Scroll Top

ΣΑΒΒΑΣ ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ

 ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

κάθε Οκτώβριο ζω σε τακτοποιημένες πόλεις,
τα λουλούδια κατοικούν ήσυχα μέσα στις ζαρντινιέρες τους
δίπλα στα πάρκα με τις ακίνητες κούνιες, ρίχνουν μια ματιά
σε βεράντες που αναπαύονται οι σκιές παλιών ενοίκων
και εγώ το γνωρίζω, καλύτερα από όλους πως θα πατήσω πάλι
τον μοναδικό νερόλακκο καθώς θα προσεγγίζω το ταχυδρομείο
λερώνοντας το καθαρό μου παντελόνι με αναμνήσεις
ενώ, θα μπορούσα να σε είχα ξεχάσει μιλώντας με τους γείτονες
ή ακούγοντας στην τηλεόραση τις συνταγές των πολιτικών,
ανάλατες όσο τα υπολείμματα φόβων στα προσωπικά μας τείχη
πριν βρεθώ σε εκείνη την ιλιγγιώδη στάση του μετρό
χωρίς να γνωρίζω στην ουσία που θέλω να πάω, αν όχι
σε εκείνη τη κυρία που κάθε μέρα ετοιμάζει μαρμελάδες παντζάρι
που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί να είναι τόσο νόστιμες
αλλά κάποιος, πραγματικά θα το επιθυμεί αυτό πολύ
φωτίζοντας με τρόπο όλες τις περίεργες πλευρές μας,
αναλώσιμες στην τεράστια ποικιλία των ηλεκτρικών συσκευών
με την υπόσχεση μιας αέναης ευτυχίας δίχως περαιτέρω λόγια
αλλά, σίγουρα με διαπιστώσεις φιλοσοφικές για την δυστυχία
καθώς θα προτιμούμε ένα θάνατο αργό από τα ξένοιαστα χαμόγελα,
περπατώντας στις όχθες του ποταμού με δίχρωμες ομπρέλες
ενώ, εσύ θα διαβάζεις τώρα αυτό το γράμμα ίσως λυπημένη˙
όχι για μένα παρά μόνο για το λερωμένο δώρο, περιμένοντας εμένα

αν είσαι πράγματι γυναίκα όχι όλη, κρυμμένη μέσα σε μια άλλη
με τον τρόπο που τα βιβλία κρύβουν μέσα τους ένα άλλο βιβλίο
και οι γυναίκες του Ντε Κούνινγκ άλλες διαθλώμενες μορφές τους
μπερδεύοντας τα ρούχα που φορούσε η κόρη στο σώμα μητέρας
περιμένουν στην ουρά για ένα πιάτο φαγητό, ένα μικρό τρανζίστορ,
το καινούργιο μοντέλο αποχυμωτή ανθρώπων, ίσως για μένα
νύχτες κάτω από φωτισμένες πινακίδες συντροφιά με μπύρες
λίγο πριν σβήσω στο ημερολόγιο ακόμη μια ημερομηνία επιστροφής
από εκείνες που μόνος ζεις μέσα σε σκονισμένες τρύπες
μιλώντας ακατάλληλα, για τις διαφορές που μας ενώνουν
πίσω από τις πόρτες δωματίων αναζητώ τον τρόπο διαφυγής
απομιμήσεων συμπεριφορών, που δεν βρίσκουν τελικά τον δρόμο
να περάσουν αγκαλιά μπροστά στο τζάκι, παρά μόνο αδρανώντας
στο άκουσμα επερχόμενων έκτακτων δηλώσεων
τσαλακώνεις το γράμμα που είχες γράψει έκπληκτη όταν
δεν με είδες ποτέ, κάτω από τη βροχή να σκαλίζω απαντήσεις

ΕΤΣΙ ΚΙ ΑΛΛΙΩΣ

μπορεί να ήταν μια παλιά σκωτσέζικη κουβέρτα,
το κοκάλινο καφέ κουμπί από το πρώτο σακάκι
ή οποιαδήποτε εικόνα που σίγουρα θα θύμιζε
σκέψεις ενός ανήσυχου έφηβου για την ιδέα της ζωής
ακούγοντας τον ξέφρενο ρυθμό της τζαζ. Το γνώριζε,
θα κατέβαινε για να ακουμπήσει μια τελευταία φορά
τις φθαρμένες εικόνες του πατέρα, εντελώς εξαρθρωμένου
μέσα στον λόγο και συγχρόνως τόσο επίκαιρου

όσο οι ευφάνταστες διαφημίσεις λεωφορείων,
γυρίζοντας χωρίς σκοπό με την ελπίδα να πεισθεί
ότι ο ουρανός είναι ακόμη γαλάζιος, ο έρωτας
είναι απλώς έρωτας και η γενίκευση μιας οποιασδήποτε
κοινωνίας θα εξακολουθεί να διαγράφεται μέσα
σε μια λαμπερή μοναδικότητα αναδύοντας
το ειδικό στην σκήνη ενός παράλογου θεάτρου
ανάμεσα σε πάρτυ γενεθλίων και σπίτια ετοιμόρροπα

ασφυχτικά γεμάτα με άτομα που δεν μίλησαν ποτέ,
έστω δοκιμάζοντας όλες τις εμφιαλωμένες λύσεις
για θέματα συμπεριφοράς, φυλαγμένα μέσα
στις μεταμφιεσμένες μνήμες των πραγμάτων. Αλίμονο,
σκέφτεσαι σε μια χώρα που τα λεξικά χαρούμενα
ξαναβρίσκουν τους καταστροφείς εγγράφων, ενώ σοφοί
εκφύονται κάτω από άγρυπνα μάτια συγγραφέων,
δεν υπάρχει χώρος να κεντρίζεις άλλα δέντρα
χαράσσοντας στο ξύλο έργα του Χάρολντ Πίντερ

Στο μεταξύ, κολιμπρί ταξιδεύουν μόνα μες στη νύχτα