Scroll Top

«7 + 1 διηγήματα για τον Ιανουάριο του 2022 στο Culture Book»

Συνεχίζουμε και στον μήνα Ιανουάριο 2022 τη δημοσίευση 7+1 διηγημάτων με ποικίλη θεματική, έκταση και τεχνοτροπία από πεζογράφους που έχουν μεγαλύτερη ή μικρότερη χρονολογικά παρουσία στο πεδίο της αφήγησης. Στόχος μας παραμένει να αποτυπώνεται όλη η ποικιλομορφία της πεζογραφικής μας έκφρασης, όλες οι γενιές, κάθε δημιουργός που αφήνει με το προσωπικό του ύφος μία πολύτιμη ψηφίδα στο παλίμψηστο της ελληνικής λογοτεχνίας. Συνεχίζουμε λοιπόν με διηγήματα, μεγαλύτερα ή μικρότερα, μεγαλύτερων σε ηλικία συγγραφέων και νεωτέρων, με συχνότερη -ή και όχι- εκδοτική παρουσία διαμορφώνοντας το ιδιαίτερο, δικό μας, διηγηματικό Δίκτυο. Συμμετέχουν αλφαβητικά οι: Βικτωρία Ανθοπούλου, Χριστίνα Δεμερτσίδου, Απόστολος Καλουδάς, Δημήτρης Κουφογιάννης, Κώστας Λίχνος, Ισιδώρα Μπίλλια, Κωνσταντίνος V Νικολόπουλος, Σοφία Τριανταφυλλίδου. Καλή ανάγνωση!

Άννα Αφεντουλίδου

Βικτωρία Ανθοπούλου

«Ου μοιχεύσεις»

Τα βήματα του Αλέξη, τον οδήγησαν στην άκρη του δρόμου, εκεί που η άσφαλτος τελειώνει και ο χωματόδρομος κακοτράχαλος συναντά την ωραιότερη θέα του κόσμου.

Το πλάτωμα που δημιουργήθηκε εκεί με τα χρόνια, προσφέρει στα ζευγαράκια που το επισκέπτονται ονειρεμένο ηλιοβασίλεμα, και αυτό είναι γνωστό. Μετά το σούρουπο, κάτω από τα δέντρα που ριζώνουν στην άκρη του γκρεμού που απλώνεται από κάτω, ένα σωρό αυτοκίνητα παρκάρουν για να απολαύσουν τη θέα και τα ξανάμενα ζευγαράκια νόμιμα ή παράνομα στριμώχνονται στον περιορισμένο χώρο καταστέλλοντας τις ορμές που τρώνε τις σάρκες και τις ψυχές τους. Όμως τώρα, ο ήλιος έπαιζε με τα φύλλα των δέντρων και ο Αλέξης μη αντέχοντας τη ζέστη – που πρόωρα για την εποχή έκαιγε το κορμί του- κοντοστάθηκε και ακούμπησε στον κορμό ενός δέντρου κλείνοντας τα μάτια.
Πως αλήθεια έφτασαν τα πράγματα ως εδώ;

Ούτε που κατάλαβε πως πέρασαν οι τελευταίοι μήνες μέσα στην παραζάλη του. Άπλωσε το χέρι του και ξέσφιξε τον κόμπο της γραβάτας που έπνιγε το λαιμό του. Το άσπρο πουκάμισο του σιδερωμένο από τα χέρια της Μαρίας άστραφτε καθαριότητα και φροντίδα, μια φροντίδα που από ότι φαίνεται ο Αλέξης δεν εκτίμησε και πολύ όπως άλλωστε και τόσα ακόμη στην μέχρι τώρα ζωή του. Η παραζάλη του έρωτα στην οποία βυθίστηκε τους τελευταίους μήνες δεν του επέτρεψε να καταλάβει τι συνέβαινε γύρω του. Στη μέση ηλικία που βρισκόταν, η προσοχή και το ενδιαφέρον που του πρόσφερε η δροσερή Κάτια ήταν θεόσταλτο δώρο. Έδιωχνε μακριά κάθε σκιά της ψυχής του και τον έκανε να νιώθει πάλι νέος και επιθυμητός. Η ρουτίνα της οικογενειακής ζωής του, η σταθερή και δεδομένη χαμηλών τόνων παρουσία της Μαρίας τον έπνιγε και ένιωθε να πλήττει και να ασφυκτιά. Τα παιδιά του στο τέλος της εφηβείας είχαν ήδη ανοίξει τα φτερά τους και ο Αλέξης ένιωθε να χάνεται σε μια θάλασσα υπαρξιακής μοναξιάς και αυτό-αμφισβήτησης.

Η Κάτια, ήρθε στη ζωή του σαν από μηχανής Θεός. Με τα νιάτα και τη δροσιά της ξέπλυνε τους ενδοιασμούς του και αναπτέρωσε το ηθικό του ακριβώς τη στιγμή που το χρειαζόταν.

Οι κλεφτές λαχανιασμένες συναντήσεις τους στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του τα συννεφιασμένα απόβραδα , τα πλασματικά επαγγελματικά ραντεβού καλυμμένα από τσαλακωμένα σεντόνια σε επαρχιακά ξενοδοχεία του συρμού, οι ξαναμμένες ματιές όλο νόημα πίσω από πλάτες των συναδέλφων και οι ενθουσιώδεις ψευδαισθήσεις μια νέας αρχής μια ακόμη ευκαιρίας πριν το τέλος που ήταν πια πιο κοντά του από ότι η αρχή έκαναν τον Αλέξη να νιώσει και πάλι ζωντανός.

Δεν το σκέφτηκε και πολύ. Για την ακρίβεια δεν το σκέφτηκε καθόλου. Απόφευγε άλλωστε συχνά στη ζωή του σκέψεις και καταστάσεις που τον δυσκόλευαν. Αφέθηκε παρορμητικά στον έρωτα που η Κάτια του πρόφερε χωρίς να σκεφτεί ούτε τις συνέπειες ούτε το αύριο. Η σκέψη του τι ζήταγε από αυτόν ένα κορίτσι 27 ετών δεν τον απασχόλησε καθόλου αντίθετα πίστεψε ότι η μπογιά του περνάει ακόμη. Η αλήθεια είναι ότι ο Αλέξης δεν έδειχνε και πολύ την ηλικία του. Η Μαρία φρόντιζε χρόνια ολόκληρα να τον περιποιείται και αυτή η φροντίδα είχε αφήσει τη σφραγίδα της πάνω του. Ο Αλέξης παρά τα 52 του χρόνια δεν πέρναγε καθόλου απαρατήρητος.

Κάτια

Όταν η Κάτια έπιασε δουλειά στο τεχνικό γραφείο του Αλέξη δεν φανταζόταν τι θα ακολουθούσε. Έχοντας τελειώσει εδώ και τέσσερα χρόνια σπουδές στη Λογιστική είχε ταλαιπωρηθεί αρκετά σε δουλειές του ποδαριού που της άφηναν ελάχιστες ελπίδες να ζήσει τη ζωή που ονειρευόταν. Ένα φτωχό κορίτσι από επαρχία που είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα μετά το σχολείο με αφορμή τις σπουδές της επιθυμούσε όσο τίποτε να αφήσει πίσω της και για πάντα τη μικρή κωμόπολη στην οποία μεγάλωσε. Μοναδικό παιδί δυο συντηρητικών και μάλλον οπισθοδρομικών γονιών είδε σαν ευκαιρία τις σπουδές στην Αθήνα για να ξεφύγει από όλα αυτά που την έπνιγαν. Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα τα πέρασε μάλλον απομονωμένη και κλεισμένη στη μικρή γκαρσονιέρα της Κυψέλης. Τα οικονομικά της εξαιρετικά περιορισμένα άλλωστε δεν της άφηναν και πολλά περιθώρια να ζήσει αυτά που επιθυμούσε από τα παιδικά της χρόνια ακόμη. Το σπίτι της ένα δωμάτιο όλο και όλο, ένα μικρό μπάνιο και μια κουζίνα που έβλεπε στο μαυρισμένο φωταγωγό της διπλανής πολυκατοικίας έκρυβε κάθε βράδυ όλο το πείσμα της για μια καλύτερη ζωή από αυτή που είχε ζήσει μέχρι τότε.
Ήταν όμορφη η Κάτια . Πέρα από τα νιάτα και τη δροσιά της ήξερε καλά ότι διέθετε ένα σώμα – δώρο Θεού, γιατί η ίδια δεν έκανε και πολλά για να το διατηρεί και ένα πρόσωπο που δεν ξεχνιόταν εύκολα. Τα μακριά καστανά μαλλιά της πλαισίωναν δυο μάτια στο βαθύ μπλε της θάλασσας. Τελειώνοντας τη σχολή η Κάτια κατάλαβε ότι για να ανοίξει τις πόρτες του παράδεισου που ονειρευόταν θα έπρεπε να κοπιάσει πολύ . Το εντυπωσιακό παρουσιαστικό της άνοιγε πόρτες που δεν είχαν το οικονομικό αντίκρισμα που περίμενε και βέβαια το πτυχίο της λογιστικής δεν της εξασφάλιζε την άνετη ζωή που λαχταρούσε όταν άφησε για πάντα το πατρικό της. Η Κάτια δούλεψε σε δουλείες που δεν της αρέσαν αναγκαστικά για τα «προς το ζην». Κράτησε παιδάκια σε γονείς αφιερωμένους σε καριέρες, και σέρβιρε καφέδες και γεύματα σε παρέες που θορυβούσαν σε γειτονικά καφέ.
Η δουλειά στο τεχνικό γραφείο του Αλέξη φάνταξε στα μάτια της σαν η ευκαιρία που έπρεπε να αρπάξει χωρίς να χρονοτριβεί. Το ωράριο ήταν φυσιολογικό, ο μισθός ικανοποιητικός. Όσο για το αφεντικό ήταν άκρως γοητευτικό στα μάτια της αν και ελαφρά σιτευμένο όπως έλεγε η ίδια γελώντας στη μια και μοναδική φίλη που απέκτησε από τότε που ήρθε φοιτήτρια στην Αθήνα. Όταν ξεκίνησε να δουλεύει στον Αλέξη η Κάτια πίστεψε πως επιτέλους η τύχη της χαμογέλασε και από δω και πέρα όλα θα ήταν πιο εύκολα στη ζωή της.

Μαρία

Χρόνια δίπλα του, ταγμένη στην φροντίδα του και στη φροντίδα της οικογένειας η Μαρία συνέχισε από νεαρή ακόμη να έχει κέντρο της ύπαρξης της τον Αλέξη και μόνο. Δεν μετάνιωσε ποτέ όταν τέλειωσε άρον άρον τη σχολή της και αποφάσισε να μην εξασκήσει ποτέ το επάγγελμα που σπούδασε κα αφιερώθηκε στην φροντίδα του πέντε χρόνια μεγαλύτερος της ο Αλέξης της ζήτησε γρήγορα να μετακομίσει στο εργένικο διαμέρισμα του και πολύ σύντομα η Μαρία έμεινε έγκυος στο πρώτο παιδί τους. Το κοριτσάκι που γεννήθηκε εννιά μήνες μετά ανάγκασε τον Αλέξη να το αναγνωρίσει και να παντρευτεί με μισή καρδιά τη Μαρία που ένιωσε τη ζωή να της κλειδώνει την πόρτα εξόδου για πάντα. Τα χρόνια που πέρασαν οι υποχρεώσεις, και η ατολμία που την χαρακτήριζαν την μετέτρεψαν σε μια ήσυχη και διακριτική σκιά που ζούσε στο περιθώρια της ζωής των παιδιών τους και του Αλέξη φροντίζοντας ακατάπαυστα όλους τους άλλους εκτός από τον ίδιο της τον εαυτό.

Όταν η Μαρία παρέλαβε τον ανώνυμο συστημένο φάκελο με τις φωτογραφίες του Αλέξη με την Κάτια -την οποία αναγνώρισε αμέσως- σε τρυφερά τετ α τετ έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της. Τα ανάμεικτα συναισθήματα που την κατέκλυσαν περιλάμβαναν έκπληξη, πικρία, μα κυρίως μια έντονη αίσθηση οργής που διαπέρναγε το κεφάλι της και κατέληγε στο κέντρο της ύπαρξης της .

Έμεινε ώρα ακίνητη στην είσοδο του σπιτιού χωρίς να κλείσει ούτε την εξώπορτα σφίγγοντας τα χέρια της πάνω στις εκτυπωμένες φωτογραφίες τόσο που τα δάχτυλα της άσπρισαν.

Ύστερα ανακτώντας εν μέρει τον έλεγχο του θυμικού της έκλεισε μαλακά την πόρτα και κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Έκλεισε με αργές κινήσεις τον φάκελο και τον τοποθέτησε κάτω από το κουτί με τα εσώρουχα στο δεύτερο συρτάρι του κομοδίνου της. Καθησυχάζοντας τους παλμούς της καρδίας της σηκώθηκε και σαν υπνωτισμένη κατευθύνθηκε στην κουζίνα όπου συνέχισε την προετοιμασία του φαγητού κόβοντας αργά τα λαχανικά σε τόσο μικρά ισομεγέθη κομμάτια που κάποιος τρίτος θα θαύμαζε για την υπομονή και την επιμονή της.

Ο Αλέξης και η κόρη της δεν κατάλαβαν τίποτε όταν μαζεύτηκαν αργά το βράδυ στο σπίτι από τις υποχρεώσεις της ημέρας τους. Η φωνή που ούρλιαζε στο μυαλό της Μαρίας δεν είχε σταματήσει στιγμή . Το αποκομμένο βλέμμα της δεν παραξένεψε κανέναν από τους δυο αφού ήταν και οι δυο απασχολημένοι από τις δικές τους ζωές.

Η Μαρία εκείνο το βράδυ ήταν ακόμη πιο ήσυχη από ότι συνήθως. Προφασίστηκε πονοκέφαλο και αποσύρθηκε στο δωμάτιο της όμως όλο το βράδυ δεν κατάφερε να κοιμηθεί ούτε λεπτό. Τα κλειστά της μάτια παραπλάνησαν τον Αλέξη ο οποίος έτσι και αλλιώς δεν είχε καμία διάθεση για κουβέντα μαζί της. Ανυπομονούσε τόσο για την επόμενη συνάντηση με την Κάτια που δεν είχε όρεξη για τίποτε ειδικά εάν αυτό αφορούσε την Μαρία.

Την επόμενη μέρα στο γραφείο ο Αλέξης βημάτιζε νευρικός. Η Κάτια δεν εμφανίστηκε στην ώρα της στο γραφείο και δεν απαντούσε στις επανειλημμένες κλήσεις του στο κινητό. Το μεσημέρι προφασίστηκε εξωτερική δουλειά και αναστατωμένος έτρεξε στο μικρό διαμέρισμα της. Η εικόνα του περιπολικού στην είσοδο της συνοικιακής πολυκατοικίας στην Κυψέλη πάγωσε το αίμα του και σαν τρελός όρμησε στο μικρό διαμέρισμα στο ισόγειο η πόρτα του οποίου ήταν διάπλατα ανοικτή. Οι αστυνομικοί που βρίσκονταν στο χώρο ζήτησαν τα στοιχεία του και τον ενημέρωσαν ότι θα χρειαστεί να περάσει για κατάθεση από το Τμήμα αφού η Κάτια ήταν υπάλληλος του.

Η Κάτια είχε ξεψυχήσει από αιμορραγία στην πόρτα του διαμερίσματος της το πρωί όταν μια γυναίκα μετρίου αναστήματος στις 8.30 το πρωί της επιτέθηκε με ένα μαχαίρι κουζίνας καταφέρνοντας της πολλαπλά μικρά μαχαιρώματα στην περιοχή της κοιλίας καταστρέφοντας ζωτικά όργανα της . Οι γείτονες δεν αντιλήφθηκαν το παραμικρό παρά την βρήκαν σε μια λίμνη αίματος με την πόρτα του διαμερίσματος ανοιχτή.

Το κινητό του Αλέξη χτύπησε μόλις αυτός βγήκε παραπατώντας από την πολυκατοικία της Κάτιας. Ήταν η γραμματέας του που τον ενημέρωσε ότι το πρωί η κα Μαρία τηλεφώνησε πριν εκείνος φτάσει στο γραφείο ζητώντας τη διεύθυνση της Κάτιας.

Georges Braque/Still Life le Jour

Χριστίνα Δεμερτσίδου

Ουθά-Θάου

Λέγομαι Ουθά-Θάου και αυτή είναι η ιστορία μου. Είμαι εγγόνι των Θεών μας, όπως και όλοι οι υπόλοιποι στον πλανήτη μας. Το σώμα μου είναι αλμυρό νερό, τα μαλλιά μου σύννεφα, τα μάτια μου είναι πέρλες, και έχω διάφανα φτερά. Τα δάκρυα μου, είναι η δύναμη μου. Ζω σε έναν πλανήτη στον οποίο είμαστε όλοι Θεοί. Παιδιά των παιδιών των Θεών μας.

Τα νερά των ποταμών κυλούν προς τα πίσω στον πλανήτη Ήγ. Η θάλασσα είναι ουρανός και ονομάζεται Ασσαλάθ. Ο ουρανός είναι θάλασσα και ονομάζεται Σόναρου. Ασσαλάθ και Σόναρου, οι Θεοί μας. Η Ήγ φωτίζεται από τον Σοϊλή που είναι ο ήλιος μας και το Ιράγγεφ που είναι το φεγγάρι μας. Σοϊλή και Ιράγγεφ, τα παιδιά των Θεών μας. Το φως μας.

Τα δελφίνια, οι φάλαινες, και τόσα άλλα υπέροχα πλάσματα κολυμπούν πάνω από τα κεφάλια μας. Όταν τα πλάσματα αυτά πεθαίνουν τα σώματα τους πέφτουν από την Ασσαλάθ στην Ήγ. Τα περισσότερα βέβαια πέφτοντας χάνονται στο άπειρο άγνωστο τουΣόναρου.

Το τι υπάρχει πέρα από τον Σόναρου για κάποιον λόγο δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν. Κανέναν εκτός από μένα. Όλοι είναι ευτυχισμένοι στον πλανήτη μας. Όλοι εκτός από μένα. Εμένα κάτι μου λείπει και δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Νιώθω όμως πως αυτό το κάτι με περιμένει κάπου περά από τον Σόναρου.

Εδώ και καιρό κρύβω ένα μυστικό. Είδα να πέφτει νεκρό ένα δελφίνι. Δεν μπόρεσα να προσδιορίσω την ακριβή τοποθεσία και έτσι όταν το βρήκα υπήρχε μόνο ο σκελετός του. Αν το είχα βρει νωρίτερα θα είχα και καύσιμη ύλη. Από τον σκελετό έφτιαξα βάρκα για να αποδράσω.

Δεν ενημέρωσα κανέναν, η απόδραση μου ήταν δικιά μου απόφαση και δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να με σταματήσει. Πριν φύγω ρώτησα όμως τον γηραιότερο από όλους: «Ένιωσες ποτέ να σου λείπει κάτι;» «Ποτέ. Τα έχω όλα.», η απάντηση του ήταν αναμενόμενη. «Εμένα μου λείπει», θέλησα να του πω, όμως σώπασα. Δεν είχε σημασία.

Μόλις μαστόρεψα την βάρκα μου, την βάφτισα με τα δάκρυα μου και η βάρκα έγινε ιπτάμενη. Αντί για καύσιμη υλη αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω τα δάκρυα μου για άλλη μια φορά. Έτσι, ένα βράδυ έκανα βουτιά στον Σόναρου και το ταξίδι μου ξεκίνησε.

Άφησα πίσω μου τον πλανήτη των Θεών και σύντομα βρέθηκα στον πλανήτη Ησαλόκ. Συνάντησα παράξενα όντα εκεί, όμως η ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν ίδια με του δικού μου πλανήτη. Μόνο που σε αυτόν τον πλανήτη είχε πάντα σκοτάδι, δεν υπήρχε φως. Οι κάτοικοι του είχαν σώμα από φωτιά, μαλλιά δεν είχαν, είχαν κέρατα, τα μάτια τους ήταν μαύρες πέρλες και είχαν μαύρα φτερά. Μου έκανε τρομερή εντύπωση που δεν ήταν Θεοί και δεν είχαν Θεούς. Ρώτησα τον γηραιότερο από όλους λοιπόν: «Ένιωσες ποτέ να σου λείπει κάτι;» «Ποτέ. Τα έχω όλα.», μου απάντησε. Συμπλήρωσε όμως: «Μείνε μαζί μας, εδώ θα τα έχεις όλα.» Τα είχα όλα και στον πλανήτη μου αλλά αυτό το κάτι που μου λείπει δεν το βρήκα ούτε εδώ. Αποκλείεται η Ησαλόκ να είναι το μόνο που υπάρχει πέρα από τον Σόναρου. Έκανα βουτιά και πάλι.

Για μέρες δεν έβρισκα κάποιον άλλο πλανήτη. Το ενδεχόμενο να γυρίσω δεν υπήρχε. Ώσπου συνάντησα έναν παράξενο πλανήτη. Δεν υπήρχε κανένας στον πλανήτη αυτό. Πριν φύγω ρώτησα τον ίδιο τον πλανήτη ή μάλλον φώναξα όσο δυνατά μπορούσα: «Ένιωσες ποτέ να σου λείπει κάτι;» Δεν πείρα απάντηση, η ηχώ μου όμως με ρώτησε επανειλημμένα: «Τι; Τι; Τι;» Και εγώ θλιμμένα απάντησα: «Εμένα μου λείπει.» Έκανα βουτιά και πάλι.

Όταν πλέον κατάλαβα πως δεν πρόκειται ποτέ να βρω αυτό που μου λείπει, πείρα μια απόφαση που δεν την είχα σκεφτεί ποτέ μου. Θα μεταλλασσόμουν σε πλανήτη. Μόλις η απόφαση πάρθηκε, συνειδητοποίησα πως αυτό ήταν το κάλεσμα, ο σκοπός της ζωής μου. Η απόδραση, το ταξίδι… Δεν ήταν τυχαία. Ως Θεά θα δημιουργούσα τον δικό μου κόσμο.

Τα δάκρυα μου αυτή τη φορά ζωντάνεψαν το δελφίνι. Έπειτα, τα μαλλιά μου σκόρπισαν και έγιναν σύννεφα, το σώμα μου έγινε ένας πλανήτης από αλμυρό νερό και τα μάτια μου έγιναν το ένα ήλιος και το άλλο φεγγάρι. Τα ολόλευκα σύννεφα σκόρπισαν στον ουρανό του πλανήτη μου, ο ήλιος και το φεγγάρι πήραν τις θέσεις τους το ένα απέναντι από το άλλο και το δελφίνι βυθίστηκε στα νερά του πλανήτη Ουθά-Θάου.

«Αν νιώθεις ότι σου λείπει κάτι και δεν μπορείς να το προσδιορίσεις, νιώσε το κάλεσμα. Γεννήθηκες για να δημιουργήσεις.» Πριν σωπάσω για πάντα, αυτό το μήνυμα όρκισα να μεταδίδουν μέσα στους αιώνες τα διάφανα φτερά μου.

Georges Braque/L`Estaque, 1906 (1882-1963, France) | Oil

Απόστολος Καλουδάς

Τσιγάρο σε κίνδυνο

Μόνο το χέρι του προεξέχει από την επιφάνεια της λίμνης. Κρατά τσιγάρο αναμμένο.

Προτίθεται να ξαναβγάλει σε λίγο το κεφάλι, να εισπνεύσει, να παραμείνει ζωντανός. Και να τραβήξει πάλι καμιά τζούρα.

Κάτω από το υδάτινο φίλτρο έχει τα μάτια ανοιχτά. Πρασινωπός ουρανός κυματίζει. Ένα κοπάδι αγριόπαπιες τον διασχίζει.

Πόσο δύσκολο θα είναι να αυτοκτονήσει κανείς πνίγοντας τον εαυτό του. Νιώθει πόνο στο στήθος. Αναδύεται με μια εισπνοή σαν ρόγχο. Τι απρόσεκτος; Το τσιγάρο σβήνει μέσα στο νερό. Πνιγμένο τίποτα δεν μπορεί να προσφέρει.

Ο φωτογράφος του δίνει το χέρι. Τον ανεβάζει στη βάρκα, τον τυλίγει με μπουρνούζι, του βάζει τσιγάρο στο στόμα, του το ανάβει.

Τραβάει με λαχτάρα μια ρουφηξιά κλείνοντας τα μάτια.

Λοιπόν, πώς τα πήγα;

Τέλεια. Τράβηξα καμιά τριανταριά φωτογραφίες. Η καμπάνια κατά του καπνίσματος θα είναι φοβερή. Φαντάσου από κάτω ένα τίτλο σαν αυτό:

   Ποιος θέλετε να πεθάνει πρώτος; Εσείς ή το τσιγάρο σας;

Varengeville Georges Braque/Varengeville (1959)

Δημήτρης Κουφογιάννης

ΖΩΗ

Χωμένος στην τραγιάσκα και στο σηκωμένο γιακά του μάλλινου παλτού, ο καπετάν Νικόλας με τα χέρια στις τσέπες, πάταγε στους βράχους, μύριζε τη θάλασσα και ατένιζε το πέλαγος. Το κύμα έσκαγε στους πέτρινους όγκους πότε με ορμή, μανιασμένο, λες και το είχαν πειράξει και ήθελε θρύψαλα να τους κάνει και πότε γλιστρούσε πάνω τους απαλό, σαν το μετανιωμένο χάδι. Τις λίγες στιγμές που η θάλασσα ησύχαζε μακάρια σιωπή απλωνόταν στους θαλασσόβραχους και τότε ο καπετάν Νικόλας λοξοκοιτούσε γεμάτος υποψία τις μυτερές πέτρινες προεξοχές· ένα θρόισμα έφτανε στα αυτιά του ίδιο με ψίθυρο. « Ε, καπετάν Νικόλα, σαν και μας είσαι και συ από την ίδια φτιάξη· μια μύτη, μια προεξοχή σκληρή του κόσμου τούτου είσαι και συ».
Ορφάνια, πόλεμος, κατοχή, πείνα, εμφύλιος… ο καπετάν Νικόλας βάσταγε πάντα το τιμόνι της ζωής του και είχε καταφέρει ακόμα και μέσα σε αντάρες μπουρίνια και άφεγγο ουρανό να την κρατήσει αβύθιστη. Συνταξιδιώτες είχε όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα: αδέλφια, φίλους, συναγωνιστές, γυναίκα, παιδί. Τώρα έβλεπε τη Ζωή, αριστερά στο μικρό λιμανάκι δίπλα απ’ τα βράχια, να χορεύει άδεια στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, στους άγριους και μοναχικούς σκοπούς που σφύριζε ο αγέρας. Άπαντες είχαν ”αποβιβαστεί”, οι πιο πολλοί καιρό τώρα. …Και ο γιος του, το σπλάχνο του, τραβούσε τη ρώτα της ξενιτειάς πια. Όταν έφυγε κι εκείνος, από τους τελευταίους νέους που άφηναν το χωριό, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, απόμεινε μόνος με τη γυναίκα του, την κυρά του.
Πόσο την αγαπούσε! Το χαμόγελο της έφτανε και φώτιζε τα πιο βαθιά σκοτάδια της ψυχής του. Σε κάθε της φιλί ένα λουλούδι φύτρωνε , όπως φυτρώνουν στων βράχων τις σχισμάδες, επάνω στην καρδιά του. Τώρα πια, εκεί που η θάλασσα λαμπύριζε απ’ τον ήλιο, έβλεπε το χαμόγελο της και μέσα στον ορίζοντα, εκεί που το γαλάζιο ενώνει με το μπλε, εκεί που σμίγουν ουρανός και θάλασσα, έβλεπε τη μορφή της, άκουγε το τραγούδι της. Εκείνο το τραγούδι που σιγοτραγουδούσε με επιτηδευμένη αφηρημάδα για να μην δείξει ότι το κάνει για κείνον και κλέψει από τον άντρα το αρρενωπό στοιχείο. Να μην φανεί ότι ξέρει πως την ακούει και γαληνεύει, όταν από το ψηλό παράθυρο του σπιτιού κοίταζε τη γραμμή της θάλασσας, να δει αν άφριζε και αυτή, όπως το μέσα του την ώρα εκείνη. Και το τραγούδι της σαν τον αόρατο μαέστρο που παύει τον άνεμο και σταματάει η φουρτούνα, έτσι και αυτό έφερνε απανεμιά μέχρι που η μεγάλη κάλμα βύθιζε τον καπετάν Νικόλα σε λήθαργο λυτρωτικό.
Όπου και αν ήταν τη σκεφτόταν, μα πιο πολύ εκεί πάνω στα βράχια. Εκεί που κάποιο ανοιξιάτικο απόγευμα με τα πόδια κομμένα της έπιασε πρώτη φορά το χέρι. Το ζεστό της άγγιγμα φώλιασε για πάντα μέσα του. Την είχε αποχαιρετήσει ένα χρόνο πριν με ένα ζεστό φιλί στο μέτωπο, δίχως να χύσει δάκρυ. Είχε σταθεί μονάχα λίγο πάνω από το ανθοστολισμένο φέρετρο και κοίταξε για τελευταία φορά το πρόσωπό της. «Τελευταία φορά», σκέφτηκε. Μόνο που αυτό το «τελευταία» όσο και αν το ήξερε, μια κούφια γνώση παρέμενε, που ούτε την καταλάβαινε, ούτε και να τη φτάσει μπορούσε. Έμενε εκεί κρεμασμένη στο νου, σαν μια αιώνια απορία που απάντηση δεν ψάχνει. Πολλές φορές αυτή η «τελευταία φορά» είχε πετύχει τον καπετάν Νικόλα κατευθείαν στο κέντρο της καρδιάς, πληγώνοντάς τη, σαν τέλειο χτύπημα.
Στο πέρασμα του καιρού όπως όλες οι πληγές έτσι και αυτή της καρδιάς έθρεφε. Μόνο η θύμηση έμενε, που όποτε ερχόταν μαζί κουβαλούσε και την απόγνωση της άγνοιας. Το πράγμα, την κατάσταση, τη συνθήκη που καμιά ορμήνια καμιά εξήγηση, καμία σημασία δεν χωράει. Αυτή τη φορά όμως ήταν αλλιώς. Δεν ήταν απλώς μια ακόμα λαβωματιά, ήταν κάτι άλλο. «Καλό ταξίδι», είπε σιγανά, σχεδόν από μέσα του ο καπετάν Νικόλας πάνω από το φέρετρο και όπως γύρισε να φύγει σκόνταψε και, σαν να γλίστρησε η ψυχή του και έπεσε μέσα πάνω στα μαλακά χέρια της γυναίκας του. Τραβήχτηκε δυο βήματα πίσω. Πήρε μια βαθιά ανάσα, καθώς έβλεπε να κλείνουν το φέρετρο και όταν το καπάκι έκλεισε ανάσα βαθιά δεν ξαναπήρε. Λες και η γυναίκα του την κράτησε δική της. Και ο καπετάν Νικόλας δεν της τη ζήτησε ποτέ· φοβήθηκε να της την πάρει μήπως τα χέρια της παγώσουν.
Ο ουρανός σκοτείνιαζε πάνω από το κεφάλι του καπετάν Νικόλα. Τα σύννεφα μαζεύονταν με φούρια, όπως οι σκέψεις στο μυαλό του. Είχε ριζώσει το βλέμμα στον ορίζοντα και ακολουθούσε με τα μάτια μια λάμψη που χόρευε πάνω στη θάλασσα. Κλαδιά ακούστηκαν να σπάνε και ο καπετάν Νικόλας ξαφνιάστηκε, σαν να βγήκε απότομα από όνειρο. Γύρισε το κεφάλι και στην ανηφοριά που πάει από το λιμανάκι στο χωριό αναγνώρισε τον Κωνσταντή, ένα νέο παλληκάρι απ’ τα λίγα που είχαν παραμείνει στο χωριό. «Καλημέρα καπετάνιε, δεν πιστεύω να ανοιχτείς με τη Ζωή σήμερα, έχει καιρό, φέρνει μπόρα». Ο καπετάν Νικόλας κοίταξε τον Κωνσταντή, έπιασε την τραγιάσκα του την τράβηξε μαλακά προς τα κάτω έσκυψε το κεφάλι και άφησε πάλι το βλέμμα του να χαθεί, ξανά, στα ανοιχτά της θάλασσας. «Γεια και χαρά σου καπετάνιο», είπε ο Κωνσταντής και απομακρύνθηκε, χωρίς άλλες κουβέντες.
Η γκρίζα θάλασσα όλο και σκούραινε. Τα σύννεφα μαύρα πια κρεμόντουσαν στον ουρανό έτοιμα να ξεσπάσουν ότι είχαν μαζεμένο. Μέσα στο νύχτωμα ο καπετάν Νικόλας ζήτησε να βρει ξανά τη λάμψη που κοίταζε· την είχε πνίξει το σκοτάδι. Το στήθος του στένεψε. Η καρδιά δεν έβρισκε τους χτύπους της. Η Ζωή χόρευε ακόμα παρέα με τα κύματα. Μόνο που, σαν να είχε αρχίσει να χάνει λίγο τα βήματά της. Ο καπετάν Νικόλας κατέβηκε στο μόλο. Τράβηξε τη βάρκα κοντά του. Θα έμπαινε άλλη μια φορά και αυτή τη φορά θα κρατούσε το τιμόνι μέχρι το τέλος του ορίζοντα.
Μουσκεμένος όπως ήταν, ως το κόκκαλο από γλυκό και αλμυρό νερό, σάλταρε μέσα μεμιάς. Έλυσε τα σχοινιά και άρπαξε τα κουπιά. Ύστερα από μερικές γερές κουπιές η Ζωή αρμένιζε σε καιρό από παλιά γνώριμο για τον καπετάν Νικόλα. Μεσοπέλαγα άστραψε ο ουρανός. Ο κεραυνός χάθηκε μέσα στη θάλασσα. H λάμψη του όμως έμεινε να χορεύει μπροστά στα μάτια του καπετάν Νικόλα που τώρα έβλεπε τη θάλασσα να λάμπει παντού. Το πέλαγος έμοιαζε ευτυχισμένο. Ο καπετάν Νικόλας έπλεε πάνω του. Μακριά από την ακτή στην κορυφή της νύχτας πάνω στην κόψη του ορίζοντα ο καπετάν Νικόλας χόρευε χέρι-χέρι με τη γυναίκα του. Τα μαλακά της χέρια ήταν ζεστά όπως πάντα.

Georges Braque/L’oiseau et son ombre I, (1959) 

Κώστας Λίχνος

ΝΟΣΤΟΣ

Χάρμα οφθαλμών η θέα! Μια απέραντη κυματιστή κουβέρτα ομίχλης καλύπτει ολάκερο τον κάμπο, ενώ στο βάθος, στη γραμμή του ορίζοντα, αναδύεται θριαμβικά ο πύρινος δίσκος του ήλιου για να διαλύσει την πάχνη και να θερμάνει την πλάση. Με τον ίδιο τρόπο που πυρώνει την καρδιά μου η λαχτάρα να φτάσω ξανά στην πλαγιά όπου είναι χτισμένο του παππού μου το σπίτι.

Απαράλλαχτος έχει μείνει ο τόπος εδώ, δύσβατο κι άγριο είναι το μέρος μα δεν αποδιώχνει τον άνθρωπο, τον καλοδέχεται. Τα στήθη φουσκώνουν από τον τσουχτερό βουνίσιο αγέρα και τα ρουθούνια ανοίγουν διάπλατα για να υποδεχτούν τις οσμές της νοτισμένης γης. Και καθώς καθαρίζει η ατμόσφαιρα, λαγαρίζει κι ο νους και ξεφορτώνεται τις συνηθισμένες του έγνοιες. Κι αν τα καταφέρει να ξεστρατίσει ολότελα, να απομακρυνθεί από της καθημερινότητας τα τετριμμένα προβλήματα, αποξεχνά για λίγο τη σκληρότητα της ζωής και περιπλανιέται αχαλίνωτος στης φύσης τα σεπτά μονοπάτια.

Χρόνια ολόκληρα νοσταλγούσα το βουνό τούτο κι από την ανυπομονησία μου δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ εχθές. Δεν είναι δα και πράμα μικρό να επιστρέφεις, ύστερα από τόσο καιρό, στους τόπους που μεγάλωσες και να επισκέπτεσαι το πατρικό σου το σπίτι. Από το χάραμα στο πόδι ήμουν, κάνοντας βαρύκαρδα ετοιμασίες, συντροφιά με μια γλυκόπικρη μελαγχολία που πράυνε λίγο την λαχτάρα μου και των αναμνήσεων το ορμητικό θρασομάνημα. Κι όταν τελικά το πήρε απόφαση να σηκωθεί και η Έλλη, ξεκινήσαμε το οδοιπορικό μας. Με τις συγκοινωνίες φτάσαμε μέχρι το χωριό και ύστερα ανηφορίσαμε πεζοί, ακολουθώντας ξέπνοοι τ’ ορεινό μονοπάτι. Σ’ όλη την διαδρομή δεν σταμάτησα να μιλώ για τις αναμνήσεις μου από τούτο το μέρος, μα εμπρός στη θέα του δεν έβρισκα να ξεστομίσω κουβέντα. Η εικόνα καταργούσε τις θύμησες και τις απωθήσεις και κάθε λέξη έμοιαζε με ευτελές προκάλυμμα για εκείνο που παρέμενε διαρκώς ακατάληπτο.

Σαν ιερή ανάβαση αισθάνθηκα αυτή την διαδρομή και εξερευνούσα κάθε πτυχή του εδάφους, μήπως κι αναθυμηθώ κάτι που θα με επανασύνδεε με αυτό το αρχέγονο μέρος. Αμέτρητα χρόνια, από παιδί, έχω να επισκεφτώ του παππού μου το σπίτι. Τέσσερις δεκαετίες, σχεδόν, έχω να πατήσω πόδι στο χωριό μου γενικώς. Εκτοπίστηκα άθελα μου από μικρός και ύστερα το εγκατέλειψα ηθελημένα. Δέσμιος της βιοπάλης ο πατέρας μου, έφυγε απ’ το χωριό αναζητώντας δουλειά. Υποδουλωμένος στο μεροκάματο κι εγώ, τράβηξα αντίστοιχο δρόμο από παιδί και τώρα πια γέρασα. Το ‘φέρε η μοίρα να ξενιτευτώ και να νοικιάζω τα χέρια μου στα γερμανικά εργοστάσια. Για να προσφέρω στα παιδιά μου κάτι περισσότερο απ’ ό,τι φύλαγε σε ‘μένα η τύχη μου.

Έτσι ξεκινά πάντα η ζωή, με βλέψεις και όνειρα, μα σταδιακά η βιοπάλη απομυζά την φαιά ουσία του εγκεφάλου και στραγγίζει τους χυμούς του κορμιού. Μέχρι να μην έχεις κουράγιο παρά μόνο για δουλειά και την απαιτούμενη ξεκούραση για να συνεχίζεις να εργάζεσαι. Μέχρι να πάψει να ρέει η σκέψη και να γιομίσει κόμπους, άλυτους και λιγδιασμένους, ώστε να μην πηγαίνει ποτέ παραπέρα από εκεί που ορίζουν αυτοί που μας περάσαν το χαλινάρι. Απόλυτη προσαρμογή στις συνθήκες, πλήρης υποταγή στην αναγκαιότητα της μισθωτής εργασίας που όσο πιο ανυπόφορη γίνεται, τόσο αναγκάζεσαι να την παραβλέπεις. Προϋπόθεση επιβίωσης οι ψευδαισθήσεις λοιπόν, αυστηρώς απαραίτητο το αφιόνισμα του μυαλού. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες που θα εξωραΐζουν την επιβίωση σε ζωή, τη σκλαβιά σε εργασία, το ματωμένο υστέρημα σε κομπόδεμα.

Δεν βαριέσαι όμως, είχαμε πάντοτε το προνόμιο να αποβλέπουμε στο αύριο. Οικονομία και αποταμίευση! Έτσι πορευτήκαμε, κι έγινε απρόσμενα σκέτος παιδεμός η ζωή μας. Ελπίζαμε παρ’ όλα αυτά, πως αν δεν αρρωσταίναμε και δεν μας τύχαινε καμιά αβαρία το κομπόδεμα θα συνέχιζε ν’ αβγατίζει για να εξαργυρωθεί σε μελλοντική ευτυχία. Όχι για μας – εμείς την ξέραμε τη μοίρα μας από μικροί – αλλά για τα παιδιά μας. Το δικό μας μέλλον είχε προδιαγραφεί οριστικά τη στιγμή που κινήσαμε για τη Γερμανία. Μια αδιάκοπη υπακοή στα κελεύσματα του ενστίκτου της επιβίωσης έγινε έκτοτε η ζωή μας. Στοιβαχτήκαμε στα βαγόνια του τρένου γιομάτοι ελπίδες και το ακούσαμε να βρυχάται σαν αφηνιασμένο θηρίο που θα μας υφάρπαζε απ’ τα σπίτια μας για να μας σύρει σε ξένους τόπους. Κι όταν φτάσαμε στο Μόναχο, αποβιβαστήκαμε απέλπιδες, ξένοι κι αλλόγλωσσοι με δυο βαλίτσες όλες κι όλες στα χέρια μας.

Σάμπως μπορούσαμε και κάτι άλλο να κάνουμε; Πιθανότατα όχι, απαντάω αυτόματα μα τούτο το ρώτημα μου προκαλεί πάντοτε αμηχανία. Δύσκολο ζήτημα για το λήξεις ολότελα κι εγώ ποτέ μου δεν κόπιασα σοβαρά κι ούτε μπόρεσα να το λύσω στο πόδι και να ξεμπερδέψω. Τραβούσα το δρόμο μου, αυτόν που μας οδηγούσε σιωπηρά σε μια ατέρμονη αλυσίδα επιβεβλημένης και εθελούσιας σκλαβιάς καθηλώνοντας μας να ατενίζουμε τη ζωή μακρόθεν, προσδοκώντας μελλοντικές απολαβές. Εξοστρακισμένοι στα εργατικά γκέτο του Μονάχου, να συναναστρεφόμαστε άλλους γκασταρμπάιτερς (φιλοξενούμενος εργάτης στη Γερμανία) που, εξουθενωμένοι όπως και εμείς, σπανίως είχαν το κουράγιο να ανταλλάξουν πάνω από δυο κουβέντες μεταξύ τους. Κάθε βάρδια στο εργοστάσιο, ένα αλόγιστο ξόδεμα της αλκής του κορμιού και μια σταδιακή αποχύμωση της σκέψης.

Αυτή ήταν η ζωή η δική μου και της Έλλης. Δέσμιοι και οι δυο στο ζυγό της αυτοεξορίας και του πικρού ψωμιού από παιδιά, ώστε δεν γνωρίσαμε ποτέ άλλη κατάσταση για τον άνθρωπο. Τέλος κάλο, όλα καλά όμως! Αντέξαμε, επιζήσαμε και σταθήκαμε τυχεροί. Ούτε αρρώστιες, ούτε ατυχίες μεγάλες μας βρήκανε και ήρθε επιτέλους η ώρα της λευτεριάς από τα δεσμά της εργασίας. Να μπορέσουμε να δούμε τον εαυτό μας σαν κάτι περισσότερο από ένα ενοικιαζόμενο εργαλείο, να δούμε πως ζούνε οι άνθρωποι ανάμεσα στους ανθρώπους. Να κάνει και η Έλλη την επέμβαση που χρειάζεται στα πόδια της, γιατί πλέον μετά βίας στέκεται όρθια. Να πάμε επιτέλους και διακοπές στο νησί της, που έχει μαραθεί να το ξαναδεί. Μα το κυριότερο, να εγκατασταθούμε μόνιμα στην πατρίδα, να βγαίνουμε ξέγνοιαστα έξω στο δρόμο, να ακούμε “καλημέρα” και να μας φαίνεται όνειρο.

Η σύνταξη μας είναι καλή και το κομπόδεμα αρκετό, ανταμοιβή για τη σαραντάχρονη συντριβή μας στις μυλόπετρες της εκμετάλλευσης. Εξηντάρηδες πλέον αλλά, παρά τις κακουχίες και τις στερήσεις, στεκόμαστε καλά. Γερές κράσεις αποδειχθήκαμε και οι δυο μας, διαφορετικά, δεν θ’ αντέχαμε. Σπουδάσαμε τα παιδιά μας, αγοράσαμε και δυο διαμερισματάκια να έχουμε ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας, να έχουν κι εκείνα. Και τώρα, απαλλαγμένοι από τις βιοποριστικές έγνοιες, θα αγωνιούμε μονάχα για τη ζωή των παιδιών μας. Θα αγωνιούμε περισσότερο από εκείνα, γιατί γνωρίζουμε από πρώτο χέρι τι είδους ζωή τα περιμένει. Αυτά τουλάχιστον θα πουλούν την εργατική τους δύναμη με καλύτερους όρους, αυτό το δώρο τους το κάναμε εμείς με τη δουλειά μας. Μερικές φορές, όμως, μου φαίνονται τόσο απονήρευτα για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος, που σαστίζω και δε βρίσκω καρδιά να τα νουθετήσω. Δε βρίσκω καρδιά, γιατί ξέρω πως γίνεται αφόρητος ο βιος του ανθρώπου αν με το ένα του πόδι δεν πατάει σε κάποιο πλανερό όνειρο. Τα αφήνω να συντηρούν την δική τους εικόνα για τον κόσμο, λοιπόν, μέχρι να τη θρυμματίσει αλύπητα η ίδια η πραγματικότητα. Αβάσταχτη καταλήγει η ζωή χωρίς αυταπάτες!

Τα βήματα μου είναι αργά και σταθερά, μα μέσα μου τρέμω σύγκορμος. Δεκαετίες ολόκληρες με έτρωγε η νοσταλγία σαν αφορμισμένη πληγή και να που σήμερα θα ξανά αντικρίσω του παππού μου το σπίτι, εδώ στους πρόποδες αυτού του βουνού, λιγάκι έξω απ’ το χωριό που γεννήθηκα. Η Έλλη αισθάνεται τη συγκίνηση μου και μου παραστέκεται με τον τρόπο της. Σε όλη την διαδρομή δεν είπε κουβέντα. Με κρατάει από το μπράτσο μονάχα και σφίγγει τα δόντια για να ολοκληρώσει μαζί μου αυτό το ταξίδι. Πριν από κάθε σοβαρό εγχείρημα άλλωστε, απαιτείται μια κάποια προετοιμασία και όσο πιο φορτισμένο είναι το ζήτημα, τόσο πιο ανάλαφρη πρέπει να είναι η προπαρασκευή. Τι πιο κατάλληλο για την περίσταση τούτη, λοιπόν, από τη σιωπή; Ποιος θα μπορούσε, ακόμη κι αν ήθελε, να συνοδεύσει με λέξεις αυτή την επιστροφή, αυτή την διαδρομή προς την επανασύνδεση με το παρελθόν; Μέχρι κι ο Ορέστης το κατάλαβε αυτό, ο πρώτος μου ξάδερφος που ήρθε να μας προϋπαντήσει και να μας οδηγήσει στο πατρικό μου το οποίο πιθανότατα να μην το έβρισκα καν μοναχός μου.

Ούτε πέντε δεν ήμουν όταν έφυγε ο πατέρας μου από το χωριό και πήγε στην πόλη. Από τότε ζήτημα αν ξαναείδα τον Ορέστη δυο φορές μέχρι να φύγω για Γερμανία. Ούτε αυτόν αναγνωρίζω, ούτε τούτο το βουνό, ούτε τους καφενέδες στο χωριό μας. Ξένος πορεύτηκα στο Μόναχο, ξένος βαδίζω κι εδώ και τα παιδιά μου ξένα θα είναι ολούθε. Κι αυτά τα χώματα σαν ξένος τα πατώ τώρα, παρόλο που από παντού αναδύεται η ξεγνοιασιά των παιδικών μου των χρόνων.

Και στο χωριό να έμενα όμως, σε ξένα χωράφια θα δούλευα. Προκοπή στο ξενοδούλι δεν θα ‘βρισκα και είναι δυσκολότερο να ζεις στην ανέχεια και να είσαι στον τόπο σου. Να χαμηλώνεις το βλέμμα όποτε συναντάς τον μπακάλη, επειδή ψωνίζεις με πίστωση. Στην ξενιτιά, τουλάχιστον, δεν έχεις κανέναν να ντρέπεσαι. Σαν άγνωστος αναμεταξύ αγνώστων πορεύεσαι. Κι αν η η ντροπή σε πάρει ξοπίσω, γρήγορα χάνεται, την καταπίνει το παράπονο και καταλήγει καημός.

Φτάνει με τα περασμένα όμως, τούτη τη μέρα την περίμενα καιρό και δεν θα αφήσω να την θολώσουν οι θύμησες. Τώρα περπατούμε και σε κάθε βήμα μας καλωσορίζει η φύση. Οι πλαγιές είναι κατάφυτες και οι ανθισμένες μυγδαλιές μου κρυφογνέφουν “καλώς γύρισες“. Από παντού ηχούν τα κουδούνια των ζωντανών και των πουλιών τα ρυθμικά κελαηδίσματα. Οπού θες στέκεσαι και γεύεσαι άγρια σύκα κυκλωμένος από τις οσμές της βλάστησης. Οπού πατάς, ραγίζουν καρύδια κάτω από το πέλμα σου κι ανοίγουν ακόπιαστα να σου προσφέρουν το καρπό τους σαν δώρο. Μακάρι μονάχα να ήταν τέτοια αγία κι ανθρώπινη και η δουλειά μας στις φάμπρικες! Μακάρι να μας είχε υποδεχτεί τόσο φιλόξενα και η ξενιτιά!

  – Μεγάλη ήταν τελικά η διαδρομή, Ορέστη.

  – Γεράσαμε Ξενοφών. Όταν παρατρέχαμε σαν παιδιά απ’ την πλατεία του χωριού μέχρι την καλύβα του παππού σου, ούτε τρία λεπτά δεν μας έπαιρνε. Είπε και γέλασε με το χαρακτηριστικό αργόσυρτο τρόπο του, ενώ εστίαζε πάνω μου με μυωπική προσήλωση για να σιγουρευτεί πως όντως με γνώριζε.

Γεράσαμε είν’ η αλήθεια, μα εγώ αναριγώ τώρα μέσα μου σαν αμούστακο παιδί, καθώς αναρωτιέμαι τι περιμένω άραγες να αντικρίσω σαν φτάσουμε. Η ξεθωριασμένη παιδική ανάμνηση αυτού του βουνού ήταν που συνδαύλιζε τη νοσταλγία μου και με γέμιζε θαλπωρή, καθώς περιπλανιόμουν σε ξένες λεωφόρους περιζωσμένος από μια ακατάληπτη γλώσσα και καχύποπτα βλέμματα. Εκεί που επέλεξα να ανταλλάξω την απομόνωση και την εξάντληση για ένα καλύτερο μέλλον. Πως θα μπορούσε ποτέ η πραγματικότητα να αναμετρηθεί με αυτή την παιδική εικόνα που κρατώ φυλαγμένη μες το κεφάλι μου; Πως θα μπορούσα να βρω αναλλοίωτο αυτό που εγκατέλειψα πίσω μου από όταν ήμουν παιδί;

  –Καλά κάνατε και φύγατε, Ξενοφών. Εδώ ήμασταν όλοι αγρότες τότε και δεν είχαμε μέλλον. Αγρότης θα γινόσουν κι εσύ και άρα χαμένος θα πήγαινες.

  –Καλά, κακά ποιος ξέρει στα αλήθεια;

  –Καλά, άκου με που σου λέω. Εδώ δεχτήκαμε την κηδεμονία της ΕΟΚ και υπογράψαμε την καταδίκη μας με αντίτιμο πακέτα Ντελόρ. Από εκεί και ύστερα, γινόταν μόνο ότι πρoστάζαν οι Βρυξέλλες. Είπε παθιασμένα ο Ορέστης και ύστερα σώπασε.

  –Για τους Ευρωπαίους η Ελλάδα ήταν τότε το καλύτερο οικόπεδο, Ξάδερφε. Αποκρίθηκα εγώ, μα ήταν τόσο αδιάφορο το ύφος μου, που φάνηκε σαν να μην έχω γνώμη πάνω στο θέμα κι αυτό με έκαμε να φανώ γελοίος στον εαυτό μου.

  –Μας διέλυσαν, Ξενοφών. Καλύτερα που έφυγες να μη τα δεις. Τα φρούτα πήγαιναν χαράμι στις χωματερές. Ξεριζώθηκε η καλλιέργεια της σταφίδας, των σιτηρών, του καπνού. Παρήκμασε η καλλιέργεια των αμπελιών και παρέλυσε η ελαιουργία. Να μην μπορούμε να παράγουμε τίποτα και να μπορούν αυτοί να προωθούν τα δικά τους προϊόντα. Να έρθουν ύστερα οι πολυεθνικές και να σαρώσουν δεινοσαυρικά όλα τα μικρά επαγγέλματα.

  –Κι εμείς στη ξενιτιά νομίζεις καλύτερα περάσαμε; Ένα πράμα μάθαμε για ζωή σκληρή δουλειά και αποταμίευση. Να στέλνουμε συνάλλαγμα πίσω, να συγκεντρώνουμε χρήματα για να ανοίξουμε μια επιχείρηση και να γλιτώσουμε από τη μοίρα του εργάτη. Για να μη πεθάνουμε σε ξένο χώμα σαν γκασταρμπάιτερς.

  –Βγάλατε τα παιδιά σας όμως τα σπουδάσατε να έχουν καλύτερο μέλλον.

  –Και τώρα γυρνάμε στη πατρίδα που δεν γνώρισαν για να τους κουνήσουμε το μαντίλι, καθώς θα φεύγουν.

  –Τι να έρθουν να κάνουν εδώ; Εδώ δεν βρίσκεις πια μεροκάματο, γιομίσαμε ξένους δουλευταράδες. Φεύγουν οι Έλληνες, για να ‘ρθούνε οι ξένοι ή μάλλον έρχονται αβέρτα οι ξένοι και γι’ αυτό αναγκάζονται να φύγουν οι Έλληνες.

  –Τα ίδια λέγανε και για μας όταν πήγαμε στη Γερμανία, Ορέστη. Ότι ρίξαμε τα μεροκάματα και στερήσαμε το ψωμί από τους ντόπιους εργάτες.

  –Κι άδικο είχανε; Μακάρι να καθότανε ο καθένας στον τόπο του, αλλά φαίνεται πως δεν γίνεται αυτό.

  –Το αν γίνεται ή δεν γίνεται, δεν ξέρω να σ’ το απαντήσω. Αυτό που με πονάει όμως, είναι πως τα παιδιά μας ούτε να ακούσουν δεν θέλουν για επιστροφή στην Ελλάδα. Μπορεί να ήρθαν μαζί μας σε αυτό το ταξίδι, έμειναν όμως στο διαμέρισμα που αγοράσαμε στην Αθήνα. Καμία όρεξη δεν είχαν να κουβαληθούν εδώ, να ξεψαχνίσουν τις ρίζες τους. Ποιες ρίζες θα μου πεις; Ούτε ιδέα δεν έχουν για τη ζωή των παππούδων τους. Επιχείρησα κάμποσες φορές να τους μιλήσω, αλλά δεν έδειξαν το παραμικρό ενδιαφέρον. Δεν τα αδικώ, μεγαλώσαν αλλού και βλέπουν αλλιώς τη ζωή που ξανοίγεται εμπρός τους. Τα ίδια με μας θα τραβήξουνε όμως εξειδικευμένα βέβαια, αλλά πάλι ενοικιαζόμενα χέρια σε ξένο τόπο θα είναι.

                   .

Είχαμε σχεδόν φτάσει στο προορισμό μας και οι αναμνήσεις με επισκέπτονταν πλέον ορμητικά και ασύνταχτα. Θυμήθηκα τον παππού μου που είχε παραμορφωθεί από την πολλή δουλειά, καμπουριασμένο σαν ανθρώπινο αγκίστρι. Θυμήθηκα πως οι συγχωριανοί του τον πείραζαν, γιατί συχνά προκαλούσε γέλιο η στάση του σε όσους το βαστούσε η καρδία τους να γελάσουνε με τέτοιο θέαμα. Τη γιαγιά μου δεν πρόλαβα να τη γνωρίσω. Διπλά δουλεμένη, σαν γυναίκα αυτή, ξεχαρβάλωσε πριν απ’ την ώρα της. Θυμήθηκα και τη στιγμή που ξεφούρνισα στο πατέρα μου πως θα φύγω στο εξωτερικό για δουλειά και τον πιάσαν τα κλάματα. Ακόμη και σήμερα, δεν ξέρω αν δάκρυσε από χαρά ή από στεναχώρια, από ελπίδα ή απόγνωση.

Σαν έφυγα, έστελνα συνεχώς γράμματα στους δικούς μου και πάντα πως «είμαι καλά» έγραφα. «Όλοι μας χαίρουμε άκρας υγείας» μου απαντούσαν κι εκείνοι, μέχρι που γεράσαν και πέθαναν. Εμείς όμως θα έχουμε πιότερη άνεση, θα μπορούμε να ταξιδεύουμε και να επισκεπτόμαστε τα παιδιά μας όποτε θέλουμε. Θα μπορούν να έρχονται κι αυτά για διακοπές να μας βλέπουν και κάθε φορά που θα φεύγουν, θα δακρύζω σαν το πάτερα μου, από χαρά και στεναχώρια συνάμα. Να δω μονάχα τι θα σκέφτομαι όταν θα μου γράφουν πως τα περνάνε καλά. “Να μου γράφουν” λέω; Τώρα θα μιλάμε τηλεφωνικώς, όποτε θέλουμε. Πιο δύσκολο σήμερα να κρύψεις τον καημό και τον πόνο σου.

Βέβαια, τόσα και τόσα παιδιά φεύγουν στο εξωτερικό σήμερα, δεν είναι δα και το τέλος του κόσμου. Ατελείωτα πηγαινοέρχονται τα καραβάνια των ανθρώπων. Το άσχημο δεν είναι να ξεριζώνεσαι όμως, ούτε το να κατοικείς σε άγνωρα μέρη με συνήθειες παράξενες. Το άσχημο είναι να καταλήγεις ξένος στους δικούς σου ανθρώπους. Τι πιο αλλότριο άλλωστε, από το οικείο που με το χρόνο καθίσταται αγνώριστο; Παλιά φανταζόμουν τους συγγενείς μου στην Ελλάδα να με μελετάνε αραιά και που και να λένε: “Ο Ξενοφών είναι στη Γερμανία. Ποιος να ξέρει άραγε πως τα περνάει εκεί”. Και καθώς θα με μελετάνε, χρόνο με το χρόνο, θα ξεχνάνε ολοένα τα μούτρα μου και τη χροιά της φωνής μου. Κι αν τύγχανε μια μέρα να εμφανιστώ δίπλα τους στο καφενέ, ούτε που θα με αναγνώριζαν.

Ο Ορέστης πιστεύει πως πράξαμε καλά που ξενιτευτήκαμε, μέχρι και τυχερούς μας θεωρεί απ’ ό,τι κατάλαβα. Τυχεροί, που γινήκαμε ξένοι με όσα γνωρίζαμε. Κι απ’ την άλλη, κατηγορεί τους ξένους για όσα συνέβησαν στο δικό μας τον τόπο. Μα αναρωτιέμαι τώρα, ποιοι είναι αυτοί οι ξένοι, οι συλητές του ανθρώπινου ίδρου; Ξένος είσαι εσύ, Ορέστη, για μένα. Ξένος γίνηκα εγώ απέναντι στον εαυτό μου τον ίδιο. Τίποτα δεν έμεινε πάνω μου που να θυμίζει το άβγαλτο χωριατόπουλο που έφυγε κάποτε για τη Γερμανία. Ξένη είσαι και εσύ Έλλη μου, αγνώριστη έγινες εντελώς και δεν μπορώ να βρω στη μορφή σου διόλου το πρόσχαρο πλάσμα που κάποτε αγάπησα.

Τι τα σκέφτομαι τώρα όλα αυτά; Tι θα μπορούσα να είχα πράξει διαφορετικά άραγες; Ίσως τίποτα. Θα μπορούσα όμως να λέω τουλάχιστον τα πράγματα με τ’ όνομα τους. Το ταξίδι στην Γερμανία ξερίζωμα, το εργοστάσιο κάτεργο, τον εαυτό μου γκασταρμπάιτερ. Τα βαφτίσαμε όλα με ονόματα παράταιρα σήμερα και έχασαν πλέον οι λέξεις το νόημα τους. Και τώρα τρέμω για όσα πρέπει να ξεστομίσω, για την ώρα που θα πρέπει να ευχηθώ στα παιδιά μου βίο ανέφελο κι ακύμαντο στη ξενιτιά. Φοβάμαι πως δε θα καταφέρω να το πράξω χωρίς να δαγκώσω τη γλώσσα μου. Παρ’ όλ’ αυτά θα το κάνω, γιατί ξέρω πως είναι αβάσταχτη η ζωή χωρίς εξωραϊσμούς.

Ακόμη κι αυτό το ταξίδι, απόρροια μακροχρόνιων εξιδανικεύσεων είναι και για αυτό νιώθω ρευστός να περιπλανιέμαι σαν ίσκιος στα μέρη που μεγάλωσα. Μέχρι να φτάσω στο προορισμό μου κι αυτός τάχα να νοηματοδοτήσει τα πάντα. Μα τώρα που στέκομαι στο πατρικό μου απέξω, μένω κενός και σαστισμένος να το κοιτώ, με την γυναικά μου και τον Ορέστη να περιμένουν αμίλητοι δυο βήματα πίσω μου. Μου μεταδίδει μια θλίψη αβάσταχτη, η θέα της ετοιμόρροπης και εγκαταλελειμμένης ετούτης παράγκας και πρέπει οπωσδήποτε να αποστρέψω το βλέμμα. Να κοιτάξω πέρα κατά το βουνό και ύστερα να χαθώ στα θολά μάτια της Έλλης, καθώς αυτή αρχίζει να σφίγγει με νεύρο το χέρι μου νιώθοντας το να τρέμει.

  –Να πάρουμε τηλέφωνο τα παιδιά, Ξενοφών. Την Αγγελική πάρε, ο Λεωνίδας θα κοιμάται ακόμη. Πες τους πως περνάμε καλά, να μην έχουν την έγνοια μας.

  –Ναι, θα τα πάρω τώρα στο κατηφόρισμα.

Θα τους μιλήσω με λίγες κουβέντες, μετρημένες. Θα τους πω ότι περνάμε καλά και το ίδιο θα μου αποκριθούνε κι εκείνα. Αυτά θα ανακουφιστούν που θα μ’ ακούσουν χαρούμενο κι εγώ που θα γλιτώσω από πιότερες ερωτήσεις. Κι έτσι, παρόλο που μιλάμε, θα παραμένουμε ξένοι και μόνοι. Την υποκρισία πάντα τη γυροφέρνει η μοναξιά άλλωστε, αλλά η ειλικρίνεια, καθώς φαίνεται, δεν είναι για τον καθένα. Μα αναρωτιέμαι συχνά, θα γινόταν αλήθεια τόσο πιο αφόρητη η ζωή, αν είχαμε το σθένος να τη κοιτούμε κατάματα και να μιλούμε σταράτα;

Georges Braque | Carte de voeux, (1962)

Ισιδώρα Μπίλλια

Σχέδιο μεσημεριού

Η ιστορία. Πεζολόγημα με πυκνωμένη ύλη, να φωτίσει τον αναγνώστη μπουκιά – μπουκιά, πόντο – πόντο, σπυρί το σπυρί. Κατάθεση πίστης και ανατροπής. Πλειάδες εικόνες σχηματίζουν τη σύνθεση, διατρέχουν τον προσωπικό χρόνο του ήρωα, σημειώνουν το βίο του σε τόπο δηλωμένο. Γράφτηκε στο σπίτι, τον Απρίλη του ’14. Περιέχει συχνομιλήματα μιας ώρας απογευματινής με το Πέραν παρελθόν. Απόκοσμη η απόκριση, φαντασιακή στα όρια της. Η σκηνή. Ο ήρωας μόνος, μια νομοτελειακά τυπική καθημερινότητα. Επιπροσθέτως, η μνήμη και η αθανασία είναι από την ύλη των λέξεων. Οι ιστορίες και το γραφτό τέλος δεν έχουν. Και φέρνουν γραφτά αράδα. Πήρα το λεωφορείο και γύρισα. Ο αφηγητής. Παντογνώστης, καλόβολος στην παρακολούθηση και έκφραση, σε κάθε δίπλα της ιστορίας. Ο χώρος. Τριγύρω το πέρασμα συχνό, σταυροδρόμι που καταργεί κάθε όμοιό του, σα μαζεύονται στις πεζούλες τα καλοκαιρινά βράδια των διηγήσεων, μικροί και μεγάλοι. Τόπος οικείος και καθημερινός. Ο χρόνος. Χρόνος αθωότητας. Μόνο; Μεσημέρι του 13.30′. Είκοσι έξι (26) Ιουλίου, της Αγίας Παρασκευής. Επίκληση στην Αγία για προστασία και φώτιση, αναγκαία συνθήκη για κάθε διήγηση. Ο αριθμός. Το δύο, το διπλό, το δυικό αποκτά σημασία. Η ολοκλήρωση, η πληρότητα ή η πορεία προς τα κει την ώρα του Ησίοδου, που λέγει στη “Θεογονία”: “Νύξ δ’ έτεκεν και Μοίρας και Κήρας εγείνατο νηλεοποίνους, Κλωθώ τε Λάχεσιν τε και Άτροπον, αι τε βροτοίσι γεινομένοισι διδούσιν έχειν αγαθόν τε κακόν τε” (“Έτσι, η Νύχτα γέννησε και τις Μοίρες τις καλές, μα και τις σκληροτιμωρούσες Κήρες, την Κλωθώ, τη Λάχεση και την Άτροπο, που φέρνουν στους ανθρώπους κάθε καλό και κάθε κακό”). Ο ξένος. Ο ξένος είναι φίλος ή εχθρός; Το αργό αυτοκινητάκι της εποχής επιταχύνει με την έλευσή του την εξέλιξη. Η σιωπή έγινε ολική. Τούμπα το κάρο σε δρόμο συνοικιακό, ευθύ! Νά’ ναι αλήθεια ή ψέμα, για καλό ή για κακό, η σουβλερή κουβέντα του ξένου, η πρώτη, που ήρθε απρόσκλητος με λόγια ακονισμένα στον τροχό του γύφτικου; Η περιπέτεια αρχίζει δίχως να μετακινηθεί, να ονειρευτεί μια άλλη ζωή ή να ριψοκινδυνεύσει. Η κουβέντα φτάνει ως τον βυθό. Ο ήρωας ακούει με προσοχή και στεναγμό πολύ -καθώς και κρυμμένη χαρά, ξέχωρη. Το απρόοπτο, το ανατρεπτικό και μοιραίο, την καυτή ώρα του μεσημεριού, γίνεται το δοκίμι της ψυχικής αντοχής του ή της ολικής κατάρρευσης. Πού να χωρέσει το παρελθόν; Η μοίρα του ήρωα αποκτά πρόσωπο· και η ζωή του, η πριν και η μετά. Οι χαρακτήρες συμπλέκονται, με το φυσιογνωμικό τύπο ενός Οιδίποδα ή ενός Τειρεσία. Ο ένας αποζητά μιαν αλήθεια, ο άλλος την κομίζει. H καθημερινότητα δηλώνεται με έμφαση, ποικιλοτρόπως. Κύριο συνεκτικό των εκφάνσεών της, η ραστώνη του μεσημεριού, το επάγγελμα του ήρωα -εκεί, στο κατάστημα- ο κοινός τόπος της οικογένειας. Από την κατάσταση της άγνοιας στην άκρια περιπέτεια (και, εν τέλει, στην επίγνωση), στον πολύπτυχο φωτισμό της ζωής του, που διαχέεται σε βαθύ χώρο· και χρόνο. Η ησυχία του καλοκαιριάτικου μεσημεριού δημιουργεί περιβάλλον ζεστό. Ο παρών χρόνος, πλήρης μιας ώρας και συνήθης, είναι ικανός να εδράσει πάνω του ένας χρόνος ιστορικός (με αναγωγή στο χαλασμό του ’22), και ένας οικογενειακός. Ο Πόνος, η Λήθη και η Πείνα!

Georges Braque/Two Birds 

Κωνσταντίνος V Νικολόπουλος

Η κουνιστή πολυθρόνα

Η κουνιστή πολυθρόνα έγειρε αμφίρροπη μέχρι το προσκέφαλό της προκειμένου να δαγκώσει το μισοφαγωμένο στο χαλί σάντουιτς με τουρσί και λακέρδα. Ταλαντεύτηκε και το άρπαξε με τους λαίμαργους σαρκοφάγους της αδένες από καρυδιά. Το τύλιξε στους λουστραρισμένους λαγόνες της, μάσησε, το κατάπιε ρεύτηκε και απόκαμε την παλινδρόμηση νωχελική με τα ψίχουλα στο σαγόνι.

Πλέον διψούσε ατέρμονα αλλά σταγόνα νερού γύρω της. Ο φίκος μαραμένος στη γλάστρα, η κέντια ξεραμένη κι ο κρότωνας ωχρός στο περβάζι του παράθυρου. Έτσι έκανε ρουφώντας τους χυμούς από κάθε ζωντανό στον περίγυρό της κι έτσι εξηγούνται όλα, ακόμα και το νεκρό αιωνόβιο φυλλόδεντρο που είχε απομυζήσει. Έλα όμως που δεν το ήξερε και βρέθηκε στη δίψα της κουρασμένος κι απόγειρε νωθρός στον πάνινο κόρφο της. Τον τσίμπησε το ύφασμα και σα σαράκι ο ήχος υπόκωφα ροκάνιζε κρύο χάδι στον αυχένα. Στη σκέψη του γυρνούσε αγέρωχη πια η τρανή απόφαση να τηλεφωνήσει αυτός, ο ίδιος ο στρατηγός και να ζητήσει ανακωχή, να σταματήσει ο εμφύλιος που μάστιζε τη χώρα. Ξαπόστασε και πλάγιασε για να ωριμάσει η σκέψη να συλλογιστεί, σπουδή πώς να πει για ετούτη την ειρήνη, με ποιο τρόπο θα ανακοινώσει, θα διατάξει για να γίνει η εντολή του δράμα πραγματικό, αγάλι που φέρνει τη νηνεμία απ’ όλους δίχως αντίρρηση στο σεβαστό πρόσταγμά του. Κύλισε το πηλήκιο κι ο πόλεμος αρχίζει, έκανε στροφές στο ξύλινο πάτωμα σα τρωκτικό που γυρνοβολάει σπαρταρώντας απελπισμένα πιασμένο στο δόκανο, μέχρι που ξεψύχησε δίπλα στην πολυθρόνα σαν πύθωνας που άδειασε από ζωή και ειρήνη.
Τον στρατηγό τον βρήκανε την επαύριον αποστεωμένο στους σκαλιστούς γοφούς της κι ο σκελετός του έμοιαζε να ξαποσταίνει κουρνιασμένος στην αγκαλιά της στόφας που έντυνε σφιχτά την ξύλινη κορμοστασιά της πολυθρόνας. Οι κόγχες των ματιών σφαλισμένες κι αδειανές και πάνω τους γραμμένη η τελεσίδικη ετυμηγορία που δεν πρόλαβε να ξεστομίσει. Αλίμονο! Σκοτίστηκαν οι κοιλάδες και τα βουνά, έλιωσαν τα μπετά στα κτήρια της πόλης, λιμός και άθλιο σύννεφο από μύγες που σκουλήκιασαν τη ζωή κι αρπάξανε ελπίδες. Με αίμα βάφτηκε ολάκερη η χώρα, παιδιά και μανάδες σφαχτήκαν κι έφταιγε μια αιώρα.
Τώρα που μιλάμε ένα ροκάνισμα απατηλό κριτς – κρατς ακούγεται στη σιωπή και η πολυθρόνα αρχίζει με θράσος αργά αργά να ταλαντεύεται. Η κουνιστή πολυθρόνα πείνασε και η ιστορία έχει ακόμα ρωγμές και χάσματα.

Georges Braque/Still Life with Red Tablecloth, 1934

Σοφία Τριανταφυλλίδου

Επόμενη μέρα

Λάτρευα τα Μαθηματικά. Κάθε τι που μου συνέβαινε στην ζωή μου, το μετρούσα και το σύγκρινα.

Η αγάπη του καλού μου όμως, ήταν για μένα δύναμη πάντα υψωμένη στο άπειρο.

Ήμουν ευτυχισμένη μ’ αυτό το απόλυτο θεώρημά μου και δεν σήκωνα αμφισβητήσεις από

κανέναν.

Έτσι κλείστηκα στο μικρό υποσύνολο του, χάνοντας τελικά την ταυτότητα μου.

Απ’ όλους τους άλλους, κρατούσα αποστάσεις, είτε με παρενθέσεις, είτε με κυματιστές καμπύλες, ακόμη και με σκληρά άγκιστρα ενώ στην καλύτερη περίπτωση με τους πολύ κοντινούς με χώριζαν κάποιες επαναλαμβανόμενες τελίτσες.

Ένα βράδυ εντελώς τυχαία, ανακάλυψα ότι τελικά η αγάπη του ήταν δύναμη υψωμένη στο μηδέν, και εγώ πλέον μια αξιολύπητη μονάδα.

Την επόμενη μέρα ο Μαθηματικός κόσμος μου, καταποντίστηκε.

Οι ανισότητες δίχως νόημα πλέον, τα τραχιά σύμβολα εξαφανίστηκαν και εγώ για πρώτη φορά βρήκα τον άγνωστο Χ στο δικό μου ανάστημα.

Georges Braque/Lempertz