Τα ΄βαζα κάτω, μέτραγα – είχα ήδη κουτσομάθει να μετράω – μα δεν με βγάζαν καν τα δάχτυλα των δύο μου χεριών. Έξι χρονάκια το δημοτικό, βάλε άλλα τρία συν τρία, έπειτα άλλα τέσσερα, να μην σου πω και πέντε, ύστερα δύο ο στρατός, πες και με κάποια αναβολή, κότσαρε καμιά πρακτική ή κάνα αγροτικό, άκρη στο τούνελ δεν φαινότανε κοντά.

Οι ώρες δεν περνούσαν ώσπου να χτυπήσει το λυτρωτικό κουδούνι, το ίδιο και οι μέρες – εκτός βέβαια απ΄τις καλοκαιρινές, που γλίστραγαν ειρωνικά σαν γάργαρο νεράκι. Μα η μαμά μου έλεγε να κάνω υπομονή. Τον φάγαμε το γάιδαρο μου έλεγε συχνά, και λίγες τρίχες ξέμειναν στην άκρη της ουράς του.

Κι έφαγα το δημοτικό, κατάπια το γυμνάσιο, αμάσητο το λύκειο κι αχώνευτη η σχολή, με την τσατσάρα μέτρησα το χρέος στην πατρίδα, κι ακόμα είχα διάθεση να κάνω κάτι τις. Μα έπεσα ο καψερός σ΄αυτή τη μαύρη κρίση κι έπρεπε για το βιος μου να δουλέψω σαν σκυλί, κι ας ψόφαγα για δυο χαρές και τρία πανηγύρια.

Χάζευα το πτυχίο μου στην ξύλινη κορνίζα, θαρρούσα κάποιου άλλου ήταν οι περγαμηνές. Εγώ ανθρωπάκι, μια σταλιά, ένας υπαλληλίσκος, που τ΄όνομά μου ουδέποτε έμαθε αφεντικό. Η μάνα, που με πόναγε η δόλια, τι να πει; Κάνε παιδί μου υπομονή, περαστικό κι αυτό. Εσύ κοίτα το στόχο σου, φασούλι το φασούλι, κάποτε όσα επιθυμείς θε να τα καρπωθείς.

Εγώ ανάσες ξέκλεβα, βουτούσα το κεφάλι, σιχτίριαζα την τύχη μου κι έκλαιγα το μυαλό μου, που είχε πια μισοκαεί απ΄τη ρουτίνα μιας ζωής μες στο συμβιβασμό. Σχεδόν ούτε κατάλαβα πως βρέθηκα μπλεγμένος, με σύζυγο και δυο παιδιά να τρέχω σαν τρελός.

Οι φόροι με τσακίζανε, τα έξοδα πλεονάζαν, είχα τη γκρίνια της κυράς κι οι κόρες θέλαν λούσα, ενώ έσφιγγα τα δόντια με της μάνας την ευχή. Κάποτε αυτός ο μπόμπιρας, που έσφυζε από ζωή, επέστρεφε στον ύπνο μου και με περιγελούσε.

Πώς θα ΄θελα ποδήλατο να κάναμε παρέα, όμως εκείνος ξέφευγε, χωρίς βοηθητικές, κι εγώ ξωπίσω πλαδαρός και καταϊδρωμένος λαχάνιαζα ανήμπορος να βγάλω μια στροφή.

Το ξυπνητήρι τσίριζε κι εγώ πάντοτε απίκο. Με τρέχαν Μαραθώνιο οικείοι και γνωστοί, μα ακόμα κι αν τερμάτιζα, στεφάνι γαϊδουράγκαθα αυτοί θα μου φορούσαν.

Όμως το είχα πάρει για καλά ύψιστη εργολαβία να υπακούω στην πάγια της μητρός μου συμβουλή. Μία ζωή να κυνηγώ αλλότριες απαιτήσεις και να παίρνω σ’ αντάλλαγμα φατούρα και φτυσιές.

Μονάχα σαν κατάκοπος επέστρεφα τα βράδια, ξαπόσταινα για λίγο στη βιτρίνα την παλιά. Χάζευα τ΄αυτοκινητάκια μινιατούρες και τ΄όνειρο ξυπνούσε να ξανάπαιζα μ΄αυτά. Ή – γιατί όχι; Να χωρούσα σ΄ένα τέτοιο, να γκάζωνα απ όλους και απ΄ολα μακριά.

Να ‘τρεχα δίχως φρένα να προλάβω τη χαρά την τελευταία. Να επέλεγα – για αλλαγή – κούρσα ταχύτητας αντί για αντοχής. Να μην έλεγα άλλα “ναι” – εκτός κι αν συμφωνούσα. Να μην δοκίμαζα διαρκώς όρια πειραγμένα, που ούτως ή άλλως προ πολλού είχαν ξεπεραστεί.

Να στούκαρα περήφανος στα προστατευτικά. Ν’ αναφλεγόμουν σ΄όλους τους δυνάστες μου μπροστά. Να εκσφενδονίζονταν παντού μέσα απ΄τα σωθικά μου στυλό, φάκελοι, μπλάνκο, μαρκαδόροι και χαρτιά.

Γύρω μου να σκορπίζανε, ατάκτως ερριμμένα, πλακέτες, μπαταρίες, κάρτες και λειτουργικά. Κι ακόμα – όχι δεν θα πω – ρούχα, έπιπλα, σερβίτσια, φωτιστικά κάθε λογής, κρύσταλλα, ασημικά, συρτάρια με σαβούρα, αλλά προπάντων όλα μου τα αναμνηστικά.

Να ‘λεγα στη μανούλα μου πως έφτασε η στιγμή μου. Πως ήμουνα καλό παιδί και βάστηξα γερά. Ότι όμως ήταν ως εκεί πλέον κι από αρκετά. Να τη φιλούσα στοργικά και να της ανταπέδιδα τα λόγια τα σοφά της.

Να ‘σπαγα και τον κουμπαρά με όλα τα ψιλά μου. Ό,τι ο φτωχός κατάφερα – ως ελεημοσύνη ν’ άφηνα στα παράσιτα και στα αρπακτικά.

Πανταζής Περικλής (1849-1884)/Νεκρή φύση με κυδώνια, π. 1880, Λάδι σε μουσαμά 28×42εκ.

Ελπίδα Χοχλιούρου

Η ΛΟΤΑΡΙΑ της Ελπίς Χ

Το πρωινό της 27η Ιουνίου ήταν καθαρό και ηλιόλουστο.[1] Τα πουλιά πετούσαν ελεύθερα σε διάφορες κατευθύνσεις, ανεμπόδιστα, ακόμα κι από τις ριπές του αέρα. Αυτοκίνητα δεν υπήρχαν στους δρόμους, αλλά ούτε και πεζοί, για να απολαύσουν τη φυσική ομορφιά και να πατήσουν στο παχύ, ολάνθιστο χαλί, που είχε δημιουργηθεί έξω από το ψηλό, γκρι κτήριο. Οι τρόφιμοι μπορούσαν να δουν οριζοντίως πάνω από το τοιχίο που περιστοίχιζε τον προαύλιο χώρο και διαγωνίως ανάμεσα από τα ηλεκτροφόρα καλώδια που έστεκαν πάνω από αυτό. Όσο εκτείνονταν ο ορίζοντας στα δικά τους μάτια, από τη θέση που επέλεγαν να βιώσουν τη μέρα τους, ήταν όλα καλά. Δυστυχώς, αυτή τη στιγμή δεν αυλίζονταν στον εξωτερικό τμήμα. H αλήθεια είναι πως είχαν πολύ καιρό να το επισκεφτούν και να προκαλέσουν ένθερμα επεισόδια που τους κρατούσαν σε εγρήγορση και τους βοηθούσαν να μετακινηθούν και σε άλλα κτηριακά τμήματα, αν τύχαινε να χρειαστούν κάποιου είδους ειδικής νοσηλεία.

Οι τρόφιμοι είχαν τη δυνατότητα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους το απαγορεύσει, να κάνουν χρήση της πρότερης γνώσης και εμπειρίας τους στον ελεύθερο χρόνο που είχαν βιώσει και να σχεδιάζουν σενάρια κατά βούληση, διαφορετικά κάθε φορά, όπως η σκέψη τους όριζε αναλόγως τη διάθεση τους. Συχνά αναρωτιόντουσαν αν η ίδια η σκέψη τους ήταν απαγορευτική ως προς την ευημερία τους, γιατί ούτε αυτή δεν μπορούσαν να ελέγξουν όπως θα επιθυμούσαν. Μερικές σκέψεις ήταν ενθουσιώδεις και έφερναν χαμόγελο στα χείλη τους, όπως και διάθεση φυσικής αποσυμφόρησης ή ανακούφισης ανάλογα με τις ορέξεις της στιγμής και τις ενέργειες της αυτοδιάθεσης τους.

«Αγαπητοί συγκρατούμενοι, ο σεβασμός μου για εμάς, τους ισοβίτες, και η αμέριστη συμπαράσταση μου για τη ζωή, που έχει προγραμματιστεί από άλλους για εμάς, είναι απόλυτος. Είναι σειρά μου να σας καλωσορίσω στις ενέργειες – δράσεις που συναποφασίσαμε ψηφίζοντας δημοκρατικά στην ολομέλεια των ισοβιτών, για να ζήσουμε σε ένα δικαιότερο κόσμο, ασφαλέστερο για όλους μας. Το Ευρωπαϊκό ρεκόρ ισοβιτών στις φυλακές της χώρας που ζούμε, αλλά και τα αναρίθμητα εγκλήματα που έχουμε διαπράξει, μας οδήγησαν σε αυτή την απόφαση από κοινού με την ολομέλεια των ελεύθερων ανθρώπων. Και τα δυο μέρη, των ελεύθερων ανθρώπων και ημών, θέτουμε σημαντικό συμπορευτή και συνένοχο στα εγκλήματα μας την τύχη. Με αυτό τον τρόπο έχουμε τη δυνατότητα να της δώσουμε ένα πρωτεύοντα ρόλο στη διαδικασία της λοταρίας και να κοινωνήσουμε τη σημασία της στην κοινότητα με κατανοητό τρόπο. Αφηνόμαστε λοιπόν στα χέρια της κακής στιγμής, ώστε αυτή να διαλέξει έναν από εμάς, δε θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικά. Αν κάποιος μας ρωτούσε σήμερα, αν θα ξανακάναμε το ίδιο έγκλημα γνωρίζοντας πού θα οδηγηθούμε, θα απαντούσαμε, βεβαίως, πως η κακή στιγμή μας οδήγησε εδώ που βρεθήκαμε σχεδόν άθελα μας. Ας τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή για τα θύματα μας και ας αναλογιστούμε πώς θα ήταν, αν ήμασταν στην θέση τους, κι έπειτα ας απολαύσουμε το γεύμα που έχουμε επιλέξει εν ειρήνη λίγο πριν τη λοταρία. Αυτή θα είναι μια σημαντική στιγμή ελευθερίας και αποσυμφόρησης πριν το μεγάλο γεγονός».

Ο σύζυγος της Κάρολαιν δίνοντας πρώτος το παράδειγμα έκλεισε τα μάτια του, έδωσε μορφή στο χαμόγελο της και στα όμορφα μάτια της όπως τα είχε δει να αστράφτουν φεγγαρόλουστα. Διατήρησε αυτή του τη σκέψη για τουλάχιστον ένα λεπτό αποτίοντας φόρο τιμής στη μνήμη της. Η προσοχή του διασπάστηκε μόνο για λίγα δεύτερα του λεπτού, αλλά κούνησε το δεξί του χέρι, δεξιά αριστερά, πάνω από τα κλειστά του μάτια σε ένδειξη ενόχλησης, σα να υπήρχε εκεί μια μύγα, αλλά ήταν μόνο μια σκέψη άκομψη και φαίνεται πως κατάφερε να διατηρήσει ολοζώντανες τις όμορφες σκέψεις που διήρκησαν ένα λεπτό σιγής. Μάλιστα ένιωσε πως πετούσε μαζί της με το ελικόπτερο του, αμυδρά αισθάνθηκε το γύρισμα του έλικα και το τρίξιμο της μηχανής, καθώς απογειωνόταν.

Την ίδια ώρα, ο ήλιος έστελνε τις ακτίνες του μέσα από το ορθογώνιο παράθυρο που ήταν τοποθετημένο τέσσερα μεγέθη γιγάντιου ανθρώπου ψηλά και δημιουργούσε ένα παιχνίδισμα αιωρούμενης σκόνης και ευθύγραμμων ακτινών που έπεφταν στο γκρι πάτωμα ατελέσφορα, χωρίς να χαϊδέψουν τα πρόσωπα των κρατουμένων. Όλοι όμως, ανεξαιρέτως, στο χώρο φύλαξής τους μπορούσαν να ονειρεύονται με τις διαφανείς ευθυγραμμίσεις και να κάνουν μοναδικά όνειρα, διαφορετικά για όλους, σαν ένα παιχνίδι φαντασίας.

Ο Θάνος την ώρα του ενός λεπτού σιγής ονειρευόταν ότι ακροβατούσε στη λεπτή, φωτεινή γραμμή, ενώ κρατούσε αγκαλιά τη γυναίκα του Άντα με το κεφάλι της στη θέση του να ακουμπά το κέντρο του στέρνου του. Τη Μέρα του αποκεφαλισμού του σκύλου τους και της βίαιης εναπόθεσης του κεφαλιού του έξω από το μπαλκόνι τους στο νησί, αλλά και της περιφοράς του αποκομμένου κεφαλιού της Άντας από τον ίδιοδεν μπόρεσε ποτέ να την ανακαλέσει, μάταια όσο κι αν προσπαθούσε, δεν μπορούσε. Ένα κενό μνήμης στη σκέψη του κρατούμενου – τι κι αν το άκουσε από διάφορα χείλη με διαφορετικό τρόπο λόγω της πλούσιας δυναμικής της γλώσσας και της αλλαγής του χρήστη;

«Αποκεφαλίσατε τη θανούσα;»

«Αποκεφαλίσατε τη θανούσα.»

«Αποκεφαλίσατε τη θανούσα!»

Ένα σημείο στίξης, μια διαφορετική προφορά και ένας άλλος τόνος από έναν διαφορετικό άνθρωπο και τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν αρκετά, για να του υπενθυμίσουν τι έκανε ή τι δεν έπρεπε να κάνει.

«Μήπως τελικά έκαναν λάθος;» αναρωτήθηκε στο 30ο δεύτερο του ολόδικού του χρόνου.

Υπήρξαν μάρτυρες αρκετοί να επιβεβαιώσουν αυτά που συνέβησαν και για τα πεπραγμένα δεν χωράει διόλου αμφιβολία. Βεβαίως, δεν υπάρχει μαρτυρία για την ίδια την πράξη μια που έγινε κεκλεισμένων των θυρών, ότι δηλαδή ένας άριστος χρήστης κουζινομάχαιρων γνώριζε τα ακριβή σημεία χάραξης, για να αφήσει τα λιγότερα σημάδια στο θύμα του ενόσω αυτό ήταν ακόμα ζωντανό και αλαλάζον. Αν ήταν στη σχολή μαγείρων, θα έπαιρνε σίγουρα τα εύσημα για τη σταθερότητα και αποφασιστικότητα στη χάραξη της διαδρομής του λαιμού των θυμάτων του. Στη σκέψη του περπατούσε αγέρωχα, μέχρι να βγει από το παράθυρο, με λεπτές κινήσεις που δε διατάρασσαν την ακτίνα πάνω στην οποία ακροβατούσε και ξαφνικά έπεφτε στο κενό. Υπήρχε λίγος ακόμα χρόνος, ο οποίος θα μπορούσε να του φανεί χρήσιμος, για να ονειρευτεί, όπως το να μην πέφτει ποτέ στο κενό. Η ανεξέλεγκτη σκέψη του τον οδηγούσε μόνο στην πτώση. Έπεφτε, έπεφτε, καθώς κρατούσε την Άντα αγκαλιά, μέχρι αυτή να αποχωριστεί την αγκαλιά του και να έχει μια άλλη ανοδική πορεία, ξέχωρη από αυτόν, ενώ αυτός έπεφτε στο κενό.

«Τυχερή μου Άντα, δεν μπορείς να κάνεις καμία σκέψη που να σε καταστρέψει ολοσχερώς, ας ήμουν στη θέση σου για λίγο μόνο», ψιθύρισε, όσο επέτρεψε στον εαυτό του, για να μην ακουστεί.

Στο διπλανό κελί δυο μέρες πριν τη λοταρία θα ήταν ο Θεόφιλος, ο κατά συρροήν αποκεφαλιστής που έπινε μόνο γάλα, για να ξεδιψάσει την ξηρότητα του λαιμού του.

«Θέλεις να σου προσφέρω λίγο νερό, έναν καφέ;»

«Ευχαριστώ, πίνω μόνο γάλα», ήταν η απάντηση που πήρε ο εισαγγελέας Καβάλας στο εισαγγελικό γραφείο λίγο μετά τη σύλληψη του νεαρού με το λευκό πουκάμισο και την μακριά γενειάδα, ενώ καθόταν με σταυρωμένα χέρια στην ξύλινη καρέκλα μπροστά από το γραφείο του.

Ατυχώς βρέθηκε νεκρός το πρωί της Τρίτης στο κελί του από ανακοπή, ενώ άκουγε τις συνθέσεις του Tchaikovsky, όπως και την ώρα που τεμάχιζε τα 5 μέλη της οικογενείας του, για να τα αποβάλει με πιο εύκολο τρόπο, χωρίς να τον πάρουνε χαμπάρι. Ο μουσικόφιλος δεσμοφύλακας επιβεβαίωσε τη Symphony No. 1 “Winter Daydreams” γκουγκλάροντας τον τίτλο στο κινητό καθώς φορούσε τα ακουστικά του Θεόφιλου. Τον βρήκε σε πρηνή θέση νεκρό πάνω στο στρώμα της φυλακής με τα ακουστικά του ακόμα να παίζουν το play list.

«Χμμ, είναι απίστευτο πόση ευαισθησία νιώθουν άνθρωποι σαν κι αυτούς. Βιώνουν τη εκστατική μουσική μελωδία του φλάουτου και του φαγκότο όπως ένας κοινός άνθρωπος που δεν έχει σκοτώσει, ακόμα, κανέναν», ανέφερε ο φύλακας στη σύντροφό του λίγο πριν σουρουπώσει την ώρα του γεύματος, ενόσω ρουφούσε τη γκασπάτσο σούπα και συνέχισε με φιλοσοφική διάθεση. «Οι άνθρωποι μονίμως σε εκπλήσσουν. Ξέρεις, ο Tchaikovsky, για να αποφύγει να κοιμηθεί με τη γυναίκα του, την Αντονίνα, μια νύχτα έπεσε στα παγωμένα νερά ενός ποταμού στη Μόσχα, ελπίζοντας να πεθάνει από κρυολόγημα».

«Γιατί δεν ήθελε να κοιμηθεί με την Αντονίνα;” ρώτησε μεταξύ της τρίτης και τέταρτης ρουφηξιάς η σύντροφος του φύλακα.

«Γιατί ήταν ομοφυλόφιλος και την εποχή που έζησε αυτό θεωρούνταν έγκλημα. Ακόμα και σήμερα είναι αδιευκρίνιστος ο τρόπος που πέθανε. Εικάζεται πως αυτοκτόνησε για λόγους τιμής, από την άλλη πάλι, άλλοι λένε πως κόλλησε χολέρα. Σκέφτεσαι πόσοι από εμάς ζούμε στην εποχή που μας χωράει ψυχή τε και σώματι με τους ανθρώπους που μας ταιριάζουνε γάντι;» Ρώτησε ο φύλακας χωρίς να περιμένει απάντηση, αλλά η σύντροφος του διέκοψε τη σκέψη του.

«Σκέφτομαι πως ορισμένοι άνθρωποι επιμένουν να κάνουν κακό σε άλλους και άλλοι πάλι στρέφονται εναντίον των πληγωμένων εαυτών τους, έτσι απλά αυτοκαταστροφικά, όπως ο Tchaikovsky. H ζωή ποτέ δεν ήταν δίκαιη, ας απολαύσουμε το κάθε λεπτό χωρίς να χάνουμε χρόνο». Τον κοίταξε θεληματικά και, πριν προλάβουν να καταλάβουν, η κρύα σούπα γκασπάστο έγινε ζεστή, καθώς απομακρύνθηκαν στα ενδότερα του υπνοδωματίου τους με τις διαθέσεις της στιγμής και άφθονο γέλιο να τις συνοδεύει.

Λίγο μετά θα αποκαλύπτονταν πνιγηρές φωνές και ήχοι απόλαυσης δια στόματος της τροφαντούς συντρόφου.

«Τελειώνω …» σιγοψιθύρισε και ακολούθησε σιγή που επιβεβαίωσε το συνταίριασμα των γαντιών.

Ο κάθε άνθρωπος υποφέρει ξεχωριστά. Ο κάθε άνθρωπος πεθαίνει μόνο μια φορά. Τελειώνει δια παντός εκείνη τη μοναδική στιγμή, τετελεσμένα και χωρίς πισωγυρίσματα, ατυχώς ή αντιθέτως όπως το πάρει κανείς από την πλευρά που το αντιλαμβάνεται. Η κάθε δύσκολη απόφαση που παίρνει ένας άνθρωπος σε μια συγκεκριμένη στιγμή είναι μοναδική. Το λεπτό σιγής, για τον κρατούμενο που πήρε τη θέση του Θεόφιλου, ήταν εξίσου σημαντικό.

Η Αντζελίνα ήταν στο νου του, όπως την πρωτοαντίκρισε τη φορά που την κράτησε στα χέρια του, μικρή και αφράτη σαν ένα μυρωδάτο καρβέλι ψωμί που μόλις βγήκε από το φούρνο και μοσχομύριζε λαχταριστά. Ο ακατανόμαστος σκεφτόταν και παρακαλούσε το Θεό σύντομα να βρεθεί ξανά κοντά της και σε καμία άλλη γυναίκα δίπλα. Η γλυκιά του κόρη δεν ήξερε να προστατέψει τον εαυτό της σε μια τόσο ωραία στιγμή, πάνω στην αλλαγή του χρόνου που ήταν όλα φωτισμένα με λαμπιόνια και γιορτινές γιρλάντες στολισμένα. Αν δεν αντιστεκόταν, δε θα γίνονταν το κακό, θα σταματούσε να τη χτυπάει με τη μεταλλική βέργα στο κεφάλι. Ίσως να τη χαστούκιζε λίγο για τις λάθος επιλογές της, όπως το να αγαπήσει έναν Αφγανό πρόσφυγα και τόσες άλλες που τώρα δε θυμόταν. Αλλά προς θεού, ποτέ δεν θα την αποτελείωνε με απανωτά χτυπήματα, ήταν κακιά στιγμή για όλους και για αυτόν τον ίδιο που υποφέρει στη θύμηση της. Για λίγο σκέφτηκε πως τον θάβουν δίπλα της στη χώρα των προγόνων τους, στο ίδιο χώμα μαζί της, για να ζητήσει συγχώρεση, αλλά όχι, τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα, μόλις φαντάζεται πως είναι ακόμα ζωντανός και θάβεται λίγο λίγο.

«ΟΧΙ, όχι ζωντανός …» φωνάζει λίγο πριν τελειώσει ο χρόνος του ενός λεπτού σιγής και ακούγονται από τα διπλανά κελιά χτυπήματα στους τοίχους και τριξίματα από τα μεταλλικά κάγκελα.

«Λίγο σεβασμός για τους δικούς μας ανθρώπους, ένα λεπτό δεν μπορείς να αντέξεις; Σιωπή!» φωνάζει ο απέναντι κρατούμενος.

«Σκάσε, Αλέκο! πεθαμένοι είμαστε ήδη, μπορεί να είσαι ο τυχερός. Η τυχερή σου μέρα στη λοταρία μπορεί να είναι σήμεραααα!» ξεσπά σε γέλια ο παρακείμενος άτυχος και θύμα της κακιάς μοναδικής στιγμής του. Ηχηρά γέλια και φωνές από διάφορες κατευθύνσεις διακόπτουν τη ροή των σκέψεων σε ορισμένους απαίδευτους στον εσωτερικό διαλογισμό, αλλά όχι σε όλους ευτυχώς.

« Αγαπητοί συγκρατούμενοι, ο χρόνος μας τελείωσε, το ένα λεπτό δεν μπορεί να χωρέσει παρά μόνο 60 δευτερόλεπτα. Χαίρομαι που συμβιώσαμε αυτή τη στιγμή σκέψης στη μνήμη των ανθρώπων που βλάψαμε, έστω κι αν υπήρχε μια μικρή αναταραχή στο τέλος του λεπτού σιγής, το μήνυμα που θέλουμε να στείλουμε με αυτή μας την ενέργεια είναι πως δεν είμαστε απάνθρωποι. Έχουμε συναισθήματα περί δικαίου, άλλωστε για αυτό συμφωνήσαμε στη λοταρία και στην τύχη της στιγμής. Θα μας δοθεί λίγος χρόνος να μιλήσουμε με τους συγκρατούμενους που επιθυμούμε, πριν ξεκινήσει το γεύμα μας με τα εδέσματα της επιλογής μας. Ας νιώσουμε τον κοινό χρόνο με εκμυστηρεύσεις και λόγια συμπόνοιας προς τους ανθρώπους που είναι δίπλα μας ή απέναντί μας».

Ο Χαράλαμπος είχε επιλεγεί τυχαία από το σύστημα ως παρουσιαστής της διαδικασία της λοταρίας, όπως είχε οριστεί για αυτή τη φορά και δε θα συμμετείχε επιλέγοντας ένα λαχνό, απλά κρατούσε ένα ασύρματο ειδικά σχεδιασμένο μικρόφωνο και του είχε δοθεί η ομιλία γραπτή. Μπορούσε να την προσαρμόσει στο ηχόχρωμα της φωνής του, για να την κάνει πιο ελκυστική και αρεστή στους συγκρατούμενους του, μπορούσε να προσθέσει ή να αφαιρέσει ορισμένα λόγια ανάλογα με τις αντιδράσεις των κρατουμένων, αλλά μέχρι εκεί. Πάντα υπήρχε το στοιχείο της έκπληξης, κάποιος να πει κάτι που δεν έπρεπε, αλλά αυτό στο παρελθόν δεν είχε διαταράξει την ισορροπία της διαδικασίας. Η μόνη διαφορά ήταν ότι ο παρουσιαστής της λοταρίας θα συμμετείχε με την επιλογή λαχνού και έτσι θα προστίθεντο ένας ακόμα συμμετέχων στη διαδικασία. Ένας πάνω, ένας κάτω δεν είχε καμία απολύτως διαφορά για το αποτέλεσμα, απλά μεγαλύτερη ποικιλία στον τρόπο εκτέλεσης της λοταρίας.

Στον εναπομείναντα χρόνο ο 27χρονος Ιωάννης πλησίασε τα κάγκελα και έβγαλε ένα γράμμα που είχε διπλωμένο άναρχα. Η επιθυμία του ήταν να το δώσει στο συγκρατούμενο του, διότι δε γνώριζε εάν τελικά είχε φτάσει στον προορισμό του. Το είχε στείλει στην οικογένεια του, αλλά η πραγματική του επιθυμία ήταν να φτάσει στην οικογένεια του θύματος, ώστε να λυτρωθεί ο ίδιος και πιθανόν κι αυτοί.

«Ισοβίτηηη, πάρε σε παρακαλώ, αν είμαι εγώ ο τυχερός της λοταρίας. Θέλω όλοι να ξέρετε τι πραγματικά συνέβη και πώς νιώθω για αυτό. Έχει σημασία για εμένα σε αυτή τη ζωή και την άλλη, εεεε! Με ακούς, ξύπνα!»

Η σχέση του Ισοβίτη και του Ιωάννη ήταν μια σχέση μεταξύ μέντορα και καθοδηγούμενου, ο ένας έδινε στον άλλο ό,τι χρειαζόταν. Ο Ισοβίτης είχε καταδικαστεί σε 622 χρόνια για δικαστική πλάνη, είχε πολλά χρόνια πίσω του κι άλλα τόσα μπροστά του. Η πολύχρονη εμπειρία του ήταν χρήσιμη στον νεαρό Ιωάννη που είχε φρέσκα τα τραύματα και δεν είχε ακόμα ξεχάσει το λόγο για τον οποίο ήταν μέσα, ούτε είχε αφοσιωθεί πλήρως στο θεό, για να περιμένει αποκλειστική συγχώρεση από τον ίδιο αυτοπροσώπως, όταν θα τον υποδεχόταν, όπου εκείνος επέλεγε τελικά. Στον παράδεισο ή στην κόλαση, κανείς δεν ξέρει τις βουλές του Κυρίου.

«Έλα, τι έγινε; Τον πήρα λίγο στη διάρκεια του ενός λεπτού σιγής και ξεχάστηκα, άλλωστε έχω βρεθεί σε αυτή τη θέση πολλές φορές και ποτέ δεν ήμουν Ο Τυχερός. Συμβαίνει να σκέφτομαι πώς θα εκτελούσαν τη δική μου διαδικασία, εάν επέλεγα το λαχνό. Η καταδίκη μου αφορά δικαστική πλάνη. Θα δούμε, άπλετο χρόνο έχουμε σήμερα ή την επομένη φορά, ποιος νοιάζεται!» Ξέπνοα και νυσταγμένα ο Ισοβίτης ανέφερε στον Ιωάννη, που ακόμα καιγόταν στα κάρβουνα που ο ίδιος είχε ανάψει.

«Πάρε και διάβασε το δυνατά να ακούω τι έγραψα. Προσυγράφω[2] κάθε μου γράμμα, κάθε λέξη!»

Άπλωσε το χέρι του ο Ισοβίτης, το έβγαλε από τα κάγκελα στο πλάι, πήρε το γράμμα και προσεκτικά το ξεδίπλωσε. Κάθε τσάκιση είχε χρωματιστεί από τη χρήση των χεριών του Ιωάννη, ένα ακαθόριστο χρώμα ακαθαρσίας.

7 – 8 -2019[3]

0  για την ατιχι οικογενια της Αμερικανιδας βιολογου

Προς την ατιχι οικογενια
της Αδικοχαμενης Αμερικανιδας
βιολογου. Το μεγαο λαθος της ζωης μου.
Ένα συγνομη δεν είναι
τιποτα μπροστα σε αυτο
το μιρεο λαθος που εκανα.
Αφερεσα μια ζωη και βασανισα
με αθλιο τροπο το αψιχο
σοματης. Εκανα ένα μεγαλο
λαθος το οπιο κινι την στιγμη
δεν μπορουσα δεν ηχα καν
τον ελεχω του εαυτου μου.
Εστανομουν οτι ημουν ηπο την
επιρια καπιου αλου ηδους
μορφης ενεργιας που ειχε
μπη μεσαμου απο παλιοτερα
γεγονοτα τα οπια με οθησαν
να φτασω σιμερα ως αυτο
το σιμιο που ειμαι τωρα,
το να ελεχομε σχεδον πλιρος
απο αλους παραγοντες.
Εδω στη φιλακη
με την βοηθια ψιχολογου καταφερα
Να ηρεμισω και να
σινιδιτοπιησω το τεραστιον
διαστασεον προβλημα που
διμιουργισα με την πραξι
μου αυτή, οσο σε εσας, στην
οικογενια της αδικοχαμενης
Αμερικανιδας Βιολογου και
τους γιρο σας, οσο στην
κοινη γνομη οσο και
σε μενα και στην δικη μου
οικογενια και σιγγενης.
Είναι τεραστιος ο πονος
που ζητε για την ατιχη
αμερικανιδα βιολογος. Την
μιτερα, την αδελφι, την γιαγια,
την επιστιμονα που της εκοψα
το νιμα της ζωης ετσι
τοσο αδοξα.
Πραγματικα λιπαμε παρα
πολη για αυτι μου την πραξη
και ευχομε να μην ειχε γινει
ποτε αυτό το λαθος στη ζωη
μου. Καθε μερα προσευχομε
για την ατιχη αμερικανιδα
που της στιχισα τη ζωη
με αυτόν τον αδωξω τροπο.
μακαρι να μπορουσα να ηχα
την ικανοτιτα να γιρισω τον
χρονο πισο μου για να διορθωνα πολα
λαθη μου, ομος διστιχος εγω
δεν την εχω αυτη τη δινατοτιτα
και στα σιμια ανα των κοζμο
που οντος ηπαρχι μιχανι του
χρονου να μπορης να γιρισης
τον χρονο πισω και να διορθοσης
πραγματα σε αλες διαστασης
διστιχος εγω δεν μπορω να
εχω προσβαση σε αυτό.
Λιπαμε παρα πολι για τον
ευατο μου που τον αφισα να
παρασιρθι και να κανει τετιο
κακω. πολυ λιπαμε και διχνω
σιμπονια τον αδικο χαμο της
ατιχης γυνεκας και κατανοω
το μεγεθος της καταστροφης
που εχω διμιουργιση.
Τωρα μετα από αυτό εχω
μετανιοση για της πραξη μου
και θελω να τημοριθω
για να νιοσω των πονο που
προκαλεσα στην οικογενια
σας. και τους γιρο σας.
σας ζιτω βαια ταπινομενος
ένα τεραστιο συγνομι
απο καρδια και οτι ειμαι
πολι πλιγομενος για της
πραξης μου αυτές. Ευχομε
ο θεος να την βοηθισει εκει
που είναι και αυτι και
εσας και ολους μας.
Συγνομι
Συγνομι
Συγνομι
«Ο θεως να σε προστατευει
εκι που εισαι. σιγνομι. Για
τον πονο που σου προκαλεσα»
Με βαθια θλιψη και με
σινεστηση των πραξεον μου
ζιτω βαθια ταπινομενος και μετανιομενος
συγνομι

Ο Ισοβίτης ξεκίνησε να διαβάζει φωναχτά το γράμμα και το διέκοψε λίγες σειρές μετά, όχι γιατί σιχαινόταν το χαρτί ή αυτά που έγραφε ο κατάδικος, αλλά γιατί δεν άντεχε την ανορθογραφία και ατονία του κειμένου. «Φίλε Ιωάννη, κατανοώ τον πόνο σου και δε διαβάζω παρακάτω. Σου υπόσχομαι πως, εάν είσαι εσύ ο τυχερός της λοταρίας, θα ζητήσω να το φωτοτυπήσουμε και να το διανείμουμε στους υπόλοιπους κατάδικους. Είμαι σίγουρος θα επηρεαστούν θετικά από τα λόγια σου και μπορεί να έρθουν κοντά στο Θεό». Τα τελευταία λόγια τα έλεγε διστακτικά, σα να μην πίστευε ότι υπάρχει εν τέλει θεός, γιατί, εάν υπήρχε, δε θα επέτρεπε να συμβούν αυτά που είχαν τελεστεί κι η διαδικασία της λοταρίας θα ήταν καθημερινή και αδιάλειπτη, πιθανώς και να μη χρειαζόταν ποτέ να υπάρξει. Ίσως να έπαιρνε και μια διάσταση οικουμενική και να μην έμενε σε ένα πειραματικό επίπεδο στη χώρα φυλάκισης τους, μέχρι να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα του πειράματος.

Θα απέτρεπε κι άλλους ανθρώπους από το να εγκληματήσουν;

Θα υπήρχαν λιγότερες άτυχες στιγμές για άτυχα θύματα ή ακόμα και τυχερές για άτυχους ανθρώπους;

Είναι ο θύτης συνάμα και θύμα;

Αλλάζει η στιγμή με την αναπόληση;

ΚΤΛ, κεφαλαία, χωρίς τελείες και διαχωριστικά.

Ατελείωτες οι ερωτήσεις των ερευνητών και τα κουτάκια των επιλογών σχεδιασμένες πάνω στους πυλώνες των πανανθρώπινων αξιών που αφορούν τη δημοκρατία, την ασφάλεια και κυρίως την αποτροπή εγκληματικών ενεργειών. Ο Ιωάννης έκλαιγε γοερά σαν ένα μικρό παιδί, σαν ένα πρόβατο που το πήγαιναν στη σφαγή. Ένιωθε πραγματικά πως, εάν ήταν ο τυχερός της λοταρίας, η δική του αυτοδιάθεση θα μπορούσε να σώσει τον κόσμο και αυτή η σκέψη τον παρηγορούσε. Η μοιρολατρική συνήθεια του κλάματος δεν ήτανε παρά ευχαρίστηση για αυτό που θα μπορούσε να προσφέρει στον κόσμο.

«Συγκρατούμενοι, ήρθε η στιγμή που όλοι περιμέναμε να γευτούμε το φαγητό της επιλογής μας πριν τη λοταρία. Τα κελιά μας θα ανοίξουν, αφού οι δεσμοφύλακες μας περάσουν τα απαραίτητα προστατευτικά για τη δική μας ασφάλεια τόσο στα χέρια όσο και στα πόδια, ώστε να μπορέσουμε να συμφάουμε στην τραπεζαρία που έχει στρωθεί ειδικά για αυτό το σκοπό. Στη συνέχεια θα περάσω εγώ ο ίδιος από το τραπέζι, για να επιλέξετε από το μαύρο κουτί το χαρτί με το κρυμμένο σημάδι, μια βούλα μαύρη, στο κέντρο ενός τετράγωνου χαρτιού προσεκτικά διπλωμένου στα τέσσερα. Θα το ανοίξετε συγχρόνως και θα αποκαλυφθεί ο τυχερός της βραδιάς. Ας ευχηθούμε για το καλύτερο αποτέλεσμα. Τη συνέχεια φυσικά την γνωρίζετε, μια που συμμετείχατε του τρόπου και της διαδικασίας εκτέλεσης της λοταρίας με δημοκρατικό τρόπο, τόσο στην ολομέλεια των ισοβιτών, όσο και στις απαραίτητες ζυμώσεις που πάρθηκαν μαζί με τους ελεύθερους ανθρώπους μέσω των αντιπροσώπων μας. Όλα για τις αξίες που πρεσβεύουμε, για τη βελτίωση των συνθηκών και την ασφαλή διαβίωση μας. Σας ευχαριστώ».

Ο Χαράλαμπος ένιωσε ικανοποίηση για τον τρόπο που εκτέλεσε το ρόλο του και μια κρυφή χαρά που δε θα συμμετείχε στην κλήρωση της λοταρίας. Κέρδιζε με αυτό τον τρόπο πολύτιμο χρόνο. Ήταν άλλωστε νέος και θα μπορούσε να χτίσει τη ζωή του ξανά. Κάτω από το κρεβάτι στο κελί υπήρχε ένα κουτί με αναρίθμητα γράμματα γυναικών που κατανοούσαν τη δυσμενή του θέση και το ρόλο της κακιάς στιγμής. Οι περισσότερες από αυτές ήταν έτοιμες να του δώσουν μια δεύτερη ευκαιρία, ακόμα κι ένα παιδί, γιατί όχι άλλωστε!

«Η ζωή είναι ωραία!» είπε στο δεσμοφύλακα του, καθώς άνοιγε σε αυτόν πρώτα την πόρτα του κελιού, για να τον οδηγήσει στον αυλόγυρο που είχε στηθεί το μεγάλο τραπέζι για τα προεόρτια της λοταρίας κι ο κίτρινος κύκλος.

Το πρωινό της 27η Ιουνίου ήταν καθαρό και ηλιόλουστο. Τα πουλιά πετούσαν ελεύθερα σε διάφορες κατευθύνσεις, ανεμπόδιστα, ακόμα κι από τις ριπές του αέρα. Το μακρύ τραπέζι είχε στρωθεί με τα καρτελάκια που ήταν γραμμένα τα βαπτιστικά ονόματα των κρατουμένων. Ο Ιωάννης, ο Αλέξανδρος, ο Αθανάσιος στη θέση του Θεόφιλου, ο Ισοβίτης κι οι άλλοι πολλοί μέχρι το τέλος σχεδόν του βορινού τοιχίου. Ο Χαράλαμπος αφού βεβαιώθηκε πως όλοι ήταν καθήμενοι και σύννομοι με τα μέτρα που έπρεπε να τηρηθούν για την ασφάλεια όλων, σηκώθηκε και έκανε την πρόποση όπως είθισται.

«Αγαπημένοι συγκρατούμενοι, μπορεί να μην τρώμε με κρυστάλλινα ποτήρια για ευνόητους λόγους, το περιεχόμενο όμως είναι πολύτιμο. Υψώνω αυτό το ποτήρι, για να ευχηθώ μια σύντομη, ανώδυνη διαδρομή στον τυχερό της λοταρίας και να σας θυμίσω ότι η διαδικασία θα επαναληφθεί στο χρόνο που της πρέπει για να διατηρήσουμε το θεσμό ζωντανό και να κοινωνήσουμε τη σημασία της απονομής δικαιοσύνης, όπως την έχουμε όλοι αντιληφθεί. Χαρείτε το γεύμα σας, όπως έχω ενημερωθεί, οι περισσότεροι επιλέξαμε ένα παραδοσιακό φαγητό του τόπου μας που μας έχει λείψει και αυτό θα ανακαλέσει μνήμες ουσιαστικές για την αναμόρφωσή μας ή στιγμιαία χαρά».

Η Αλοννήσια κρατσανιστή τυρόπιτα ήταν ήδη στο τραπέζι για τον Χαράλαμπο και σιγά σιγά ερχόντουσαν και τα λαχταριστά εδέσματα των υπολοίπων, το ροδίτικο λακάνι με τη μακριά μυρωδιά, η θασίτικη ταρτάκα, η σαντορινιά αθερινόπιτα, το κρητικό φουκάκι κι η λίστα συνεχιζόταν μέχρι να καλύψει τις επιθυμίες των αγαπημένων συγκρατούμενων του Χαράλαμπου. Οι συγκρατούμενοι μπορούσαν να σηκώσουν το ποτήρι μέχρι τη μύτη τους για τους λόγους ασφαλείας που έχουν προαναφερθεί και να οδηγήσουν τα χέρια τους σε μικρές διαδρομές του προσώπου τους για να σιτιστούν με ευπρέπεια. Θα απελευθερώνονταν από τα δεσμά τους μόνο τη στιγμή της αποκάλυψης του τυχερού της λοταρίας υπό την επίβλεψη των ένοπλων δεσμοφυλάκων που θα τους περιτριγύριζαν, για να διασφαλίσουν την καταλληλόλητα της διαδικασίας, όπως είχε προκαθοριστεί.

Ο δεσμοφύλακας που τους έβλεπε από ψηλά πάνοπλος και υπεύθυνος για το drone που θα κατέγραφε τη διαδικασία για ερευνητικούς λόγους κι όχι μόνο, συνομίλησε με τον παραδίπλα πάνοπλο παρατηρητή.

«Άντε,, να τελειώνουμε, πείνασα με όλες αυτές τις μυρωδιές, δεν τους άξιζε ούτε αυτό το γεύμα. Σαν να είσαι σε νησιώτικο φεστιβάλ γεύσεων. Δεν είναι παράδοξο τόσοι ισοβίτες από νησιά;»

«Δεν είναι μόν’ από νησά, κοίτα παρά ‘κει ειν’ κι από στεριά, κι οι ξεν’ πιο κατ’. Μια τελευταία τους, αστς να χαρούν, σάματις θα δουν φως ξανά, την επομέν’».

Το drone χαμήλωνε και υψωνόταν, θαρρείς ο δεσμοφύλακας έπαιζε σαν μικρό παιδί.

«Κοίτα, προσπαθώ να πάω όσο το δυνατόν πιο κοντά για να έχω πλήρη κάλυψη, όπως θα εξελιχθεί».

«Σάματις τι θα δούμ’, αν τύχει ο Ισοβίτης, μπήκε για δικαστική πλάν’. θα τον πλανάρουμε αιωνίως, μπαζ σου λέω η λοταρία! Να! Έναν, έναν να τους τουφέκιζα ‘δω τωρ’, τίποτις να μη μείν’, ούτε κοκαλάκι, τίποτιτς, καθάρματα!»

«Πριν έλεγες άλλα, να δουν το φως!»

«Εεε, και τι με αυτό, δεν μπορουμ’ να αλλάξουμε γνωμ΄ άνθρωπε; Αν άλλαζαν γνωμ’ τα καθάρματα θα ζούσαν άνθρωποι, ναι;»

«Ααα, για δες! Τελειώνουν, ας είμαστε έτοιμοι».

«Έτοιμοι, τι έτοιμοι, εγώ γεννήθηκα έτοιμος, ναι;»

Ο Χαράλαμπος δεν είχε να προσθέσει κάτι καινούργιο, σηκώθηκε από τη θέση του με το μαύρο κουτί που περιείχε τα μικρά χαρτάκια που θα αναδείκνυαν το τυχερό άτυχο της κακής στιγμής. Μόνο ένας λαχνός ήταν σημαδεμένος με μια στρόγγυλη μαύρη βούλα στο κέντρο του τετράγωνου καλά διπλωμένου χαρτιού. Πέρασε αργά πίσω από το κάθε κρατούμενο και τους άφησε να επιλέξουν το λαχνό που θεωρούσαν κατάλληλο για αυτούς. Η τύχη θα ήταν με το μέρος των τυχερών άλλωστε.

Αν η Σούζαν δεν έτρεχε σε εκείνο το μέρος, δε θα συμβαίνανε τα γνωστά ακατανόμαστα.

Αν η Καρολαίν δεν ερωτευόταν τον παρουσιαστή της λοταρίας δεν θα βρίσκονταν εκεί που είναι.

Αν η μαμά της Αγγελικής δεν είχε νυμφευτεί τον Αλέξανδρο, η Αγγελική δε θα γεννιόταν.

Αν οι συγγενείς του κατά συρροή δολοφόνου δεν ήταν απλά συγγενείς του θα ζούσαν με όλα τα μέλη του σώματος τους στη θέση τους.

Τόσο απλά και ξάστερα όλα, η κακή στιγμή καθόρισε τις ζωές των ισοβιτών, χωρίς καν να τους υπολογίσει.

«Ήρθε η ώρα, θα παρακαλούσα να ανοίξετε όλοι τα χαρτάκια σας και ο τυχερός να σηκώσει το χέρι του μέχρι εκεί που φτάνει, για να μας δείξει το χαρτί με τη μαύρη βούλα». Η απόλυτη ησυχία έφερε μια αναταραχή ακόμα και στο Χαράλαμπο που απείχε ενεργά της λοταρίας.

«Παρακαλώ, είστε έτοιμοι;»

Ο ένας κρατούμενος κοιτούσε τον άλλο, μερικά άσπρα χαρτάκια ήταν εμφανή στα χέρια των κρατουμένων που τα είχαν σηκώσει, χωρίς να χρειάζεται.

Ο τυχερός άτυχος ή τανάπαλιν δεν ήταν έτοιμος και αναφώνησε, «δεν είμαι έτοιμος, είναι άδικο!»

Οι δεσμοφύλακες τον αποδέσμευσαν από τα δεσμά του και τον πήγαν στον κέντρο ενός κίτρινου κύκλου που είχε δημιουργηθεί για τη διαδικασία της λοταρίας στο κέντρο του αυλόγυρου, πέρασαν μια νέα αλυσίδα γύρω από το λαιμό του, για να βρίσκεται στη θέση του την ώρα της διαδικασίας ψυχή τε και σώματι.

Ο Μανώλης ήταν ο ένας εκ των δυο σύνεργών, βιαστής και δολοφόνος της Ελένης. Οι δεσμοφύλακες απελευθέρωσαν τους συγκρατούμενους του Μανώλη από τα δεσμά τους κι ο κάθε ένας ήταν ελεύθερος να διαλέξει τον τρόπο συμμετοχής του, μερικοί βιαστικοί είχαν ήδη ξεκουμπώσει το φερμούαρ από τη φόρμα τους και όπλισαν το εργαλείο τους, κάποιοι άλλοι θερμόαιμοι είχαν τρέξει και του κατάφεραν χτυπήματα στο κεφάλι και σε διάφορα άλλα σημεία του σώματος.

«Ελπίζω να μην πέσουν όλοι μαζί, δε θα φαίνεται τίποτα!» είπε ο ένοπλος χειριστής του drone.

Η τροφαντή σύντροφος του δεσμοφύλακα του πρώην Θεόφιλου, κάθισε στο καναπέ με μια μεγάλη γαβάθα ποπ κορν. Άνοιξε την τηλεόραση τη στιγμή που δυο ισοβίτες κρατούσαν τα χέρια του Μανώλη, τρεις περίμεναν τη θέση τους στη σειρά με κατεβασμένα φερμουάρ και κάποιοι άλλοι χτυπούσαν ανελέητα το σώμα του.

«Ρε Μαλάκες, όχι τόσο γρήγορα ρεεεε, δεν πάω με πτώματα!» φώναξε κάποιος κι ακούστηκε αχνά σαν βρυχηθμός η φωνή του από άλλο κόσμο.

«Ουυ! η κακή στιγμή!» αναφώνησε η σύντροφος και έσκυψε να πάρει τα ποπ κορν που της είχαν πέσει στο πάτωμα.

[1] Ο τίτλος και η πρώτη σειρά της ιστορίας είναι αυτούσια, όπως χρησιμοποιήθηκαν από τη συγγραφέα Shirley Jacksonστο διήγημά της,”The Lottery” που δημοσιεύτηκε το 1948 στο περιοδικό, “The New Yorker”.
[2] Ο Ιωάννης εννοεί προσυπογράφω.
[3] Το γράμμα του Ιωάννη Παρασκάκη είναι δημοσιευμένο στο διαδίκτυο όπως έχει δοθεί στη δημοσιότητα (https://www.iefimerida.gr/ellada/soyzan-iton-gramma-esteile-o-28hronos-dolofonos
)