Scroll Top

Αγγελική Κουντουράκη | Ποιήματα

Ο φυγάς

Ξεχνάει να ισορροπεί

Ο θάνατος βρίσκει χώρο στο κενό

Ανοίγει η πόρτα

μιας ελπίδας κρεμασμένης

στο πρώτο φως

Ο φυγάς μονολογεί

Δεν έχουμε πολύ χρόνο στην πλάτη μας

το σώμα αρχίζει και ανεβαίνει στη γλώσσα

Αν μιλήσει το ψέμα

τότε όλα θα έχουν χαθεί

Ο θάνατος θα κρυφτεί ξανά

Η ισορροπία θα παραδοθεί στο εκκρεμές

Γέρνει στραβά

να χωριστεί

Βαδίζει στραβά

στις ραφές του κόσμου

ο φυγάς

Μαύρα σκιάχτρα

ντυμένα πόνο

οι παλιοί σύντροφοι

Κάποιος εγκατέλειψε

μέσα σε αυτό το βάθος

ένα μικρό και άκαπνο αγόρι

Καράβια από σφένδαμο

οι λυγμοί του

σε μια θάλασσα

από αιώνες στερεμένη

Βλέπεις τις να λέξεις σπάνε

σαν πετάει στα όρη ο φυγάς.

Μοναξιά

Τσακίζει τη λογική η μοναξιά

που επιβάλλεται

στον πόνο και στη χαρά

στη φυγή και το σμίξιμο

Το μυαλό κλωτσάει τα χέρια του

Τα αντικείμενα και οι αγκαλιές

πέφτουν ματωμένες

σε ένα έδαφος καμένο και χέρσο

Δακρύζει πάντα μόνο το αριστερό μάτι

ποταμούς πηχτούς από αίμα

Το δεξί μάτι κρατάει μόνιμα το σκοτάδι

στυγνός δολοφόνος της φωνής μας

Τα πουλιά φτύνουν τα ποιήματα μου υπερήφανα

Ευτυχώς κάποιος ορίζει την χρησιμότητα τους

στη γη ως κοπριά και σάλια

Με βαρέθηκα να προσπαθώ να ισορροπήσω

σε ένα κόσμο παρανοϊκό

Βουτάω στο νερό

μα η πτώση κόβει το κεφάλι μου στα δυο

Δεν θα ησυχάσω

Με μισό κρανίο καταριέμαι τους πιστούς

που λιβανίζουν τη θάλασσα

Μες την μαυρίλα το φως ξεφλουδίζεται

Σκορπάει πνιγμούς βρεφών

Πόση θλίψη χωράει ένα ανθρώπινο σαρκίο;

Λίγο λίγο χάνεται το βάρος μας

Μάζα που διαλύεται σε βραδυφλεγή υλικά

Ο σωσμένος ξεχνάει

Ο νομοταγής ονειρεύεται

Λιώνουμε σαν δέντρα

στοιβαγμένα στις καρότσες της πόλης

Η γούρνα με το λασπωμένο χώμα

βυθίζει τα χέρια μας στο παρελθόν

και ανασύρει το μέλλον

σαν γατί από μηχανή αυτοκινήτου

Δεν καίγεται

Λιώνει

Δεν ελπίζει

Μπήγει τα νύχια του

στην καρδιά

και τσακίζει το χέρι

Ο δρόμος έκλεισε

Φέτος τα βράδια μας

τα περνάμε ψάχνοντας

με φακό στο πλακόστρωτο

ό,τι άφησε ο άνεμος

και η βροχή τον περασμένο χειμώνα

να το σφηνώσουμε

μέσα στις τρύπες της εκδίκησης μας

Να καεί και αυτή

τίποτα ξένο να μην απομείνει

Ιεροί αυτόχειρες

Άσε μας ήσυχους

να σταθούμε στη ποίηση

σαν πουλιά σε αμπέλι κόκκινο

που οι άνθρωποι ξέχασαν να υψώσουν

το σκιάχτρο της ύπαρξης τους

Άσε μας ήσυχους

να ψαρέψουμε σπασμούς αγάπης

από το βράχο της μοναξιάς μας

σαν του φοράμε μαντήλι κόκκινο

και γίνεται φάρος

στα χρόνια που γείραν

πάνω στις στάχτες τους

Άσε μας ήσυχους να ξεχάσουμε

την ανημποριά μας

σιμά σε ένα δέντρο

που πίνει νερό απ’ τη θάλασσα

και ανθίζει έρωτες

από αλμύρες και βάσανα

Άσε μας ήσυχους

ό,τι είχαμε να πούμε το χούμε

γράψει στον επικήδειο μας

σαν γεννηθήκαμε ριζωμένοι στο φως

Άσε μας ήσυχους

να καπνίσουμε το τσιγάρο της ύπαρξης μας

μέχρι λίγο πριν απ’ το τέλος της

μες στου Διονύσου τη θαλερή σπηλιά

Στα ραντεβού μας

πάντα ερχόμαστε στην ώρα μας

μεθυσμένοι και ιεροί αυτόχειρες της ζωής

Μόνο άσε μας ήσυχους

μέχρι να σ’ ευχηθούμε

Μέλι και κερί

Στα μαλλιά

στο μυαλό

στα δόντια

σταγόνες

Μετράμε τις μέρες

με ξεραμένες σταγόνες ζωής

Μια άκρη μας χωρίζει

από το σώμα μας

Κολλάει το μέσα με το έξω

και αποσυντίθεται

Μια από τη γλύκα

μια από τη ζέστη

Δεν νιώθουμε το κενό

Δεν το ανασαίνουμε 

Εγκλωβισμός σε αισθήσεις υπνωτισμένες

και σε εκείνο το γλυκό πιοτό της λήθης

Θα καώ

και θα λιώσω

Ο κόσμος ξέχασε να φιλάει

να στάζει

να καταβροχθίζεται

Μόνο γυρνάει γύρω γύρω

σε ευθείες ρηχές

με εντολές ηχογραφημένες

Ξέχασε και εμένα ο κόσμος

Με άφησε στην άκρη

με ένα χέρι βρώμικο

να ζητιανεύω

Παιδί

σε ένα κήπο με λουλούδια

να ψαχουλεύει λίγη άνοιξη

Πεθύμησα σου λέω

να ανθίσουν φλογίτσες

στης γλώσσας την άκρη

σαν τη δαγκώνει το ξημέρωμα

στόμα παγωμένο

από την υγρασία και τη γύμνια

Πεθύμησα αυτούς

που βρέχονται τις νύχτες

κάτω από τα αστέρια

τραγουδώντας για ψυχές χαμένες

Σέρνομαι

μαζί με όσους πετάνε στην έλλειψη

και ποτέ δε συναντιόμαστε

Σάπια τα όνειρα μας

βρόμισαν υποταγή

Και τώρα πια το μόνο

που σωπαίνω να μάθω είναι

πώς αγγίζονται οι άνθρωποι

με μέλι και κερί.

Εκείνοι που σε αγαπάνε

Οι άνθρωποι που σε αγαπάνε

σου φοράνε τον ήλιο στη σκέψη

τη θάλασσα στο λαιμό

Να γεννάς θανάτους και ποιήματα

με αλμυρές αναπνοές

και να λες πως ζεις

Μα σαν νυχτώσει στάχτες να γίνονται

να τις ραντίζεις σαν τα δάκρυα εραστών

στον βαμμένο με απώλειες ορίζοντα

Οι άνθρωποι που σε αγαπάνε

σε βρίσκουν σε μονοπάτια

που δεν έχουν ακόμη χαράξει ελπίδα

σε αυτό τον απρόσιτο κόσμο

Απαλοί και βάναυσοι

όσοι σε αγαπάνε

Βιογραφικό Αγγελική Κουντρουράκη