Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Δεκέμβριο του 2022 στο Culture Book»

Αστυνομικά διηγήματα από συγγραφείς που δεν γράφουν αστυνομικά

Το αστυνομικό είναι δύσκολο είδος. Έχει τα μυστικά και τις παγίδες του. Ένα από τα πιο μεγάλα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει κάποιος που θέλει να γράψει αστυνομικό είναι ότι συχνά το είδος βασίζεται σε συγκεκριμένα μοτίβα και κάποιες φορές αυτοκαταναλώνεται σε κλισέ λύσεις.

Οι στερεοτυπικές απεικονίσεις όμως και οι οικείες γραμμές δράσης φυραίνουν τον ιδεολογικό ορίζοντα του λογοτεχνικού έργου και περιορίζουν την αισθητική του.

Ζήτησα να γράψουν αστυνομικό συγγραφείς που δεν έχουν καμία σχέση με αυτό, που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ ούτε καν σαν αναγνώστες με τη συγκεκριμένη κατηγορία. Σκοπός μου δεν ήταν να δείξω ότι είναι εφικτό, ότι όλοι μπορούν να γράψουν αστυνομικό (αλίμονο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει) αλλά για να τονιστεί μια παιγνιώδης διάσταση του γραψίματος και να προκύψουν κείμενα απενοχοποιημένα και όσο γίνεται γνήσια.

Δεν παρέβλεπα το ρίσκο του εγχειρήματος αλλά οι συγγραφείς στους οποίους απευθύνθηκα βρήκαν ωραία την πρόκληση, αν και στην αρχή νόμισαν ότι τους κάνω πλάκα. Οι συγγραφείς που έγραψαν σε αυτό το μικρό αφιέρωμα, το έκαναν με όρεξη, χαλαρά, χωρίς άγχος για αποδείξουν κάτι. Για αυτό νομίζω ότι το αποτέλεσμα μας δικαιώνει.

Στο συγκεκριμένο αφιέρωμα συμμετέχουν κατά τη σειρά εμφάνισης των κειμένων τους, οι: Αχιλλέας ΙΙΙ, Κωνσταντίνος Ντομινίκ, Νίκος Μπελάνε, Ιωάννα Λιούτσια, Ρουμπίνη Διαμαντοπούλου, Χρήστος Γκαϊντατζής, Στέργιος Χατζηκυριακίδης και τέλος ο υπογράφων.

Οι φωτογραφίες είναι της Άννας Γεωργίου.

Επιλογή: Φώτης Δούσος 

 

Αχιλλέας III

Υπο-κριση-α

Στον εξηκοστό ένατο όροφο του κτηρίου της Φέντερικς Εντερπράιζ, στο ρετιρέ του θηρίου από γυαλί και τσιμέντο που ορθώνεται στην γωνία των λεωφόρων Βαίην και Παίην, βρίσκεται το γραφείο του ιδιοκτήτη και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρίας, του κυρίου Φέντερικς. Από το ανοιχτό παράθυρο ο αέρας εισβάλλει στο δωμάτιο σαν ακάλεστος επισκέπτης, στριφογυρίζει σαστισμένος ψάχνοντας να βρει που θα σταθεί, κάνει τις βαριές κουρτίνες να χορεύουν ελαφρώς, σαρώνει τους επενδυμένους με βελούδο τοίχους, αγγίζει τον δερμάτινο καναπέ και τις πολυθρόνες, κάθεται για λίγο σταυροπόδι πάνω στο τεραστίων διαστάσεων γραφείο του κου. Φ, και χώνεται ανάμεσα στις σελίδες της πορτοκαλί εφημερίδας που είναι απλωμένη εκεί πάνω. Στο πρωτοσέλιδο, με γράμματα τεράστια, που σχεδόν ουρλιάζουν από απόγνωση, διαβάζουμε «Κατέρρευσε η Φέντερικς Εντερπράιζ! Χρεοκοπία!». Στη δεξιά γωνία του γραφείου, ένα τασάκι από ταρταρούγα φιλοξενεί ένα αναμμένο πούρο, του οποίου οι καπνός στροβιλίζεται από τον αέρα που εξακολουθεί να μπαίνει από το μεγάλο ανοιχτό παράθυρο. Στην τεράστια καρέκλα του γραφείου είναι κρεμασμένα πρόχειρα ένα πανάκριβο σακάκι και μια μεταξένια γραβάτα, δώρο της ερωμένης του κου Φ.
Ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα προειδοποιεί για την είσοδο στο δωμάτιο της κυρίας Τζόουνς, της 55χρονης καθαρίστριας, η οποία, όπως κάθε μεσημέρι τα τελευταία 15 χρόνια, μπαίνει στο γραφείο του αφεντικού της εταιρίας με το τρόλεϊ όπου είναι φορτωμένα τα υλικά της δουλειάς της: καθαριστικά, ξεσκονόπανα, σκούπα και φαράσι, κουβάς και σφουγγαρίστρα. Με το που ανοίγει την πόρτα, το ρεύμα αέρα που δημιουργείται ανακατεύει τα γκρίζα της μαλλιά και κυλάει στις ρυτίδες του προσώπου της. Εκείνη, βλέπει το παράθυρο ανοικτό, μυρίζει τον καπνό, εντοπίζει το αναμμένο πούρο του Προέδρου του ΔΣ, αλλά δεν βλέπει τον ίδιο. Πλησιάζει την καρέκλα με το σακάκι και την γραβάτα, και πιάνει στα χέρια της την οικονομική εφημερίδα που περιμένει αδιάφορα πάνω στο γραφείο. Φοράει τα γυαλιά της με τον στραβωμένο μεταλλικό σκελετό και διαβάζει τον τίτλο στην πρώτη σελίδα. Το βλέμμα της πλανάται για λίγο στο άδειο δωμάτιο, για να καταλήξει στο ανοιχτό παράθυρο.
Ξαφνικά, τα καταλαβαίνει όλα και βγάζει μια πνιχτή κραυγή. Τρέμοντας και σφίγγοντας την εφημερίδα στα χέρια της, πηγαίνει ως το παράθυρο, γέρνει και κοιτάζει το κενό εξήντα εννέα ορόφους πιο κάτω. Ζαλίζεται και τρεκλίζοντας σωριάζεται στον δερμάτινο καναπέ με τα δάκτυλα της να τσαλακώνουν τα πορτοκαλί φύλλα. Αρχίζει να κλαίει, φέρνοντας στο μυαλό την εικόνα του κου Φ. Σίγουρα, ποτέ δεν της έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ήταν σίγουρα σκληρός άνθρωπος τον είχε δει πολλές φορές με τα ίδια της τα μάτια να κάνει σκουπίδι άλλους, πολύ ανώτερους ιεραρχικά από εκείνη, από απλούς υπαλλήλους μέχρι Διευθυντές τμημάτων, και γνώριζε πως εξήντα οκτώ ολόκληροι όροφοι τον έτρεμαν. Ωστόσο, μια φορά, ένα μεσημέρι που τον είδε να τρώει ένα σάντουιτς στο γραφείο του, με τη γραβάτα του χαλαρωμένη και τα πόδια πάνω στο γραφείο, της φάνηκε ότι της είχε χαμογελάσει, και της είχε δώσει την εντύπωση ότι, τελικά, δεν ήταν και τόσο κακός άνθρωπος. Ξαφνικά ακούγεται ο ήχος τρεχούμενου νερού. Η κα Τζόουνς πετάγεται πάνω σαν να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα. Ποτέ ήχος από τράβηγμα καζανακίου δεν την έκανε να νιώσει έτσι. Μια στιγμή αργότερα, η πόρτα της τουαλέτας ανοίγει και προβάλλει το χοντρό σώμα του κου Φέντερικς, ο οποίος, στριμώχνοντας το πουκάμισο μέσα στο παντελόνι του, κοιτάζει με απορία την καθαρίστρια που έμοιαζε σαν ναείχε μόλις αντικρίσει τον Ιησού Χριστό, πέντε-έξι μέρες μετά από τη σταύρωση του, να πουλάει ξηρούς καρπούς σε λεγεωνάριους. Εκείνη, βουρκωμένη, ψελλίζει κάποια λόγια που είναι αρκετά για να του δώσουν να καταλάβει τι συνέβη όση ώρα ήταν στην τουαλέτα. Ο άνδρας ξεσπάει σε ένα τρανταχτό γέλιο που κάνει τα 126 κιλα που κουβαλάει να χοροπηδήσουν για λίγο. «Κουτή γυναίκα, πίστεψες ότι πήδηξα από το παράθυρο;» βρυχάται μισογελώντας. Εκείνη προσπαθώντας να συνέλθει λέει κάτι για «χρεοκοπία», «καταστροφή» και «πόνο». Ο κος Φ, παίρνοντας από το τασάκι με το δεξί χέρι το αναμμένο ακόμη πούρο του, γελάει πιο βίαια. «Μα νομίζεις ότι με ενδιαφέρει τόσο για όλα αυτά ώστε να αυτοκτονήσω; Όχι κυριούλα μου, δεν είμαι τόσο χαζός, όχι εγώ! Όλα αυτά δεν είναι παρά ένα παιχνίδι! Μια παράσταση! Η εταιρία έβγαλε ότι μπορούσε να βγάλει όλα αυτά τα χρόνια. Τελευταία τα κέρδη είχαν μειωθεί σημαντικά. Η κρίση βλέπεις. Δεν είναι ότι έχανα λεφτά, απλώς δεν κέρδιζα πια τόσα όσα θα ήθελα. Όταν ένα άλογο γεράσει, το πυροβολείς. Τα χρήματα μου βρίσκονται ασφαλή σε Τράπεζες στην άλλη άκρη του κόσμου. Αν θες να ξέρεις, σε δύο ώρες θα είμαι στο αεροδρόμιο και θα ετοιμάζομαι να πετάξω μακριά, σε ένα μικρό νησί που έχω αγοράσει, και θα είναι ο Παράδεισος που ένας θεός σαν και εμένα δικαιούται. Εκεί κανείς και τίποτα δεν θα μπορεί να με αγγίξει. Για την χρεοκοπία, τους πελάτες που περιμένουν να πάρουν τα λεφτά τους, τα στελέχη, τους άνεργους εργάτες, ή εσένα δεν δίνω δεκάρα! Δεν με νοιάζει!».
Μετά από αυτό το λογύδριο, ο κος Φ. πηγαίνει προς το ανοιχτό παράθυρο, γυρίζοντας την πλάτη στην αποσβολωμένη κα Τζόουνς. Στέκεται εκεί, κοιτάζει μακριά προς τα άκρα της μεγαλούπολης που ξεθωριάζουν και ρουφάει μια γερή δόση καπνού από το πούρο του. Καθώς ο καπνός βγαίνει νωχελικός από το στόμα του, δέχεται ένα γερό σπρώξιμο από πίσω και χάνοντας την ισορροπία του πετάγεται έξω από το παράθυρο. Έκπληκτος και σε σχεδόν αργή κίνηση κοιτάζει πέφτοντας μέσα από τα παράθυρα των γραφείων και μετρά τους ορόφους προς τα κάτω. Καθώς ο καπνός από το δύσοσμο πούρο του διαλύεται στον μολυσμένο αστικό αέρα, η κυρία Τζόουνς, σκουπίζοντας τα μάτια της με την ανάστροφη του δεξιού της χεριού, ψιθυρίζει «θα έπρεπε να σε νοιάζει, άψυχε μπάσταρδε».    Στη συνέχεια, σπρώχνοντας το τρόλεϊ με τα σύνεργα της δουλειάς της, βγαίνει έξω από το γραφείο του πρώην αφεντικού της. Αλλάζει στο δωμάτιο του προσωπικού, παίρνει το ασανσέρ και κατεβαίνει στο ισόγειο. Περνά δίπλα από το συγκεντρωμένο πλήθος, χωρίς να γυρίζει να κοιτάξει προς τα κει. Πηγαίνει στη στάση του λεωφορείου, κάθεται στο παγκάκι και απόλυτα ήρεμη περιμένει. Μετά από λίγο το όχημα φτάνει και στα σπλάχνα του χάνεται. Τριάντα λεπτά αργότερα ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος της. Ο σύζυγος της κάθεται στην παλιά εμπριμέ πολυθρόνα του σαλονιού τους και βλέπει τηλεόραση! Σηκώνεται και την αγκαλιάζει ταραγμένος. «Μόλις τώρα είπε στις ειδήσεις για την αυτοκτονία του κυρίου Φέντερικς! Απίστευτο! Δεν άντεξε, λέει, την καταστροφή της εταιρίας του!». Εκείνη, απλώς κουνά το κεφάλι και πηγαίνει στην κουζίνα να ετοιμάσει το φαγητό. Φορώντας την ποδιά της και ακούγοντας το βουητό από την τηλεόραση, χαμογελά, για πρώτη φορά από το πρωί, με ένα χαμόγελο απαλό που κανείς ποτέ δεν θα δει…

 

Κωνσταντίνος Δομινίκ

Προς πτώματα ποτίζεται

Ο Λέων Αβατζής, ονομαστός διάμεσος της περιοχής, μυημένος από μικρός στις απόκρυφες τέχνες στην Κωνσταντινούπολη και φημολογούμενος ως κατάσκοπος των Τούρκων, βρίσκεται σήμερα το μεσημέρι εδώ, έξω από το σπίτι του Χρήστου Γκιόρα στη Βρύα, κοιτάζοντας σκεπτικός το πτώμα κάτω από την αγριοσυκιά της αυλής – είναι ο Κωστής, ο εννιάχρονος γιος του Χρήστου. Πρησμένος, μαύρος, με εξογκωμένο λαιμό, έχει το στόμα του ανοιγμένο διάπλατα σε μια έκφραση πλήρους, παντοτινής αγωνίας. Ενώ απ’ το εσωτερικό του στόματος, ξεπροβάλλει κάπου-κάπου, με σπασμούς, ένας λεπτόσχημος, σταχτοπράσινος όγκος, σαν λάστιχο νερού – μια νεαρή δεντρογαλιά, γύρω στα τριάντα εκατοστά μήκος, απ’ ό, τι υπολογίζει ο Λέων.

Τον Κωστή, τον είχε βρει η Βάγια, η μεγαλύτερη του αδερφή, βγαίνοντας σήμερα το πρωί από την αποθήκη, όπου μπουρλιάζανε οικογενειακώς τα καπνά. Πάνω στην απελπισία τους, υποψιάστηκαν αμέσως έγκλημα. Φωνάξανε τους χωροφύλακες, οι οποίοι, αφού εξέτασαν μετά, μαζί με το γιατρό, το πτώμα, τους είπαν ότι την ώρα που το παιδί κοιμόταν, το φίδι, πέφτοντας καταλάθος από το δέντρο, γλίστρησε, χώθηκε τρομαγμένο μέσα στο στόμα του και στη συνέχεια, πασχίζοντας άτακτα, επιθετικά, να ξεφύγει, θα σφήνωσε κάτω, στα ενδότερα, θα έφτασε μέχρι και το στομάχι, σκίζοντας τον οισοφάγο και φράζοντας το φάρυγγα – ήταν, αποφάνθηκαν, ξερό ατύχημα∙ δεν είχαν παρά να περιμένουν το φίδι να ψοφήσει από ασφυξία ή να πνιγεί απ’ τα εσώτερα αίματα.

Αλλά η μάνα του Κωστή, η Βαγγελούδα, στρίγγλιζε, χτυπιότανε. Έλεγε άλλα: ότι τον Κωστή, τον φάγανε τα μάγια, ο σφυριγμός του κακού – πέρυσι που τους ψόφησε ξαφνικά το άλογο, η ίδια είχε βρει το σαπούνι με τις τρίχες. Κάτω από ένα τρόχαλο, δίπλα στο αυλάκι, την ώρα που ξέπλενε τα ταψιά. Υποπτευόταν τη Λισάφου, τη λυκομάιρα, όπως τη λέγανε, που έμενε μόνη της, από την άλλη μεριά, πέρα απ’ το αυλάκι και τις νύχτες διαβολοχαϊδευόταν – τους ζήλευε, ήθελε να τους ξεκάνει, να διαλύσει το σπίτι τους. Γι’ αυτό και καλέσανε το μάγο, να έρθει γρήγορα από το Σβορώνο, να τους πει τι θα κάνουνε. Να αποδείξουνε το έγκλημα, αλλά και να σταματήσουν την κατάρα – αν την άφηναν, εφτά γενιές θα τραβούσε.

Και τώρα που φύγανε οι χωροφύλακες, ο Λέων Αβατζής παρατηρώντας πέρα, τη χορταριασμένη αυλή της Λισάφου, αρχίζει μέσα του να τρώγεται, είναι σε δίλημμα. Πιο δίπλα, στα δεξιά του, βλέπει τη Βάγια να κάθεται και να κλαίει σκυμμένη στο χώμα, μπροστά στο αυλάκι. Ενώ καμιά εικοσαριά μέτρα πίσω του, ο Χρήστος με τη Βαγγελούδα τον περιμένουν με ανυπομονησία να βγάλει το πόρισμα. Πρέπει να βιαστεί – όπου να ` ναι, μάλιστα, θα έρχονταν απ` το χωριό να σηκώσουν και το πτώμα, να το ετοιμάσουν για την αγρυπνία. Ξέρει ότι η δεντρογαλιά είναι ακίνδυνο, δειλό φίδι, άγλυφο, δεν έχει δηλαδή δηλητήριο και συνήθως, κρύβεται με τον παραμικρό θόρυβο. Μεγαλωμένο πάνω στα δέντρα, είναι αρκετά επιδέξιο, οπότε αυτό εδώ, στο στόμα του Κωστή, αν και μικρό, αποκλείεται να έπεσε μόνο του από την αγριοσυκιά. Από την άλλη, η δεντρογαλιά σχετιζότανε άμεσα και με διάφορα παράξενα σκευάσματα και μαγικές τελετουργίες – οι τοπικοί πρακτικοί το χρησιμοποιούσαν, μεταξύ άλλων, για να βγάζουν και τις ψυχές των ετοιμοθάνατων.

Γρήγορα προσπερνάει το πτώμα και πηδώντας το αυλάκι, χώνεται μέσα στα βάτα και τις βουζές. Συνεχίζοντας, διασχίζει το χωράφι και φτάνει και κοντοστέκεται μπροστά στο σπίτι της Λισάφου. Εκείνη, μόλις τον βλέπει, σηκώνεται από το ντιβάνι της εξώπορτας και τον πλησιάζει, τρεκλίζοντας, απορημένη. Σκυφτή, ολοστρόγγυλη, καμπουριασμένη – μοιάζει με μαύρο, θολωτό ξυλόφουρνο. Κουτσαίνει. Δεν ήταν δυνατόν, σκέφτεται ο Λέων, όχι μόνο να διέσχισε το χωράφι, αλλά και να έχωσε το φίδι στο στόμα του Κωστή. Μόλις που καταφέρνει να στηριχτεί πάνω στην γκλίτσα της. Που αίφνης, τη βλέπει, με το νου του, ανάμεσα στα σκέλια της γριάς, να πετάει ψηλά, στον αέρα, ενώ η τελευταία εκσφενδονίζει κάτω, σε αυλές και δρόμους, τη φρικιαστική της πραμάτεια: οχιές διμούτσουνες, θαμνόφιδα και μαύρους, μακρουλούς σαπίτες.

Της κουνάει χαμογελώντας το κεφάλι του. Και κάνοντας επί τόπου μεταβολή, επιστρέφει στο σπίτι του Γκιόρα. Φτάνοντας στο αυλάκι, διακρίνει από τη μεριά που βρίσκεται, τη Βάγια στην άλλη όχθη, να βαστάει κάτι σαν χάλκινο τάσι πάνω στην ποδιά της. Μάλλον θα βρήκε τίποτα σαπούνια, σκέφτεται, όπως τότε η μάνα της. Και πλησιάζοντας, ξαφνικά τον χτυπάει κεραυνός μες στην ψυχή, ανατριχιάζει. Το τάσι, δεν είναι παρά μια καφετιά νεροχελώνα που ψυχορραγούσε – της είχε διαλύσει όλο το καύκαλο, το είχε κάνει κομμάτια, αφήνοντας τα αιμάτινα σπλάχνα του ερπετού να πορφυρογυαλίζουν εκτεθειμένα στον αέρα. Ο Λέων τότε, φοβάται μην έπαθε η κοπέλα καμιά νεύρωση μέσα στη θλίψη της, λόγω του χαμού του Κωστή, ενώ συγχρόνως, ο νους του σκοτεινιάζει, πηγαίνει στο χειρότερο. Αμέσως, σκύβοντας, τη γραπώνει από τους ώμους και της παίρνει την κοτρώνα μέσα απ’ τα χέρια. Η Βάγια, μην μπορώντας να κουνηθεί, γυρνάει και τον κοιτάζει πλάγια – τα μάγουλά της είναι γεμάτα κόκκινες πιτσιλιές.

«Δεν ήξερα ότι θα πέθαινε!» του λέει, ξαφνικά. «Να τον πειράξω ήθελα, να του κάνω μια πλάκα, γιατί ήταν τεμπέλαρος κι όλο ψάχναμε να τον βρούμε! Το φίδι μου ξέφυγε μέσα απ’ τα χέρια, φιλάω σταυρό, αλήθεια! Δεν ήθελα… δεν ήθελα ο Κωστής να πάθει τέτοιο κακό!»

Κι ενώ η φωνή της τρέμει από τους λυγμούς, τα μάτια της παραμένουν σκοτεινά, ανέκφραστα, σχεδόν σχιστά. Σαν του φιδιού.

 

Νίκος Μπελάνε

Τελευταία ανάσα

Το σχέδιο πρέπει να είναι μελετημένο και απλό, τελείως απλό, έλεγε πάντα ο Ρομπέρ, ο ασύλληπτος ληστής, ο παππούς εκείνου που τώρα στέκεται όρθιος πίσω από το τζάμι του μοναδικού παραθύρου στο ισόγειο δωμάτιο 111 του μοτέλ Ευτυχία, του μοναδικού μοτέλ στα δυτικά της πόλης, αρκετά απομακρυσμένου, τόσο, ώστε να αγγίζει τα όρια της ερήμου, μιας ερήμου κίτρινης και κόκκινης όταν ο ήλιος μεσουρανεί και σκοτεινής, απρόσωπης και εφιαλτικής κατά τη διάρκεια της νύχτας, μια έρημος έρημη όλο το εικοσιτετράωρο, που δικαιολογεί απόλυτα το όνομα και την όποια ιδιότητά της, ένα όνομα που δεν αποδόθηκε ποτέ κι από κανέναν, όσες προσπάθειες κι αν έγιναν στο παρελθόν, όσες απόπειρες, γιατί κανείς και ποτέ δεν ασχολήθηκε με την ονοματοδοσία, με την καταχώρηση κάποιου ονόματος στα κατάστιχα των υπηρεσιών, με το όνομα τούτης της στείρας γης όπου όλοι είναι πάντα πρόσκαιροι και περαστικοί, πολύ απλά, όπως απλό υπήρξε και το σχέδιο εκείνου που τώρα κοιτάζει προς τα κει, προς την ανώνυμη έρημο, τη μαύρη έκταση που απλώνεται έξω από τα όρια του ισόγειου δωματίου με τον αριθμό 111 του μοτέλ Ευτυχία, χωρίς να βλέπει τι κοιτάζει, καθώς η νύχτα έχει απλώσει παντού, έχει σκοτεινιάσει τα πάντα μπροστά στα θολά του μάτια, μπροστά στα κουρασμένα και νυσταγμένα μάτια του, πάνω στα χέρια του που επιτέλους έπαψαν να τρέμουν, όμως αδυνατούν να κινηθούν με σταθερότητα, αδυνατούν να ψηλαφίσουν το σημείο εκείνο, κάτω από το πουκάμισο, δεξιά, δίπλα στο στομάχι του αλλά μακριά από την καρδιά του, το σημείο απ’ όπου η μία σταγόνα μετά την άλλη τον εγκαταλείπει, φεύγει, στάζει επάνω στο φθηνό χαλί, το λερώνει κι έπειτα στεγνώνει ή μάλλον μέχρι να στεγνώσει μία ακόμη, η επόμενη σταγόνα, συναντά την προηγούμενη, κι έπειτα κι άλλη, άλλη μία, κι όλες μαζί δημιουργούν έναν λεκέ που δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλεφθεί, δεν είναι η θέση του εκεί, ποτέ δεν ήταν εκεί η θέση του αφού πάντα, όπως πάντα τόνιζε με αυστηρότητα ο Ρομπέρ, το σχέδιο πρέπει να είναι μελετημένο, πολύ καλά μελετημένο πριν από οποιαδήποτε κίνηση, έναρξη, εκκίνηση, όλα τα στάδια, μέχρι το τελικό στάδιο, μελετημένα, όσο απλό κι αν ήταν το σχέδιο, το σχέδιο που όφειλε να είναι πάντα απλό και ήταν, ήταν πράγματι απλό, δεν μπορούσε να είναι απλούστερο και ενώ το ξανασκέφτεται είναι έτοιμος να ορκιστεί στο όνομα εκείνου, ήταν πολύ καλά μελετημένο, παππού, στ’ ορκίζομαι Ρομπέρ, είχα προβλέψει τα πάντα, τα είχα σχεδιάσει όλα, με κάθε λεπτομέρεια, την κάθε κίνηση, δική μου και δική τους, έπαιξα και ξανάπαιξα όλες τις σκηνές, από το πάρκινκ στην αλέα, τα μετρημένα βήματα μέχρι την πόρτα υπηρεσίας, τον χρόνο αλλαγής βάρδιας, το άνοιγμα της πόρτας, τις προειδοποιήσεις, τα λόγια, τις αντιδράσεις όλων, ακόμα και όσων θα βρίσκονταν έξω από τον χώρο, έστω κι αν οπλοφορούσαν, έστω κι αν, οτιδήποτε, όλα, όλα εκτός από ένα, ναι, δεν μπόρεσα να προβλέψω ένα πράγμα, τα τζάμια, ναι, δεν πρόβλεψε ένα και μοναδικό πράγμα, εκείνα τα τζάμια, τη μεγάλη βιτρίνα, τη γυάλινη επιφάνεια, παρόμοια με αυτή που έχει τώρα μπροστά του, ένα τέτοιο τζάμι, λιγότερο βρώμικο, ένα τζάμι που παρά τη φαινομενική ευθραυστότητά του θα τον προστάτευε, ίσως γυάλιζε λίγο παραπάνω, ίσως κάτι άλλο, ένα τζάμι που δεν θα τον χώριζε από μια μαύρη έρημο αλλά από μια λαμπρή επόμενη μέρα, τόσο απλά, παππού, τόσο απλά Ρομπέρ, όσο απλό υπήρξε και το σχέδιο, μπαίνεις, αιφνιδιάζεις, χτυπάς, παίρνεις αυτό που θέλεις και φεύγεις, το αυτοκίνητο προστατευμένο στην αλέα, αθέατο, δεν σε ακολουθεί κανείς, το ξέρεις, δεν πρόκειται να σε ακολουθήσει κανείς τους, δεν έδωσαν καν σημασία, ίσως ανησύχησαν για λίγες στιγμές όμως αυτό ήταν, πέρασε, δεν τους πείραξες, τους πέρασε, γνωρίζουν πολύ καλά, είναι όλα ασφαλισμένα, δεν θα χαθεί δεκάρα, δεν θα ζημιωθεί κανένας, δεν θα χρωστά κανείς σε κανέναν, τους αφήνεις πίσω, σχεδόν ήσυχος, ναι, ήσυχος, δεν πειράχτηκε κανείς, ούτε κι εσύ, μπαίνεις στο αυτοκίνητο, επιστρέφεις έχοντας μέση ταχύτητα, δεν σε κυνηγά κανείς, φτάνεις στο μοτέλ Ευτυχία, η νύχτα πέφτει, η πόρτα του δωματίου 111 ανοίγει, την κλείνεις πίσω σου με κάποιο χαμόγελο ευχαρίστησης, παίρνεις ανάσα, αυτό ήταν, ένα σχέδιο καλά μελετημένο, ένα απλό σχέδιο, μετράς τα χρήματα, είναι όλα εκεί, μέσα στον σάκο μεταφοράς, όλα όσα χρειάζεσαι είναι εκεί, κρατάς ένα ποσό, το μερίδιό σου, τα υπόλοιπα τα αφήνεις μέσα στον σάκο, τοποθετείς τον σάκο στο συμφωνημένο μέρος, στέκεσαι μπροστά στο τζάμι, σκέφτεσαι ότι ένα ποτό δεν θα ήταν άσχημη ιδέα, θα σου έκανε καλό, ένα ποτό μόνο κι έπειτα δρόμο, μόνος, ήσυχος όπως ακριβώς ξεκίνησες, μέσα στη νύχτα, αυτή τη νύχτα που βλέπει τώρα μπροστά του, πίσω από το τζάμι, το τζάμι του μοναδικού παραθύρου και δεν έχει τη δύναμη, ούτε τη διάθεση, ούτε το κουράγιο να σηκώσει απαλά το χέρι του και να το αγγίξει, να αγγίξει την παγωμένη επιφάνεια, την εύθραυστη αλήθεια του, αφήνει το χέρι κρεμασμένο, άδειο, τα χέρια κρεμασμένα, άδεια, καταδικασμένα, ανήμπορα, τα μάτια θολά, το πουκάμισο μουλιασμένο σ’ εκείνο το αόριστο πλέον σημείο, το απροσδιόριστο, δίπλα στο στομάχι, μακριά από την καρδιά, ένα κομμάτι ύφασμα που αποχαιρετά τη μια σταγόνα μετά την άλλη, κι έπειτα κι άλλη, κι όλες μαζί δημιουργούν έναν λεκέ καταστρέφοντας το φθηνό χαλί μια για πάντα, όμως μην τον κοιτάζεις, κοίτα μπροστά, σκέψου τον παππού Ρομπέρ, τον ασύλληπτο ληστή, κοίτα μακριά, μέσα στο σκοτάδι, κοίτα μέσα από το σκοτάδι, τρύπησέ το μια και καλή, μία ακόμα φορά, σκέψου το φως, δες, ο δρόμος μπροστά σου ήδη φωτίστηκε, φώτισε, κάποιες φιγούρες παιχνιδίζουν με το παράλογο, πόση ομορφιά, παίζουν μέχρι να νυστάξουν, παίζουν μέχρι να φωνάξει η μαμά, Ρομπέρ, αύριο πάλι, έλα, ώρα για ύπνο, φτάνει το παιχνίδι, δεν σου έμεινε ανάσα.

 

Ιωάννα Λιούτσια

Απολύει ο Θεός….

«ΜΠΑΜ!»

Η μικρή αίθουσα του επαρχιακού θεάτρου αδειάζει αποκαλύπτοντας το φυστικί χρώμα των βελούδινων θέσεών του, καθώς ο περισσότερος κόσμος τρέπεται άτακτα σε φυγή φοβούμενος μια γενικευμένη επίθεση. Υπάρχουν, όμως, και κάποιοι λίγοι που παραμένουν στον χώρο στραμμένοι στον τόπο του εγκλήματος προσπαθώντας να καταλάβουν τι συμβαίνει. Όμως τα φώτα της σκηνής είναι κλειστά απ’ τη στιγμή που ακούστηκε ο ήχος του πυροβολισμού και με δυσκολία μπορεί κανείς να διακρίνει έναν άνδρα πεσμένο κάτω και δυο μέτρα πιο πέρα, έναν δεύτερο άνδρα κουλουριασμένο και περικυκλωμένο από ψηλές σκιές.

Όταν φτάνει ο αξιωματικός υπηρεσίας της αστυνομίας και το ασθενοφόρο, σχεδόν ταυτόχρονα, εκκενώνουν πλήρως το θέατρο από τους περίεργους, τους δημοσιογράφους που κάλυπταν την περιοδεία του πρώην υπουργού Εργασίας και υποψήφιου πρωθυπουργού στην περιφέρεια και τους παρατρεχάμενους του, αφήνοντας μόνο τον προσωπικό του γραμματέα και τους δυο-τρεις εργαζόμενους του θεάτρου. Τυλίγουν τον νεκρό υποψήφιο με ένα σεντόνι και τον τοποθετούν στο φορείο. Γύρω από το σημείο που έπεσε υπάρχουν μόνο λίγες σταγόνες αίμα. Το περισσότερο το είχε απορροφήσει το μάλλινο πουλόβερ που φορούσε στην ομιλία του. Λίγες ώρες πριν τον είχε συμβουλεύσει ο προσωπικός του βοηθός να ντυθεί ζεστά γιατί σ’ αυτή την πόλη το κρύο τρυπάει τα κόκαλα μόλις κρυφτεί ο ήλιος. Άλλωστε χωρίς πουκάμισο θα έδειχνε και πιο κοντά στον λαό. Κανείς δε θα κοιτούσε την ετικέτα του πουλόβερ.

«Το ξέρω πως οι γυναίκες είστε κάπως ευαίσθητες μ’ αυτά αλλά πιστεύω πως μπορείς να καθαρίσεις τη σκηνή από το αίμα. Δεν είναι και τόσο πολύ άλλωστε. Εσύ βλέπεις περισσότερο κάθε μήνα.» Αντί για σύσπαση στα χείλη, σύσπαση στο μέτωπο – το αστείο του δεν πιάνει. Συνεχίζει. «Η αστυνομία έλεγξε ότι χρειαζόταν να ελέγξει. Καθάρισε μόνο εδώ το αίμα να μη μυρίζει και τα υπόλοιπα τα κάνεις το πρωί, αργήσαμε». Ο υπεύθυνος του θεάτρου αφήνει μόνη της την καθαρίστρια στη σκηνή κι εκείνος αρχίζει να κλείνει φώτα και να κλειδώνει σιγά σιγά τις πόρτες για να σχολάσουν επιτέλους κι αυτοί – αργότερα απ’ ό,τι υπολόγιζαν σήμερα.

Στο μικρό αστυνομικό τμήμα της επαρχιακής πόλης, ο αξιωματικός υπηρεσίας ανακρίνει τον αστυνόμο Λευτέρη Παπαδάκη, μέλος της προσωπικής φρουράς του υποψήφιου πρωθυπουργού, που πραγματοποίησε την επίθεση εναντίον του. Ο Παπαδάκης, πιο πολύ μπερδεμένος παρά μετανιωμένος για την πράξη του, ξεστομίζει ασύνδετες λέξεις και φράσεις. Ο αξιωματικός προσπαθεί να ξεδιαλύνει το παζλ των«για την τιμή μου», «διπρόσωπος», «δεν το έκανα εγώ», «δεν μπορούσα να τον ακούω να λέει άλλο ψέματα», «δεν πρόλαβα», «ζώα είμαστε; τι είμαστε να φέρεται έτσι;», «το ποτήρι ξεχείλισε», «αλλά όχι εγώ».

Αν και σύνηθες να βρίσκεται σε σύγχυση ο δολοφόνος μετά το έγκλημα, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι ταινίες κι οι σειρές, το παράξενο με αυτόν τον δολοφόνο είναι ότι δεν αρνείται τίποτα. Ίσα ίσα φαίνεται να στεναχωριέται για κάτι που δεν κατάφερε να κάνει τελικά. Αυτά σκεφτόταν ο αξιωματικός όταν τον διέκοψαν οι συνάδελφοί του που εξέταζαν το όπλο που είχε χρησιμοποιήσει ο Λευτέρης Παπαδάκης κατά την επίθεσή του λίγο πριν. Ήταν πολύ ταραγμένοι και μιλούσαν για κάποιο λάθος. Ο αξιωματικός αφήνει για λίγο μόνο του τον ύποπτο Παπαδάκη και πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο για να μάθει τι επιτέλους πάει στραβά μ’ αυτό το πιστόλι.

«Το πιστόλι αυτό δεν έχει κανένα ίχνος εκπυρσοκρότησης. Όλα τα φυσίγγια είναι στη θέση τους. Κι είναι και κάτι ακόμη. Όπως βλέπεις, το όπλο φέρει σιγαστήρα. Από πού ακούστηκε το μπαμ την ώρα του πυροβολισμού;»

Ο αξιωματικός βρίσκεται πλέον κι αυτός σε σύγχυση. Ένα σωρό σκέψεις κατακλύζουν το μυαλό του. Μήπως υπάρχει και κάποιο άλλο όπλο που δεν βρήκαν; Πάντως πάνω στον Παπαδάκη δεν βρέθηκε άλλο όπλο. Να έχει κάποιον συνεργό μες στη φρουρά κι έδωσε σε εκείνον το περίστροφο του εγκλήματος; Και πώς συνδέονται τα «τρικυμία εν κρανίω» λόγια του Παπαδάκη με όλα αυτά; Τι εννοεί ότι δεν πρόλαβε; Τι δεν πρόλαβε; Κι αν εννοεί πως μες στην ταραχή δεν πρόλαβε να κρύψει το όπλο και πετάχτηκε σε κάποια γωνιά του θεάτρου; Το θέατρο έχει τόσες κρυφές γωνιές… Άσε που τα χρώματα, τα χαλιά, οι θέσεις που κλείνουν προς τα πάνω μπορούν να ξεγελάσουν το μάτι. Να είναι εκεί και να μην το βρήκαν προηγουμένως; Η σκέψη αυτή τον τρομοκράτησε. Θα γίνει ρεζίλι. Αντί για προαγωγή, θα χάσει και τον βαθμό που έχει τώρα. Το αποφάσισε. Πρέπει να εξεταστεί κάθε πιθανότητα συνέργειας μεν, αλλά πρέπει, χωρίς να μαθευτεί και δώσει δικαιώματα ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του, να ερευνήσει ξανά το θέατρο. Πρέπει να διαπιστώσει αν βρίσκεται το όπλο παραχωμένο σε καμιά κουίντα του θεάτρου, πριν το βρει η καθαρίστρια αύριο το πρωί και του το φέρει στο τμήμα κουνιστή και λυγιστή. Πρέπει να δράσει γρήγορα και κρυφά.

Χωρίς να χάσει καιρό ζητάει από τον αστυνομικό που κάνει βάρδια να του βρει το τηλέφωνο του υπεύθυνου του θεάτρου. Εκείνος του το φέρνει μετά από λίγο αλλά δείχνει κάπως δύσθυμος.

«Πάτε στοίχημα πως δεν θα το σηκώσει; Έχει σχολάσει τώρα.»

«Μα είμαι η αστυνομία.»

«Καλά, κι αυτός είναι στο χωριό του.»

Ο αξιωματικός σηκώνει το ακουστικό και καλεί. Το τηλέφωνο χτυπάει χτυπάει αλλά κανείς δεν το σηκώνει. Μετά τις τρεις πρώτες φορές ο αξιωματικός παραιτείται από την προσπάθεια.

«Εγώ σας το ‘πα. Σχόλασε, αποκλείεται να σηκώσει τηλέφωνο.»

Ας είναι, σκέφτηκε ο αστυνομικός. Της νύχτας τη δουλειά τη βλέπει η μέρα και γελά. Θα ψάξω αύριο το πρωί. Τι μπορεί να πάει στραβά για λίγες ώρες;

Την επομένη στις 8 το πρωί ο αξιωματικός και δύο αστυνομικοί στημένοι έξω από το θέατρο περιμένουν τον υπεύθυνο να ανοίξει. Κατά τις 8.15 έρχεται πρώτη η καθαρίστρια που ανοίγει με τα κλειδιά της και χωρίς να πούνε κάτι πέρα από τα τυπικά, αφήνει τους τρεις άντρες μόνους μέσα στην αίθουσα, ενώ εκείνη πηγαινοέρχεται κάνοντας δουλειές. Όταν φτάνει ο υπεύθυνος του θεάτρου με τον ηλεκτρολόγο, βρίσκουν τους αστυνομικούς να περιεργάζονται κάθε σπιθαμή των βελούδινων φυστικί καθισμάτων και τον αξιωματικό να είναι βουλιαγμένος σ’ ένα από αυτά και να μασουλάει το πλαστικό ριγέ καλαμάκι από το φραπέ που του είχε φτιάξει προ ολίγου η καθαρίστρια.

«Α, καλημέρα σας, δεν ήξερα ότι θα έρθετε ξανά. Δεν πειράξαμε τίποτα, μόνο το αίμα καθαρίσαμε απ’ τη σκηνή, ελπίζω να μην πειράζει.»

«Αν σηκώνατε το τηλέφωνό σας χθες το βράδυ θα το ξέρατε.»

«Α, το έχω μόνο για τη δουλειά. Μετά δεν θέλω ζαλούρα πάνω απ’ το κεφάλι μου μ’ αυτά τα μηχανήματα του διαβόλου.»

«Τέλοσπάντων, δεν πειράζει» ο αξιωματικός ξαναπιάνει να μασουλάει το καλαμάκι του.

«Παρακαλώ κάνετε τη δουλειά σας, έχετε ώρα ακόμη, εμείς κάτι προβολείς θα τσεκάρουμε αν λειτουργούν» λέει ο υπεύθυνος, ενώ ο ηλεκτρολόγος βαδίζει προς την κονσόλα του.

Για λίγη ώρα, ο αξιωματικός μένει να κοιτά τα φώτα των προβολέων που αναβοσβήνουν κι ακούει τον υπεύθυνο να φωνάζει νούμερα στον ηλεκτρολόγο. Πριν τον πιάσει ακόμη μεγαλύτερος πονοκέφαλος και με τους αστυνομικούς του να τον διαβεβαιώνουν πως δεν βρίσκουν το παραμικρό, ο αξιωματικός αποχωρεί. Ο υπεύθυνος του θεάτρου τον συνοδεύει μέχρι έξω στον δρόμο εκφράζοντας του τις ανησυχίες του. Φοβάται μήπως στιγματιστεί το θέατρο απ’ τη δολοφονία, οι τοπικές αρχές θα έπρεπε να στηρίξουν το θέατρο όπως μπορούν.

Στο ηλεκτρολογείο η καθαρίστρια με τον ηλεκτρολόγο ανάβουν ήρεμα το καθιερωμένο τσιγάρο του διαλείμματος:

«Το κάθαρμα! Εξαιτίας του αναγκάστηκα να επιστρέψω στο πατρικό μου 50 χρονών γυναίκα. Κι ένας Θεός ξέρει πώς τα φέρνουν βόλτα κι οι άλλες τώρα… Του άξιζε, για όλες μας.»

«Ε, και για όλους μας, εδώ που τα λέμε.»

«Θες λίγο πίτα; Μόνο να προσέξουμε με τα ψίχουλα. Μόλις καθάρισα.»

 

Ρουμπίνη Διαμαντοπούλου

Noir #not

Τεντώνεται, με μια σχεδόν θεατρική κίνηση των χεριών, κατεβάζει τα πόδια του από το γραφείο, σηκώνεται και αργά χωρίς να βιάζεται, κλείνει τα στόρια. «Τέλος για σήμερα, γέρο», λέει στο γκρίζο γάτο που κοιμάται στην καρέκλα. «Το νου σου». Το τσιγάρο, σβηστό, μετατοπίζεται ανάμεσα στα δόντια του καθώς μιλάει. Απλώνει το χέρι του για τη μαύρη καπαρντίνα που κρέμεται στον τοίχο. Σχεδόν αγγίζει το πόμολο, όταν το χτύπημα από την άλλη πλευρά της πόρτας τον αιφνιδιάζει. Γυρίζει το βλέμμα του στο ρολόι στον τοίχο και ενώ νιώθει -ενώ ξέρει- ότι τίποτα καλό δεν φέρνουν τα διστακτικά χτυπήματα μέσα στη νύχτα, ανοίγει.

Το άρωμα της, πιο ανυπόμονο από εκείνη, ορμάει στο στενό γραφείο και ανακατεύεται με την μυρωδιά της νικοτίνης, μπλέκει με τον βαρύ αέρα του δωματίου και αναμετριέται με την οσμή της υγρασίας. Είναι ένα άρωμα πικρό και την ίδια στιγμή γλυκερό και μελωμένο. Του αρέσει. Εκείνη, στέκεται στην πόρτα. Τα μάτια της σκούρα, στην απόχρωση που έχουν τα σύννεφα όταν φέρνουν καταιγίδα, τον κοιτάζουν. Και μετά, τον κοιτάζουν κι άλλο. «Κλείσαμε» λέει αυτός άχρωμα και έπειτα μια φλόγα μπαίνει ανάμεσα τους κι ανάβει το τσιγάρο του. «Μπορώ;» λέει εκείνη και χωρίς να περιμένει απάντηση, μπαίνει. Το κασμιρένιο παλτό της στο χρώμα του βασάλτη, τρίβεται στον ώμο του. «Έχουμε κλείσει για απόψε» λέει αυτός, αλλά εκείνη έχει βγάλει ήδη την ασημένια ταμπακέρα και περιμένει την φωτιά του. Φυσάει αργά τον καπνό προς το ταβάνι: «τότε, είμαι τυχερή που σε πρόλαβα», απαντάει. Κάθεται και σταυρώνει τα πόδια της. Το δέρμα της έχει την πιο υπέροχη απόχρωση, το πρόσωπο της λάμπει παράδοξα στον υποφωτισμένο χώρο, μοιάζει με γλυπτό σμιλεμένο σε λάβα από λιωμένες πέρλες.

«Και μιας και δεν είσαι πια σε ώρα εργασίας, υποθέτω θα προσφέρεις ένα ποτό σε μια κυρία».

Τα χείλη της αφήνουν ένα ανθρακί αποτύπωμα στο ποτήρι. Κανείς τους δεν σκέφτεται να ανάψει το φως, το φεγγάρι ρίχνει μια κινηματογραφικά ασημένια λάμψη στο μικρό δωμάτιο, φωτίζει μαλακά το προφίλ της σαν ρομαντικός σκηνοθέτης. Εκείνη δεν δείχνει να βιάζεται, τελικά βρίσκει ένα κενό σημείο και σβήνει το τσιγάρο στο μαρμάρινο τασάκι.

«Η δουλειά που θέλω να αναλάβεις, ξέρω, δεν είναι του στυλ σου, αλλά…»

«Αλλά;»

«Αλλά χρειάζομαι τον καλύτερο».

«Κι εγώ είμαι αυτός;»

«Έτσι λένε»

«Και τι άλλο λένε;»

«Λένε πως είσαι ο μόνος που γύρισε την πλάτη στον μονόφθαλμο Τζο και έζησε για να πει την ιστορία»

«Έτσι λένε;»

«Έτσι…»

Σηκώνεται και γυρίζει προς το παράθυρο, με το δάχτυλο της παραμερίζει ελάχιστα τα στόρια. Τα νύχια της γυαλίζουν, είναι βαμμένα στο χρώμα της νύχτας. Κοιτάζει για λίγο κάτω, το σκοτεινό δρομάκι. Ο τρόπος που τεντώνει το λαιμό της καθώς γέρνει το όμορφο κεφάλι της για να δει καλύτερα· Ο τρόπος που αγγίζει ανεπαίσθητα το λοβό του αυτιού της· Ο τρόπος που πλησιάζει στο πρόσωπο του και ψιθυρίζει βραχνά «Λοιπόν;»· Είναι ο τρόπος της γυναίκας που ξέρει πώς να πάρει αυτό που θέλει.

Θα της το έδινε, έτσι κι αλλιώς.

«Και μετά αυτή θα τον προδώσει, έτσι δεν είναι; Έτσι δεν γίνεται πάντα; Γιατί δεν μπορούν να ερωτευτούν παράφορα αυτή τη φορά και να φύγουν για ένα μέρος φωτεινό και ζεστό; Ένα μέρος με χρώματα. Το ξέρεις ότι πριν εφευρεθεί η έγχρωμη τηλεόραση οι άνθρωποι έβλεπαν ασπρόμαυρα όνειρα; -Αχ!- Δεν θα μου άρεσε να βλέπω ασπρόμαυρα όνειρα, θα ήταν απαίσιο. Θα τους βάλεις να ερωτευτούν μωρό μου; Να φύγουν μακριά από τον μονόφθαλμο Τζο και τις σκούρες σιλουέτες στα δρομάκια και τα σκοτάδια και τα αποπνικτικά δωμάτια γεμάτα με καπνό και τους αδίστακτους γκάνγκστερ. Να κάνεις τα χείλια της κόκκινα, να γελάνε δυνατά και τα μαλλιά της σκούρα ξανθά σαν εκείνο το μέλι, θυμάσαι; Και τα δικά του μάτια να τα κάνεις πράσινα ή γαλάζια, ε μωρό μου;

Ξέρεις κάτι; Ξέρεις τι σκέφτομαι; Κάπου διάβασα κάτι τρομερό, ότι τα χρώματα είναι ο τρόπος που έχει το μυαλό μας για να λύνει τον κώδικα των συχνοτήτων του φωτός -ναι, έτσι ακριβώς το έλεγε- και ότι το μαύρο και το άσπρο δεν μετράνε σαν αληθινά χρώματα, το ήξερες εσύ αυτό μωρό μου; Το άσπρο και το μαύρο, είναι οι απόκληροι του ορατού φάσματος, σαν αυτούς τους δύο εκεί στην ιστορία σου. Σαν αυτό το ζευγάρι. Εκείνη, είναι το άσπρο, γιατί έχει κρυμμένα μέσα της όλα τα άλλα χρώματα παρόλο που δεν έχει ιδέα και αυτός είναι το μαύρο. Το μαύρο δεν είναι χρώμα ακριβώς είναι η απουσία του φωτός, για αυτό όταν σβήνουμε το φως τα βλέπουμε όλα μαύρα. Σου είπα τώρα μόλις, το διάβασα κάπου. Και βέβαια είναι αλήθεια, πώς θα μπορούσα να τα βγάζω από το μυαλό μου!

Όχι, δεν θέλω να μου διαβάσεις παρακάτω. Ξέρω τι θέλεις να κάνεις. Θα τους αναγκάσεις να κάνουν κάτι φριχτό, είμαι σίγουρη. Δεν θέλω να καθίσω. Είμαι ήρεμη, δεν χρειάζεται να ηρεμήσω. Δεν θέλω όμως να ακούσω ούτε άλλη μια λέξη από την ασπρόμαυρη ιστορία σου. Καν τους να ερωτευτούν, καν τους να χάσουν το μυαλό τους από έρωτα. Όχι, δεν θα σταματήσω! Γιατί πρέπει όλοι πάντα να είναι κακοί; Έκπτωτοι; νιχιλιστικά καθάρματα, ύπουλοι προδότες; Βάλτους να ερωτευτούν και να ζήσουν. Αν μ’ αγαπάς, αν μ’ αγαπάς για μια φορά, για αυτή τη φορά πνίξτους στον έρωτα. Και στο χρώμα και στην ομορφιά. Γιατί μόνο έτσι αξίζει να ζεις μωρό μου, μόνο έτσι. Κάν’ το για μένα!

Κι εγώ σ’ αγαπώ. Ευχαριστώ μωρό μου, έλα κοντά μου, έλα ‘δω.»

 

Χρήστος Γκαϊντατζής

Η μετάγγιση

Ο υπαστυνόμος Γεωργίου, αφού έσβησε το τσιγάρο του, έφτυσε στο πάτωμα και κοίταξε κατάματα τον κατηγορούμενο για τον βιασμό της έφηβης, του έριξε μία δυνατή σφαλιάρα και βγήκε. Φορούσε τα πολιτικά του σήμερα, όπως και κάθε μέρα. Ποτέ δεν φόραγε την στολή του. Ποτέ. Βγήκε. Άνοιξε την μεγάλη πόρτα και την έκλεισε. Διέσχισε τον διάδρομο βρίζοντας και φτύνοντας το γυαλισμένο πάτωμα. Άνοιξε την μικρή πόρτα και μπήκε στο γραφείο του. Άπλωσε τα πόδια του πάνω στο γραφείο. Έλυσε την ζώνη του που τον έσφιγγε λίγο και μετά έξυσε το σημαδάκι από το σφίξιμο. Τα έγγραφα δεν τα κοίταξε. Ποτέ δεν τα κοίταζε. Είχε να τα κοιτάξει πολύ πολύ πολύ καιρό. Ήπιε λίγο καφέ. Μετά κατέβασε δύο κρουασάν βουτύρου και τελείωσε τον καφέ του. Μασούσε ακόμα όταν του το είπαν. Το πρόσωπό του γέμισε τρίγωνα και τετράγωνα – σχηματισμοί από τους μυς που συσπώνταν. Ζαλίστηκε. Άνοιξε το παράθυρο. Δεν μπορούσε να το αντέξει. Δεν άντεχε να το κοιτάξει κατάματα. Δεν μπορούσε, δεν ήθελε, ποιος ξέρει. Ήταν μία απλή υπόθεση. Κάτι γύφτοι δολοφονημένοι δεμένοι γυμνοί σε δυο καρέκλες με τα κεφάλια κομμένα στο πάτωμα. Απλή υπόθεση, σκέφτηκε. Κι όμως δεν μπορούσε να αντέξει. Έκλαιγε, έκλαιγε σαν μωρό. Αδύνατον ρε παιδιά, είναι δυνατόν ρε παιδιά; Ρε παιδιά; Και τόσο αίμα ρε παιδιά πάμε καλά; Αναρωτιόταν. Εν πάσει περιπτώσει, θα το αναλάβω, μια απλή υπόθεση είναι. Έτσι σκέφτηκε και οι οφθαλμοί του γέμισαν δάκρυα. Βλέπετε και ο ίδιος γύφτος ήταν. Έτσι έλεγε. Ότι τον υιοθέτησαν όταν ήταν μωρό. Ήταν και λίγο μαυριδερός ο Γεωργίου τώρα που το λέμε. Με χτυπάει στο φιλότιμο επαναλάμβανε. Κυλάει στο αίμα μου αυτή η ράτσα, εγώ θα την σώσω έλεγε. Και έπειτα από δύο μέρες συνέχισε να λέει ότι είναι αριστοκρατικής καταγωγής από την Καρθαγένη. Βασιλιάς της Καρθαγένης. Ρεύτηκε τα κρουασάν και τον καφέ και επέστρεψε στην δουλειά. Ως το μεσημέρι δηλαδή δεν έκανε απολύτως τίποτα.

Όταν σχόλασε – λίγο μετά το μεσημέρι – επέστρεψε στο σπίτι όπου ζούσε μόνος του. Ένα σπίτι άδειο, βρώμικο, παρατημένο. Μη κατοικήσιμο. Χωρίς κορνίζες, τίποτα. Άδειο, άδειο. Μόνο δύο – τρεις φωτογραφίες από φόνους είχε έτσι να τους θυμάται. Έφαγε από μία κονσέρβα μέσα στην βρωμιά και την αθλιότητα. Στην κατάντια του κόσμου αφιερώθηκε αυτό του το γεύμα. Τριγυρνώντας με λευκό σώβρακο και φανελάκι (σταλαγμένο με σάλτσα από μακαρόνια φυσικά) έφτασε στο κρεβάτι. Την έπεσε για μία – δύο μέρες. Η εαρινή αυτή νάρκη δεν διήρκησε παραπάνω από τρεις ημέρες. Πάντα με μικρά διαλείμματα για τουαλέτα και φαγητό. Από την δουλειά δεν τον έψαξε κανείς. Όχι ότι δεν υπήρχε δουλειά – αυτή πάντα υπήρχε – απλά κανείς δεν τον έψαξε. Ούτε τηλέφωνο, ούτε τίποτα. Θυμήθηκε το πρωί της τρίτης ημέρας απότομα, ξαφνικά την δουλειά του. Δεν προλάβαινε να ντυθεί. Πήγε με τα πολιτικά του πάλι. Όπως κάθε άλλη μέρα. Διέσχισε τον διάδρομο και άνοιξε την μεγάλη πόρτα. Μπήκε στην αίθουσα της ανάκρισης. Η μεγάλη λάμπα κρεμόταν πάνω από το σιδερένιο τραπέζι όπου καθόταν στην μία εκ των δύο καρεκλών ο κατηγορούμενος για τον βιασμό κατ’ εξακολούθηση της έφηβης. Τον έβρισε και τον έδειρε άγρια. Μετά του έφεραν κι άλλες εικόνες από αποκεφαλισμένους γύφτους και ξεκίνησε να κλαίει. Ευαίσθητη ψυχή.
Παρόλο που πολλοί θα μπορούσαν να συμπεράνουν από όλα τα παραπάνω το αντίθετο. Αλλά αυτό κατά την ταπεινή του γνώμη δεν ίσχυε. Διότι παρόλο που έβαζε τα πόδια του στο γραφείο και αγνοούσε τα έγγραφα πάντοτε είχε στόχο να πατάξει το έγκλημα, να το εξουδετερώσει. Επομένως, ό,τι και αν έκανε πάντα αποσκοπούσε σε ακριβώς αυτό: την εξουδετέρωση.
Πήρε το υπηρεσιακό του πιστόλι και το έχωσε στην μέσα πλευρά του παντελονιού του με τέτοιο τρόπο ώστε να στηρίζεται από την ζώνη του. Σε δεκαπέντε λεπτά είχε φτάσει στο σημείο. Πέντε αποκεφαλισμένοι γύφτοι ξανά και δίπλα καθόταν εκείνος. Ο εκτελεστής. Έτσι θα τον αποκαλούμε. Ήταν δεμένος με χειροπέδες. Ο Γεωργίου τον πλησίασε. Αφού τον έδειρε άγρια:
– Γιατί το έκανες;
– Η οργάνωση.
– Η ποιά;
– H οργάνωση. Αυτή με έστειλε.
– Άρα εκτελούσες οδηγίες.
– Όχι.
– Τότε;
– Ήθελα και το έκανα επίσης.
– Έτσι ε.
– Ναι.
Τον ξυλοκόπησε ξανά. Ο εκτελεστής έφτυσε λίγο αίμα. Χέρια γεμάτα σβάστιγκες. Μαύρο κοστούμι με ναζιστικά σύμβολα πάνω.
– Γιατί ήθελες να το κάνεις;
– Καθαρίζω την κοινωνία μας από παράσιτα. Αραιώνω το μολυσμένο αίμα που κυλάει στις εθνικές και τους δρόμους.
– Αίμα – μολυσμένο.
– Ναι, το δικό τους.
– Μιλώντας για αίμα, έχεις χάσει πολύ. Πρέπει να μεταφερθείς στο νοσοκομείο.
Και ο εκτελεστής τον έφτυσε στα μούτρα.
Μεταφέρθηκε γρήγορα στο αποστειρωμένο νοσοκομείο με τους λευκούς τοίχους και τα πλαστικά στους διαδρόμους για να μην χτυπάνε τα φορεία. Τα παράθυρα ήταν πολλά. Στην εντατική του πέρασαν μάσκα οξυγόνου. Γιατροί έτρεχαν από εδώ και από εκεί δίνοντάς τις πρώτες βοήθειες. Ειδικευόμενοι, νοσοκόμες, χαμός. Σιγά-σιγά ο εκτελεστής άνοιξε τα μάτια του. Ένας νεαρός γιατρός ήρθε και του φώτισε τα μάτια με έναν φακό ελέγχοντας τις ζωτικές του λειτουργίες. Ο γιατρός άρχισε να τον ρωτάει διάφορα. Ημερομηνία, ώρα, αν είναι μέρα ή νύχτα. Τίποτα. Ο εκτελεστής έδινε ασαφείς απαντήσεις ή απέφευγε να απαντήσει. Ο Γεωργίου καθόταν πάντα στην γωνία δίπλα στο παράθυρο επιτηρώντας την όλη διαδικασία. Μία γιαγιά με μάσκα οξυγόνου δίπλα του. Άναψε τσιγάρο. Οι νοσοκόμες σε φρενήρη ρυθμό. Μετέφεραν πότε τραυματίες από ατυχήματα και πότε από μάχες με μαχαίρια. Φορεία έτρεχαν από εδώ και από εκεί. Μία δύσκολη ημέρα για τα επείγοντα. Μία ομάδα ειδικευόμενων φοιτητών έσκυψαν πάνω από τον εκτελεστή. Ο Γεωργίου μόρφασε. Δεν μπορούσε να δει. Ξεκίνησε να ωρύεται και οι φοιτητές σκορπίστηκαν. Έκανε ένα νεύμα σε έναν γιατρό. Έπειτα:
– Μπορείς να μας ακούσεις; ρώτησε ο γιατρός.
– Μχμ, έκανε ο εκτελεστής.
– Λοιπόν, ποιο είναι το όνομά σου;
Ψέλλισε κάτι από γάμμα.
– Καλά, δεν πειράζει. Κύριε, η κατάστασή σας είναι πολύ κρίσιμη.
– Μχμ.
– Θα χρειαστεί να γίνει μετάγγιση αίματος.
– Εντάξει.
– Θα πρέπει να υπογράψετε εδώ.
– Οτιδήποτε. Αρκεί να συνεχιστεί η άθλια ζωή μου, γιατρέ.
– Υπόγραψε.
Υπάκουσε. Μετά:
– Να και οι σωτήρες σου.
Από την πίσω είσοδο μπήκε μία οικογένεια που ο εκτελεστής θα αποκαλούσε γύφτους. Ο άντρας ανασήκωσε τα μανίκια του και κάθισε σε μία μεταλλική καρέκλα δίπλα στον εκτελεστή, έτοιμος να δώσει αίμα. Όταν ο εκτελεστής τον αντιλήφθηκε, αφήνοντας μία δυνατή κραυγή, ξεψύχησε. Ο Γεωργίου χαμογελούσε ικανοποιημένος.
Ευχαρίστησε τον γιατρό και εκείνος έβγαλε την ρόμπα του. Ο Γεωργίου γελούσε με την καρδιά του. Άλλη μία μέρα που τιμώρησε το έγκλημα. Δύο αστυνομικοί των συγχάρηκαν για το σχέδιό του με τον εκτελεστή και έπειτα αλλάζοντας ξαφνικά έκφραση, τον ξυλοκόπησαν άγρια. Τα ρούχα του γέμισαν αίματα. Ο Γεωργίου άρχισε να ουρλιάζει καθημαγμένος.
– Γιατί το έκανες ρε Γεωργίου; Γιατί σκότωνες τους γύφτους; Τι σου έφταιξαν ρε Γεωργίου; έλεγαν εκείνοι.
Και ο Γεωργίου δεν απαντούσε, μόνο περίμενε στο νεκροκρέβατο, στην μεταλλική κλίνη να του περάσουν το καινούργιο αίμα. Και ο νεαρός γιατρός του περνούσε με έναν φακό ένα – ένα τα μάτια ελέγχοντας τις ζωτικές του λειτουργίες. Τον ρωτούσε και τον ρωτούσε, ώρες ολόκληρες του φάνηκαν του Γεωργίου. Ημερομηνία, ώρα, μέρα κλπ. Τον έβαλαν γρήγορα – γρήγορα να υπογράψει. Το έκανε. Να και οι σωτήρες σου. Μπήκαν μια οικογένεια γύφτοι. Ο πατέρας γύρισε τα μανίκια. Κάθισε δίπλα του. Ο Γεωργίου τον είδε και ανάσανε για τελευταία φορά.

 

Στέργιος Χατζηκυριακίδης

O γραφειοκρατικός θάνατος της Νούλατζη

Στη συνέλευση του τμήματος κοινωνικών επιστημών υπήρχε ένα και μοναδικό θέμα στην ατζέντα. Ποιος σκότωσε την επίκουρη επί θητεία καθηγήτρια Αλεξάνδρα Νούλατζη; Η συνέλευση ξεκίνησε με μερικά δευτερόλεπτα καθυστέρηση, πράγμα το οποίο είχε ήδη δημιουργήσει μια αναπάντεχη αναταραχή. Ο πρόεδρος δεν τους είχε συνηθίσει σε τέτοιες παράλογες αποκλίσεις από τον βασικό σχεδιασμό του τμήματος, που δεν ήταν άλλος από αυτό (το τμήμα) να είναι το πιο άρτιο, πειθήνιο, και παράλληλα τρομακτικό κεφάλι, της παγκόσμιας ακαδημαϊκής γραφειοκρατίας. Δεν ήταν τυχαίο που επί τέσσερα συναπτά έτη το τμήμα συμμετείχε αδιαλείπτως με διακρίσεις που δεν ήταν συνηθισμένες για ελληνικό πανεπιστήμιο-κατά τα λόγια της υπουργού παιδείας που φώναζε για εξωστρέφειες και ηγεμονίες της αριστεράς στην μεγάλη 80άρα σμαρτ οθόνη στο γραφείο του προέδρου- στο κογκρέσο γραφειοκρατίας, δυσλειτουργίας και ακαδημαϊκής κατάθλιψης, και το οποίο γινόταν κάθε χρόνο στο μεγάλο υπερπολυτελές και συνάμα μπρούταλιστ αισθητικής κτίριο, δίπλα στο εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από μαύρο κάρβουνο στα υψίπεδα της Δ. Μακεδονίας. Όχι, δεν μπορούσε το τμήμα κοινωνικών επιστημών, που αποσπούσε όλα αυτά τα χρόνια, σταθερά και με συνέπεια, την πρώτη θέση, να ξεφύγει του στρατηγικού του σχεδιασμού και να ξεκινήσει διαδικτυακή συνέλευση με τέτοια καθυστέρηση. Σε αυτά τα 27 (ολογράφως: είκοσι επτά) δευτερόλεπτα που διήρκεσε αυτό το μαρτύριο για τα βραβευμένα μέλη ΔΕΠ του τμήματος, ο θάνατος της Νούλατζη είχε παραγκωνιστεί μπροστά στην προοπτική ενός άλλου επικείμενου θανάτου που έπρεπε συλλογικά να αποτρέψουν: του πραγματικού θανάτου του μοναδικού πράγματος για το οποίο το τμήμα ήταν συλλογικά γνωστό στον ακαδημαϊκό κόσμο, και κατά συνέπεια-μια και οι λοιπές ερευνητικές και ακαδημαϊκές δραστηριότητες όλων των μελών ΔΕΠ του τμήματος άθροιζαν ατομικά και σωρευτικά σε ένα σημείο τόσο κοντά στο μηδέν, που αν ήσουν μηχανικός και η ακρίβεια στις μετρήσεις πήγαινε μέχρι τα τρία δεκαδικά ψηφία, ήταν όντως μηδέν- τον πραγματικό θάνατο του τμήματος. Καταλαβαίνετε λοιπόν, ότι, όταν στο 28ο δευτερόλεπτο, τα μέλη του τμήματος κατάφεραν να συνδεθούν στη συνέλευση, η ατμόσφαιρα δεν ήταν αυτή που πίστευαν ότι θα έπρεπε να παραμείνει για πάντα.

****************************************

Το πρόσωπο του προέδρου ήταν ανέκφραστο όταν πάτησε το κουμπί διαμοιρασμού της οθόνης. Η συγκεκριμένη ενέργεια έφερε στο προσκήνιο ένα κακοφτιαγμένο powerpoint με μια φωτογραφία της Νούλατζη, η οποία είχε κοπεί μάλλον ατέχνως από μια φωτογραφία του κηδειόχαρτου της ίδιας και είχε μεγεθυνθεί σε τέτοιο βαθμό που το κάθε πίξελ θα μπορούσε να είναι η ίδια η νεκρή. «Κύριε πρόεδρε, ξεπεράσατε τον εαυτό σας αυτή τη φορά! Καταπληκτικό powerpoint. Επιτέλους και ένα θετικό μέσα στα τόσα άσχημα που έχουνε συμβεί τις τελευταίες μέρες. Ανάσα αριστείας», είπε η Κωστοπούλου (Ιωάννα), η οποία σύντομα ετοίμαζε την αίτηση ανέλιξής της σε αναπληρώτρια καθηγήτρια με ειδίκευση στις κοινωνικές επιστήμες, άσχετα αν στην πραγματικότητα δεν είχε απολύτως καμία ειδίκευση, και για αυτό υπολόγιζε ότι το να γλύφεις[1] πατόκορφα, για την ακρίβεια πατόθονα, τον πρόεδρο που θα είναι μέλος στην επιτροπή ανέλιξης, είναι και αυτό ένα είδος ειδίκευσης. «Δεν είναι δα και κάτι τόσο σημαντικό. Γνωρίζετε όλες και όλοι ότι ξέρω το καλύτερο ίντερνετ στο τμήμα. Έχω πάρει και βραβείο καλύτερου ίντερνετ…», είπε ο πρόεδρος με κάποια απάθεια και συνέχισε αποφασιστικά, αλλά και με κάποια θλίψη αναμεμιγμένη με έντονη και ανεπιτυχώς συγκεκαλυμμένη οργή

«Στο θέμα μας τώρα. Μάλλον στα θέματά μας. Διότι η Νούλατζη πέθανε, αυτό έγινε και αυτό θα συζητούσαμε. Παρόλα αυτά στην πορεία, εξωτερικοί παράγοντες δεν μου επέτρεψαν να μπω, ως είθισται, στην ώρα μου, και έτσι να κινδυνεύσει η ζωή του μικρού θαύματος που δημιουργήσαμε εδώ μέσα όλα αυτά τα χρόνια: της καλύτερης γραφειοκρατίας που έχει δει ο πολιτισμένος κόσμος».

«Κύριε πρόεδρε, πρέπει να φτάσουμε στο βάθος του ζητήματος. Στην τελική ποιος τη γαμάει και τη Νούλατζη με το συμπάθιο, εδώ κινδυνεύομεν με αφανισμό», είπε ο καθηγητής Αναριανάκης, αδίστακτος, παράλληλα άχρηστος, κοινωνιολόγος, και γενικά πολύ μαλάκας.

«Έτσι είναι, κ. πρόεδρε. Και καταλαβαίνω τον τόνο του κ. Αναριανάκη», είπε ο Κουμανάκης, ο γλείφτης του Αναριανάκη (σε αυτό το τμήμα, οι έχουσες και έχοντες κάποιο αξίωμα, έχουν και από μία ή έναν τουλάχιστον γλείφτη).

«Πρέπει να μας πείτε τι έχει συμβεί και υπήρξε αυτήν η καθυστέρηση των 27 ολόκληρων δευτερολέπτων. Εάν συνδεθούμε 27 δεύτερα νωρίτερα, θα τελειώσουμε και 27 δεύτερα αργότερα θεωρητικά, αν υποθέσουμε ότι μια συνέλευση, μπορεί να πάρει για πάντα. Έτσι είναι γραμμένο στο καταστατικό τουλάχιστον, αν και δεν βγάζει κάποιο νόημα, για να σας πω την αλήθεια. Αν από την άλλη, αργήσουμε 27 δευτερόλεπτα, το «για πάντα» γίνεται «για πάντα μείον το 27», το οποίο παύει να είναι «για πάντα», αν δεν απατώμαι. Κύριε πρόεδρε, Παναγία μου, θα σκοτωθούμε! Θα χάσουμε το βραβείο; Πέστε κάτι, επιτέλους! Και γιατί δεν έχει προστεθεί αυτό το ζήτημα στην ατζέντα; Αυτή τη στιγμή μιλάμε για ένα ζήτημα που υπάρχει στην ατζέντα; Είναι δυνατόν, εσείς, ο μεγαλύτερος ορχεοθραύστης τυπικότητας, να έχετε κάνει τέτοιο λάθος».

Ένα συλλογικό «Χριστέ μου» ακούστηκε από το τμήμα, ακόμα και από τον ίδιο τον πρόεδρο, μια πιο πολύ από τη γραμματέα τους, τη Μάρθα Τοπαλίδου, τον κέρβερο της άχρηστης τυπικότητας, και καταλυτικό παράγοντα για τα περισσότερα από τα βραβεία τους. Δεν είχαν καταλάβει καν ότι το σύστημα ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ που μοναδικό σκοπό είχε να προσθέτει εγκαίρως θέματα στη γενική συνέλευση, για πρώτη φορά δε λειτούργησε. Φυσικά, όλη αυτή την ώρα η Νούλατζη, εξακολουθούσε να είναι νεκρή. Η Τοπαλίδου άρχισε να κραυγάζει και να βρίζει το σύστημα ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ, το οποίο επειδή φυσικά ήταν απλά ένας μικρός σέρβερ που έτρεχε ένα έξυπνο πρόγραμμα αναγνώρισης σημασίας και πρόσθετε αποτελέσματα αυτής της αναγνώρισης ως θέματα, δεν πολυαντέδρασε. Η Τοπαλίδου φώναξε και άλλο, τον βάρεσε και λίγο τον σέρβερ ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ, βαρέθηκε, κουράστηκε, και αφού είπε «τετέλεσται!» προσπάθησε να αυτοκτονήσει μπροστά στο τμήμα καταφέρνοντας να πιει 2 λίτρα φρεσκοαφιχθείσα μαύρη μελάνι του εκτυπωτή που δούλευε πάντα, αλλά ποτέ σωστά (τύπωνε μόνο Α1 κόλλες, χωρίς βέβαια να τυπώσει τίποτα σε αυτές). Τα πράγματα στη συνέλευση του τμήματος, που πλέον υπήρχαν αμφιβολίες αν είχε την καλύτερη γραφειοκρατία, γινόταν ολοένα και πιο απελπιστικά. Θα τολμούσα να πω ίσως, και πολύ πιο επικίνδυνα.

****************************************

Μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένων αλαλαγμών που υποβοήθησαν αρκετά τόσο η συμπεριφορά, όσο και η ίδια η απόπειρα αυτοκτονίας της Τοπαλίδου, ο πρόεδρος προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του, αποφάσισε να βγάλει τη φωτογραφία της Νούλατζη από τη διαμοιρασμένη οθόνη και να αποπειραθεί να αναπτερώσει το ηθικό των μελών του τμήματος, εισάγοντας τη φωτογραφία του τελευταίου βραβείου του τμήματος. Αυτό εμέλλε να είναι, δυστυχώς, και το τέλος του καλύτερου τμήματος γραφειοκρατίας εν Ελλάδι. Ο πρόεδρος, για κακή του τύχη, αντ’ αυτής, ανέβασε μια φωτό του ιδίου σε μια παραλία δευτέρας διαλογής στο Ν. Λαρίσσης. με μια φεντόρα, ένα χαβανέζικο πουκάμισο 4 ευρώ από το ebay, και κάτι παντόφλες, που από ό,τι μάθαμε τις αγόρασε από μια λαϊκή στο Μενίδι. Το ζήτημα δεν ήταν τι έδειχνε η φωτογραφία, αλλά το γεγονός ότι το τρίτο σε αριθμό γραφειοκρατικό λάθος, το οποίο και μόλις είχε επιτελεστεί, ήταν και το ανώτατο επιτρεπτό όριο λαθών σε μια τέτοια γραφειοκρατική διαδικασία. Το σύστημα ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ, το ίδιο υπεύθυνο για ένα από τα λάθη, ήταν υπεύθυνο και για την αναγνώριση αυτών των λαθών. Όταν έγινε το μοιραίο τρίτο λάθος και τα καλοκαιρινά μούτρα του προέδρου αναπάντεχα εμφανίστηκαν στην οθόνη αντί του βραβείου, ακολουθώντα τα μούτρα της πεθαμένης, ο θάνατος της οποίας δεν είχε συζητηθεί ούτε καν στο ελάχιστο, το ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ έστειλε το μοιραίο σήμα στα κεντρικά, στο γραφείο εκείνο του πανεπιστημίου που πολλοί υποψιάζονται ποιο είναι, αλλά κανείς δεν έχει πάει, ενημερώνοντας ότι η καλύτερη γραφειοκρατία δεν ήταν πια η καλύτερη γραφειοκρατία. «Τετέλεσται», είπε ο πρόεδρος, ακολουθώντας αυτό που λεκτικά άρχισε πριν μερικά λεπτά η Τοπαλίδου. «Τετέλεσται», είπαν με έναν τόνο που πρόδιδε συμβιβασμό και τα υπόλοιπα μέλη. Μέσα σε μερικά λεπτά, το ειδικό κλιμάκιο γραφειοκρατίας κατέφθασε και ξήλωσε όλα τα βραβεία του τμήματος με αναδρομική ισχύ. Σε μερικές μέρες το βραβείο δόθηκε στον δεύτερο νικητή, το τμήμα με το αργυρό μετάλλιο, το τμήμα πολιτισμικών και κοζανίτικων σπουδών με έδρα τα Καλάβρυτα. Όχι μόνο αυτό το τμήμα έχει πλέον την καλύτερη γραφειοκρατία, αλλά την είχε και από τα πάντα με αναδρομική ισχύ. Το τμήμα κοινωνικών σπουδών δεν είχε υπάρξει από εκείνη την ώρα ποτέ ως τέτοιο. Ο θάνατος του ήταν ακαριαίος, και η ζωή που έζησε σπιλώθηκε με το θάνατό του. Οι επόμενες μέρες στο τμήμα ήταν μέρες πένθους. Η Τοπαλίδου έχασε τη μιλιά της για μερικούς μήνες. Xρειάστηκε να τροποποιήσουν το σύστημα ΚΑΦΚΟΓΛΟΥ, ούτως ώστε να της ζητήσει συγγνώμη και να της προσφέρει λουλούδια (εκτυπωμένα σε Α1) για να καταφέρει να ξαναμιλήσει. Ο Αναριανάκης ήταν έξαλλος με το θάνατο της Νούλατζη, και, αν και πεθαμένη, ήθελε να την σκοτώσει που τους κατέστρεψε τις γραφειοκρατικές τους καριέρες. Η Κωστοπούλου Ιωάννα δεν θέλησε να συνεχίσει άλλο την καριέρα της στο τμήμα ως γλείφτρια, και έγινε επιτέλους, μια αποτυχημένη γλύπτρια ακαδημαϊκών που είχαν βγει στην τηλεόραση τουλάχιστον 50 φορές τα τελευταία δέκα έτη. Με την επόμενη αξιολόγηση, το τμήμα βγήκε να έχει την χειρότερη γραφειοκρατία, και έτσι, ευκαιρίας δοθείσης, έκλεισε με μια εντολή και ένα νόμο από την υπουργό παιδείας, η οποία ήταν τρομερή στο να μην λύνει κανένα πρόβλημα.

***********************

Δυο χρόνια μετά, κανείς δεν θυμάται τον αναπάντεχο θάνατο αυτού του φερέλπιδος τμήματος κοινωνικών σπουδών. Κανείς εκτός του τμήματος δεν κατάλαβε πώς έφτασε ένα τέτοιο τμήμα στον θάνατο. Τα μέλη του πρώην τμήματος θρηνούσαν για καιρό τον νεκρό τους. Ζήσαν για πολλά χρόνια με τον αναπάντεχο αυτό θάνατο να βαραίνει στη συνείδησή τους. Η Νούλατζη από την άλλη ήταν σε καλύτερη μοίρα: θα ζούσε πεθαμένη ως επίκουρη καθηγήτρια (επί θητεία) του τμήματος με την καλύτερη γραφειοκρατία στη χώρα. Για πάντα.

[1] Και λέω γλύφτη και όχι γλείφτη, διότι όταν ενημέρωσαν την κ. Κωστοπούλου ότι και άλλοι είναι γλείφτες, και το να είσαι γλείφτης, ιδίως στο τμήμα με την καλύτερη γραφειοκρατία δεν είναι απαραίτητα κακό, είπε ότι είναι γλύπτρια, δηλαδή δημιουργεί το γλυπτό του προέδρου κάθε φορά, επειδή είναι τόσο σημαντικός. Φυσικά, κάτω από αυτήν ην ερμηνεία, δεν υπάρχει καμία διαφορά στις δυο έννοιες, βάσει περικειμένου, αλλά εκτός από την Κωστοπούλου που ήταν παντελώς ηλίθια, παντελώς ηλίθιο ήταν συλλογικά και ατομικά ολόκληρο το τμήμα. 

 

Φώτης Δούσος

Φύλακας άγγελος ορισμένου χρόνου

Βγήκε από τη φυλακή και το πρώτο πράγμα που έκανε δεν ήταν να πάει σε κάποιο μπουρδέλο ή να φάει κάνα φαγητό της προκοπής. Κλείστηκε στο σπίτι της μάνας του που είχε αραχνιάσει. Και τρόχιζε όλο το βράδυ ένα κουζινομάχαιρο.

Δέκα χρόνια είχε κάτσει μέσα. Για φόνο που του φορτώσανε. Δεν ήταν καλό παιδί. Είχε μπλέξει και με ληστείες και με ναρκωτικά. Αλλά άνθρωπο δεν είχε σκοτώσει. Και το μόνο που σκεφτόταν στα κάγκελα, εμμονικά, κάθε βράδυ, ήταν να δικαιώσει την ποινή του. Να εξαγοράσει κατά μία έννοια τα χρόνια που είχε χάσει εκεί μέσα. Αφού εξέτισε την ποινή του ας έκανε τουλάχιστον έναν φόνο.

Κυρίως όμως ήθελε να εκδικηθεί το σύστημα που τον φυλάκισε άδικα. Που του γυρνούσε την πλάτη στις απανωτές εφέσεις. Που δεν έδινε δεκάρα για το γεγονός ότι ένας αθώος έχασε την ελευθερία του και σάπιζε στο κελί. Και όλη η οργή του, όλο το μένος του στρεφόταν εναντίον του δικαστή που ήταν πρόεδρος του δικαστηρίου κατά τη δίκη του.

Δεν είχε ψευδαισθήσεις. Ήξερε ότι το λάθος δεν ήταν μόνο του δικαστή. Άλλωστε δεν πήρε καν εκείνος την απόφαση. Ήταν και ο εισαγγελέας και οι ένορκοι. Αλλά δεν γινόταν να τους κυνηγήσει όλους. Ήθελε να πάρει ένα κεφάλι. Το υψηλότερο. Ήταν συμβολική η κίνησή του.

Το να βρει που μένει ο δικαστής αποδείχτηκε ευκολότερο από όσο νόμιζε. Ρωτώντας πας στην πόλη. Έτσι έμαθε μάλιστα ότι είχε συνταξιοδοτηθεί πλέον και ότι έμενε μόνος στη Βούλα.

Το σπίτι του δικαστή, μια όμορφη μεζονέτα, βρισκόταν σε ήσυχη γειτονιά. Βράδιασε νωρίς, όλη η προηγούμενη μέρα σαν ατελείωτο βράδυ ήταν εξάλλου. Διαβάτες δεν περπατούσαν εκείνη την ώρα. Ο πρώην κατάδικος αφού έκανε δυο τρεις βόλτες στον μπροστινό δρόμο, μπήκε προσεκτικά, χωρίς να τον δει κανείς, στην αυλή και κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος της. Στάθηκε μπροστά από ένα παράθυρο που είχε ανοιχτά τα παντζούρια. Μέσα, αν και υπήρχε χαμηλωμένο φως, δεν φαινόταν κάποια κίνηση. Παραβίασε προσεκτικά το παράθυρο και πήδηξε στο εσωτερικό.

Μια βαριά μυρωδιά χτύπησε τα ρουθούνια του μόλις βρέθηκε μέσα. Σαν να συσσωρεύονταν σκουπίδια πολλών εβδομάδων. Παντού επικρατούσε ακαταστασία. Κάποια ποτήρια ήταν σπασμένα και τα γυαλιά τους σκόρπια στο πάτωμα με τις απειλητικές τους γωνίες να κοιτάνε προς τα πάνω. Μια λάμπα εδάφους αχνοφέγγιζε στο σαλόνι. Έβγαλε το κοφτερό μαχαίρι από το σακάκι του που ήταν τυλιγμένο με κουρέλια εν είδει θήκης, και το κράτησε σφιχτά στο χέρι. Σε λίγο θα το κάρφωνε στον λαιμό του δικαστή. Η καρδιά του χτυπούσε σε ρυθμό 4/4.

Έκανε δυο βήματα και κοκκάλωσε.

Τον είδε πεσμένο στο πάτωμα, να κοιμάται μπρούμητα. Αν και είχαν περάσει τόσα χρόνια, αναγνώρισε το μισητό του πρόσωπο έτσι όπως ακουμπούσε με το μάγουλο στο κρύο πλακάκι. Το στόμα του ήταν μισάνοιχτο και η γλώσσα του κρεμόταν, παχιά, έξω, σαν τη γλώσσα του μοσχαριού που μόλις το έχουν σφάξει. Ο γέρος δικαστής φορούσε το κοστούμι του. Δίπλα του ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι ουίσκι. Ο πρώην κατάδικος έσφιξε κι άλλο το μαχαίρι. Οι αρθρώσεις του χεριού του άσπρισαν. Ο δικαστής ήταν εύκολος στόχος. Δεν είχε παρά να σταθεί από πάνω του και να του βυθίσει το μαχαίρι στην αριστερή ωμοπλάτη. Δεν χρειαζόταν να βάλει καν δύναμη. Λίγο να το πίεζε εκεί και τα υπόλοιπα θα τα άφηνε στη βαρύτητα. Ή μήπως να τον έπιανε από το μέτωπο, να του ανασήκωνε λίγο το κεφάλι και να έφερνε το μαχαίρι οριζόντια κάτω από τον λαρύγγι του δικαστή; Με μια κίνηση θα του το άνοιγε πέρα ως πέρα και θα χυνόταν από το σκίσιμο όλο του το αίμα.

Στάθηκε αναποφάσιστος. Κάτι τον κρατούσε.Δεν μπορούσε να τον καρφώσει πισώπλατα και έτσι ξαπλωμένο και αναίσθητο. Ήθελε να τον κοιτάει όταν θα κάνει την πράξη. Να του πει γιατί το κάνει. Να ζήσει έστω και λίγα λεπτά το δικαστής την αγωνία του μελλοθάνατου. Να ακούσει την ετυμηγορία του. Αλλιώς θα ήταν σαν να πεθαίνει στον ύπνο του. Σαν να του προσφέρεται ένας ζηλευτός θάνατος. Σαν να παίρνει χάρη.

Τον τράβηξε από τον ώμο να γυρίσει ανάσκελα και του έδωσε μια δυο μπάτσες για να τον συνεφέρει. Όμως ο δικαστής δεν άνοιγε τα μάτια. Από το μυαλό του πρώην κατάδικου πέρασε η σκέψη ότι το υποψήφιο θύμα του είχε πέσει σε κώμα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Έπιασε τον σφυγμό του δικαστή. Ήταν αδύναμος. Δίπλα στο μπουκάλι υπήρχαν πεταμένα αρκετά χάπια. Υπνωτικά; Αντικαταθλιπτικά; Παραδίπλα ένα χαρτάκι. Έπιασε να το διαβάζει. Ήταν σημείωμα αυτοκτονίας. Ο δικαστής αποχαιρετούσε τον κόσμο και εξηγούσε τους λόγους που τον οδήγησαν στο «απονενοημένο διάβημα». Λόγοι προσωπικοί, η μοναξιά, η ματαιότητα των πάντων, μπλα μπλα μπλα. Από ένα σημείο και μετά ο πρώην κατάδικος διάβαζε μόνο λέξεις που δεν έβγαζαν νόημα. Πουθενά δεν έδειχνε ο δικαστής ότι μετάνιωσε για κάποιον αθώο που έστειλε στην φυλακή, πουθενά δεν έκανε αυτοκριτική για τη δουλειά του. Αυτοκτονούσε με αυταρέσκεια. Έφευγε από τη ζωή με το κεφάλι ψηλά.

Ο πρώην κατάδικος σκύλιασε. Όχι, δεν έπρεπε να πεθάνει έτσι ο δικαστής. Δεν έπρεπε να τη γλιτώσει. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά, κάλεσε ασθενοφόρο για να μεταφέρει τον ναρκωμένο άνδρα στο νοσοκομείο.

«Τον προλάβαμε τελευταία στιγμή» είπε ο γιατρός αργότερα στα επείγοντα. «Είστε συγγενής του; Φίλος;»

«…»

«Χωρίς εσάς θα είχε σίγουρα πεθάνει. Είστε ο φύλακας άγγελός του» έκανε ο γιατρός και του έδωσε ένα φιλικό χτυπηματάκι στην πλάτη. «Σε λίγες μέρες λογικά θα πάρει εξιτήριο».

Το πρόσωπο του πρώην κατάδικου έμεινε ανέκφραστο. Ωστόσο το μαχαίρι, που βρισκόταν ακόμα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το ένιωσε να σαλεύει σαν όργανο σε στύση.