Scroll Top

Η «αντιστασιακή» Μέλπω Αξιώτη | της Φανής Κεχαγιά

Υπεύθυνη στήλης | Φανή Κεχαγιά

Η στήλη «LITERATURAE MEMORIA» στοχεύει στη βιογραφική και λογοτεχνική αποτίμηση σημαντικών Ελλήνων πεζογράφων που δεν βρίσκονται πλέον εν ζωή. Μέσα από σύντομα αλλά περιεκτικά πορτρέτα, αποτυπώνεται η πορεία, το έργο και η πνευματική παρακαταθήκη δημιουργών που διαμόρφωσαν τον ελληνικό λογοτεχνικό λόγο. Η παρουσίαση των συγγραφέων επιχειρεί να συνδυάσει τεκμηριωμένη πληροφορία με διακριτική ερμηνευτική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση τόσο στα προσωπικά και ιστορικά συμφραζόμενα όσο και στην αισθητική και θεματική ιδιαιτερότητα του έργου τους. Στόχος είναι η ανάδειξη της διαχρονικής αξίας μιας λογοτεχνικής μνήμης που εξακολουθεί να συνομιλεί με το παρόν.

Φανή Κεχαγιά

Γράφει η Φανή Κεχαγιά

Η «αντιστασιακή» Μέλπω Αξιώτη

Κι εγώ τώρα σε ποιον θ’ αφήσω την κληρονομιά μου.
Όχι την υλική κληρονομιά – δεν έχω εγώ παρόμοια,
κι έτσι δεν είμαι τώρα πια παρά ένα άγαλμα μαρμάρινο
πάνω σ’ ένα μικρό σταυροδρόμι.

Μέλπω Αξιώτη, Η Κάδμω, 1972

Η λογοτεχνική παρουσία της Μέλπως Αξιώτη αποτυπώνεται σε ένα έργο σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Από το πρώτο της μυθιστόρημα, Δύσκολες Νύχτες (1938), έως την ώριμη Κάδμω (1972), η συγγραφέας διαμόρφωσε μια ατομική, ιδιοσυγκρασιακή γραφή που κινήθηκε ανάμεσα στη μυθοπλασία, στην προσωπική μαρτυρία και την αυτοβιογραφία. Το Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; (1940) ήρθε να εδραιώσει τη θέση της στη Γενιά του ’30, ενώ μικρότερες φόρμες, όπως η συλλογή Εικοσιτρείς Χαριτωμένες Ιστορίες, αποκάλυψαν την ικανότητά της να συμπυκνώνει νοήματα και συναισθήματα σε λίγες σελίδες. Στην εργογραφία της ανήκουν κείμενα πολιτικού και αυτοβιογραφικού χαρακτήρα, καθώς και μεταφράσεις γνωστών έργων της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, οι οποίες αποτέλεσαν άλλο ένα πεδίο επαφής της με το διεθνές λογοτεχνικό γίγνεσθαι.

Η Μέλπω Αξιώτη γεννήθηκε το 1905 στην Αθήνα και μεγάλωσε στη Μύκονο, τόπο της οικογένειάς της, σε περιβάλλον που συνδύαζε τη νησιωτική παράδοση με την αστική κουλτούρα. Ο παππούς της Π. Α. Αξιώτης ήταν διηγηματογράφος και μελετητής της ρωσικής λογοτεχνίας και ο πατέρας της Γεώργιος Αξιώτης μουσικός, ιδρυτής του Ωδείου Πειραιώς και συνεκδότης με τον Γεώργιο Λαμπελέτ του καλλιτεχνικού και φιλολογικού περιοδικού Κριτική. Η Μέλπω σπούδασε στο καθολικό σχολείο των Ουρσουλινών στην Τήνο (1918-1922). Στην Αθήνα, ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη ραπτική, διατηρώντας δικό της στούντιο ραπτικής «Μελ-Βέτα» με συνεταίρο τη Βέτα Τσιτιμάτη, αλλά η επιχείρηση λειτούργησε μονάχα για έναν χρόνο και έκλεισε λόγω οικονομικών παραγόντων, ενώ παράλληλα και ως το 1936 η Αξιώτη παρακολούθησε μαθήματα σχεδίου στη Σιβιτανίδειο Σχολή. Πριν από το ξέσπασμα του πολέμου, εργάστηκε για λίγο καιρό στην Αγροτική Τράπεζα, αλλά απολύθηκε για τα πολιτικά της φρονήματα.

Από νωρίς ανέπτυξε ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία και εντάχθηκε στους κύκλους της Γενιάς του ’30, συναναστρεφόμενη συγγραφείς και ποιητές που διαμόρφωσαν το λογοτεχνικό τοπίο της εποχής, όπως τους: Ν. Εγγονόπουλο, Γ. Θεοτοκά, Ν. Καββαδία, Τ. Μαλάνο, Γ. Σεφέρη κ.ά.. Γράφει τα πρώτα της διηγήματα (στο περιοδικό Μυκονιάτικα Χρονικά το 1933-1934) και η πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα έγινε με τη δημοσίευση του διηγήματός της «Απ’ τα χτες ως το σήμερα», ενώ το 1938 εκδίδει το πρώτο της μυθιστόρημα Δύσκολες Νύχτες, που της χάρισε το πρώτο βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών (18 Μαρτίου 1939).

Από το 1936 εντάχθηκε στο ΚΚΕ και, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, στην Εθνική Αλληλεγγύη του ΕΑΜ, συμμετέχοντας ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, τόσο με τη συγγραφική της πένα –συνεργάστηκε στον παράνομο Τύπο, μαζί με τις Διδώ Σωτηρίου, Έλλη Αλεξίου, Έλλη Παππά, Τιτίκα Δαμασκηνού και άλλες Ελληνίδες της Αντίστασης– όσο και με αγωνιστική δράση. Το 1947, σε μία προσπάθεια επιβίωσης, αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και επί μία δεκαπενταετία περίπου, μέχρι το 1965, συνέχισε να αγωνίζεται μέσω άρθρων της σε περιοδικά και συμμετοχών της σε συνέδρια με λόγους, καθώς και συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις του εκεί αριστερού κινήματος. Έζησε σε πόλεις του πρώην Ανατολικού Μπλοκ (Βαρσοβία, Σόφια, Α. Βερολίνο).

Από το Παρίσι ξεκίνησε και η πορεία προς την πανευρωπαϊκή της καταξίωση ως λογοτέχνιδας με τη μετάφραση του μυθιστορήματός της Εικοστός αιώνας, αρχικά στα γαλλικά (1949) και στη συνέχεια στα γερμανικά, ιταλικά, ρωσικά και πολωνικά. Στη Γαλλία γνωρίστηκε και ζυμώθηκε με σημαντικούς διανοητές της εποχής, όπως ο Λουί Αραγκόν, η Έλσα Τριολέ και ο Πάμπλο Νερούδα. Αυτές οι ζυμώσεις τής προσέφεραν δημιουργική έμπνευση και εμπλούτισαν τη θεματική και την αισθητική της.

Το 1950, διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης προς τη γαλλική προκάλεσε αναχώρηση της Αξιώτη για την Ανατολική Γερμανία, στο πλαίσιο ομαδικής απέλασης 90 ατόμων. Από τη Δρέσδη, όπου έζησε ως το τέλος του έτους, συνέχισε τη δράση της με δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων της στις ευρωπαϊκές χώρες. Τον Νοέμβριο του 1951 εγκαταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την αρθρογραφία και τη λογοτεχνική μετάφραση και πήρε μέρος στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, στο οποίο γνωρίστηκε με το Ναζίμ Χικμέτ. Το 1952 μετακόμισε στη Βαρσοβία και εργάστηκε σε ελληνική εκπομπή του εκεί ραδιοφωνικού σταθμού μετά από πρόσκληση του Λευτέρη Μαυροειδή. Στη Βαρσοβία έζησε ως το 1955, με μια ενδιάμεση επίσκεψη στη Μόσχα λόγω επιδείνωσης της χρόνια κλονισμένης από βρογχίτιδα υγείας της. Το 1956 επέστρεψε στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου έζησε ως την άνοιξη του 1957. Από τον Οκτώβριο του 1958 ως το 1964 εργάστηκε ως Επισκέπτρια Λέκτωρ (Gastlektorin) στο πανεπιστήμιο του Humboldt διδάσκοντας Νέα Ελληνικά και Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Τα καλοκαίρια επισκεπτόταν την Ιταλία και παράλληλα συνέχισε να γράφει.

Το 1964, στο ιταλικό περιοδικό Nuovi Argomenti, το οποίο εξέδιδαν ο Αλμπέρτο Μοράβια και ο Αλμπέρτο Καρότσι, της ανατέθηκε η επιστασία ενός τεύχους αφιερωμένο στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ωστόσο δεν το ανέλαβε ποτέ, λόγω του έντονου αισθήματος επαναπατρισμού της. Τον Δεκέμβριο του 1964 επισκέφτηκε την Ελλάδα μετά από επίπονες προσπάθειες τεσσάρων χρόνων και, το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου, επαναπατρίστηκε με απόφαση του τότε υπουργού εξωτερικών Ηλία Τσιριμώκου. Μετά την εγκατάστασή της στην Αθήνα, συνέχισε τα ταξίδια της στην Ιταλία και τη Γαλλία και διετέλεσε μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Επιθεώρηση Τέχνης, το οποίο έκλεισε λόγω της δικτατορίας του Παπαδόπουλου, οπότε η Αξιώτη αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και βοηθήθηκε κυρίως από φίλους, όπως η Νανά Καλλιανέση, ο Αντρέας Φραγκιάς και ο Γιάννης Ρίτσος. Εκείνη την περίοδο συγκατοίκησε με τη φιλόλογο και συγγραφέα Έλλη Λαμπρίδη. Λόγω των οικονομικών δυσκολιών της, σκέφτηκε να μετακομίσει μόνιμα στη Μύκονο, εντούτοις, η πίκρα που λάμβανε κάθε καλοκαίρι από το νησί της δεν της το επέτρεψε. Το 1971, έπειτα από νέα επιδείνωση της υγείας της και εμφάνιση προϊούσας αμνησίας και σωματικής καχεξίας, έζησε στην κλινική Λυμπέρη και τον επόμενο χρόνο μετακόμισε στην πανσιόν «Maison de Repos», όπου και πέθανε.

Το έργο της Μέλπως Αξιώτη τοποθετείται στον χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας του μεσοπολέμου. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συγγραφικής της φυσιογνωμίας διαδραμάτισαν οι εμπειρίες της από τη ζωή στη Μύκονο και το μοίρασμα των νεανικών της χρόνων ανάμεσα στο νησί και την Αθήνα. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, βασικό άξονα του έργου της αποτέλεσε η μνήμη και η απόπειρα ανάπλασης του παρελθόντος. Παράλληλα η γραφή της επηρεάστηκε από τις νεωτεριστικές τάσεις της γενιάς του ’30 (ιδιαίτερα από την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου), το ρεύμα του σουρεαλισμού, την εμφάνιση του φεμινιστικού κινήματος στην Ελλάδα και την ένταξή της στο κομμουνιστικό κόμμα. Εκτός από πεζογραφήματα και ποιήματα, έγραψε επίσης μελέτες και έκανε πολλές μεταφράσεις. Μετέφρασε από τα γαλλικά έργα των Τσέχωφ, Ραντιγκέ, Ιονέσκο, ενώ, σε συνεργασία με τον Δημήτρη Χατζή, επιμελήθηκε κι εξέδωσε την ανθολογία νεοελληνικού διηγήματος Antigone lebt (Η Αντιγόνη ζει, 1960).

Η λογοτεχνική πορεία της Μέλπως Αξιώτη αποτυπώνεται μέσα από έργα που διασχίζουν δεκαετίες και είδη: από τα μυθιστορήματα (Δύσκολες Νύχτες, 1938, Θέλετε να χορέψομε, Μαρία; 1940, Εικοστός Αιώνας, 1946, Η Κάδμω, 1972), μέχρι συλλογές διηγημάτων, ποιήματα και πολιτικά χρονικά (όπως Απάντηση σε πέντε ερωτήματα, 1945). Το μυθιστόρημά της Δύσκολες Νύχτες προκάλεσε αίσθηση για τον τρόπο με τον οποίο σκιαγράφησε τον εσωτερικό κόσμο της γυναίκας, με ειλικρίνεια και χωρίς εξιδανικεύσεις. Στο Θέλετε να χορέψομε, Μαρία;, η μεταφορά του χορού γίνεται σχόλιο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, ενώ η Κάδμω αποτελεί την ώριμη σύνθεση προσωπικής μνήμης και συλλογικής εμπειρίας. Στα διηγήματά της, η Αξιώτη αποδεικνύει την ικανότητά της να χειρίζεται τη μικρή φόρμα με την ίδια δεξιοτεχνία που αναπτύσσει στις μεγάλες αφηγήσεις, αποτυπώνοντας χαρακτήρες και καταστάσεις με ελάχιστες, αλλά ουσιαστικές πινελιές. Η εργογραφία της συμπληρώνεται από μεταφράσεις κορυφαίων διεθνών συγγραφέων, δείγμα της διασύνδεσής της με το ευρωπαϊκό πνευματικό τοπίο.

Υπήρξε πρωτοποριακή ως συγγραφέας και ήταν μία από τις πιο αξιόλογες μορφές της γυναικείας μεταπολεμικής ποίησης, αφήνοντας πίσω της έργο που συνδυάζει τη λογοτεχνική ανανέωση με τη μαρτυρία μιας εποχής γεμάτης αναταράξεις.

«[…] Έδειχνε με το δάχτυλο η μάσκα και προχωρούσε. Στήσανε πολυβόλα, και τους εγάζωσε η ριπή. Εσβάρνιζε το αίμα. Tους άλλους που απομείνανε, τους βάλανε στη μέση, και μαζί με τον ήλιο που εβάδιζε στον ουρανό, τραβούσαν προς τη δύση. Δεν τους ξανάδε κανείς, επέρασαν πολλά σύνορα, εχάθηκαν στην Ευρώπη, μέσα στα στρατόπεδα. Τρέχανε πίσω οι μάνες, και κανά δυο που γλίτωσαν, τρέχανε να κρυφτούνε σε φούστες και σε πιθάρια, να μην τους ξαναβρούν». (Μέλπω Αξιώτη, Εικοστός Αιώνας, Κέδρος, Αθήνα 1982, σ. 123-124)

Η γραφή της Μέλπως Αξιώτη είναι άμεσα αναγνωρίσιμη: ένας συνδυασμός λυρισμού, εσωτερικότητας και κοινωνικής εγρήγορσης. Κυρίαρχο στοιχείο της γραφής της είναι η αυθορμησία της γραφής. Το γλωσσικό ιδίωμα και η τολμηρή ορθογραφία, έγιναν αντικείμενο αντιφατικών κριτικών, επαίνων και κατακρίσεων από τους πνευματικούς κύκλους της εποχής. Πίσω όμως από αυτή την αυθορμησία υπάρχει μια συνειδητή τεχνική, που αναδεικνύει τη συγγραφική μαστοριά και την πρωτότυπη αισθητική τεχνοτροπία της. Στα έργα της καταγράφει τη σύγχρονη Ιστορία του τόπου μας: Κατοχή – Αντίσταση – Κορύφωση της ταξικής σύγκρουσης το Δεκέμβρη του 1944 – Εποποιία του ΔΣΕ. Το υλικό της αντλείται απ’ τον παράνομο Τύπο της εποχής, τις νόμιμες εφημερίδες, τις αναφορές των υπευθύνων των εθνικοαπελευθερωτικών οργανώσεων, τα αρχεία της Εθνικής Αλληλεγγύης και τη ζωή των αγωνιστών.

«Στην αντιφασιστική πάλη ενάντια στην ξενική κατοχή ξεπηδά ένας νέος παράγοντας, πρώτη φορά τόσο σημαντικός και τόσο μαζικός, στην ιστορία των ελληνικών αγώνων. Είναι η γυναικεία συμβολή […] Κύματα κοριτσιών στη διαδήλωση να καλύπτουν τα τανκς. Τα εχτελεστικά αποσπάσματα να γαζώνουν το στήθος της κι αυτή να στέκει αγέρωχη φωνάζοντας: Ζήτω η λευτεριά! (…) Να κουβαλά ζαλίγκα τ’ αντάρτικα πολεμοφόδια στ’ απάτητα ρουμάνια, όπου δεν επλησίαζε μήτε πουλί πετάμενο. […] Να θάβει τα πρώτα παιδιά της και να ετοιμάζει γρήγορα να ρίξει και τα υπόλοιπα στου χάρου τον αγώνα. […] Αυτών όλων τη θυσία δε θα τη λησμονήσει η Γη(…)» (Μέλπω Αξιώτη, Άπαντα. Γ’ τόμος. Χρονικά, Αθήνα, Κέδρος, 1980, σ. 195-198).

Στα έργα της, η γλώσσα ρέει ελεύθερη, πλούσια σε εικόνες και ρυθμό, ενώ η αφήγηση συχνά απομακρύνεται από τη γραμμικότητα, προσεγγίζοντας την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου. Η Αξιώτη αντλεί έμπνευση από την καθημερινότητα, αλλά την επεξεργάζεται μέσα από μια ευαισθησία που μετατρέπει τις μικρές στιγμές σε πυκνά νοήματα. Το συνολικό έργο της Αξιώτη βρίσκεται στον πυρήνα του παγκόσμιου μοντερνισμού. Πρόκειται για έναν ελληνικό ριζοσπαστικό μοντερνισμό αιχμηρό και ευθύβολο, ριζωμένο στην παράδοση, στη γλώσσα, στη λέξη, στη ντοπιολαλιά. Τα κείμενα της διδάσκονται πλέον στα πανεπιστήμια της Ευρώπης (Παρίσι, Βερολίνο, Ζυρίχη), τώρα και στα ελληνικά.

Η γραφή της συνδυάζει ύφος προσωπικό, πρωτοποριακό και κοινωνικά ευαισθητοποιημένο. Στο Εικοστός Αιώνας, η ηρωίδα Πολυξένη αναπολεί τη δραματική πραγματικότητα της Κατοχής, με το βλέμμα στη σκληρή καθημερινότητα και την ηρωική αντίσταση: «Βγαίνανε οι γυναίκες, τις λόγχιζαν μπρος στο κατώφλι τους. Αποσπούσανε τα παιδιά από τους πατεράδες. Τους άντρες, τους εσέρνανε απ’ τα πόδια κι απ’ τα μαλλιά». Η εξάρτηση από τη γλώσσα και η ανθρώπινη αμεσότητα είναι εμφανείς στην εσωτερική αφήγηση και στο λυρικό ύφος του έργου. Στο Δύσκολες Νύχτες, η αίσθηση της παιδικής απώλειας αποτυπώνεται με συγκινητική πικρία και ειλικερίνεια: «Ό,τι δεν είχα, εκείνο πάντα ήθελα».

Το αντιστασιακό της έργο αναδεικνύεται τόσο μέσα από τη ζωντάνια της γλώσσας όσο και την πίστη στον άνθρωπο και τη δράση ως μορφή αντίστασης. Ορατή είναι η ενσωμάτωση της ιστορικής μνήμης και της ευγένειας της ιδεολογικής στράτευσης σε κάθε σελίδα, αφού η αντιστασιακή της δράση δεν υπήρξε αόριστο πολιτικό πλαίσιο, αλλά κεντρική συνιστώσα της ταυτότητάς της. Η συστράτευση της πολιτικής της ιδεολογίας με την τέχνη της, η πίστη στην κοινωνική αλλαγή και η βαθιά αίσθηση αλληλεγγύης διαπερνούν τα κείμενά της, που εμπλουτίζονται παράλληλα από την επαφή της με τα ευρωπαϊκά λογοτεχνικά ρεύματα και τη «συνομιλία» της με εξέχουσες προσωπικότητες του 20ού αιώνα, που διεύρυναν τόσο την κοσμοθεωρία της όσο και την εμβέλεια του έργου της.

Η Μέλπω Αξιώτη παραμένει μια από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της νεοελληνικής λογοτεχνίας: συγγραφέας που δεν περιορίστηκε σε μια θεματική ή σε μια φόρμα, αλλά πειραματίστηκε, ρίσκαρε και παρέμεινε πιστή στις αξίες της μέχρι το τέλος. Το έργο της είναι ταυτόχρονα λογοτεχνική δημιουργία και ιστορικό τεκμήριο, ένας ζωντανός διάλογος ανάμεσα στην ατομική εμπειρία και τη συλλογική μοίρα, με αποτέλεσμα η Μέλπω Αξιώτη να μη λογίζεται απλώς λογοτέχνιδα, αλλά «αγωνίστρια συγγραφέας». Η γραφή της λειτούργησε ως φάρμακο απέναντι στη βία της εποχής της και ως ανοιχτό τοπίο όπου η φωνή της γυναικείας εμπειρίας, η πολιτική της συνείδηση και η καλλιτεχνική της τόλμη συνυπήρξαν και, έτσι, το έργο της παραμένει vivace: προσωπικό, πολιτικό, λογοτεχνικά πειραματικό, βαθιά ελληνικό και υπαρξιακά οικουμενικό.

ΠΗΓΕΣ

Βιογραφικό Φανή Κεχαγιά