Scroll Top

Δώρος Γεωργίου, Oυμάμι – Κριτική από τον Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ήδη από τον ανοίκειο και παιγνιώδη τίτλο Ουμάμι, που σημαίνει την καλή γεύση ή νοστιμιά, και η οποία είναι μια από τις πέντε βασικές γεύσεις, μαζί με το γλυκό, το ξινό, το πικρό και το αλμυρό, ο αναγνώστης της συλλογής αντιλαμβάνεται ότι βρίσκεται ενώπιον μιας ποίησης αιρετικής, αντισυμβατικής, παιγνιώδους και ανατρεπτικής, η οποία εξαιτίας της θεματικής (π.χ. καυτηριασμός του καθωσπρεπισμού, του πουριτανισμού και της κοινωνικής υποκρισίας) αλλά και μορφολογικής (προκλητική γλώσσα, συναισθηματικές εκρήξεις, αποσπασματικότητα, ελλειπτικότητα, σκληρός ρεαλισμός, ειρωνεία, υπερρεαλίζουσα γραφή) προκλητικότητάς της δημιουργεί αρχικά μιαν έντονη αμηχανία, η οποία και ακυρώνει άμεσα το εύπεπτο και το νόστιμο που προαναγγέλλει ο τίτλος. Ωστόσο, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για μια ενδιαφέρουσα ποιητική κατάθεση, η οποία αντλώντας στοιχεία από τον υπερρεαλισμό, την beat ποίηση και τη λογοτεχνία του παράλογου συστήνει έναν ιδιόμορφο ειρωνικό, σαρκαστικό και παιγνιώδη κόσμο.
Η φορμαλιστική ανοικείωση, λοιπόν, η δημιουργία μιας έντεχνης απόστασης που αποδίδεται, πολλές φορές, ως μεταίσθημα του ποιητικού βιώματος, εδράζεται, επομένως, στον πυρήνα της ποιητικής πρότασης του Δώρου Γεωργίου. Και, καθώς οι φράσεις ή οι λέξεις του ποιήματος εμφανίζονται με μια εγγενή αμφιλογία, είναι, με άλλα λόγια, εκ συστάσεως χαώδεις ή δεν υποτάσσονται, εκ πρώτης όψεως, εύκολα σε λογικές ακολουθίες και συνδυασμούς, παραμένουν, στις περιπτώσεις, βεβαίως, όπου το νόημα δεν κατακρημνίζεται και μαζί του η αναγνωστική απόλαυση, διαθέσιμες σε παιχνίδια που τα ενεργοποιεί η φαντασία του αναγνώστη. Φαίνεται ότι ο ποιητής, θεωρεί ότι το νόημα, δηλαδή η αντικειμενική πλευρά της γλώσσας, στην οποία συνήθως περιορίζουμε το ενδιαφέρον μας, αδυνατεί, με την ορθολογική δομή και λειτουργία του, να αποτυπώσει τις λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Έτσι το νόημα αντί να υφίσταται ή να απουσιάζει, αναβάλλεται συνεχώς ή μετατρέπεται σε μια συνεχή λεκτική φάρσα, όπου οι λέξεις αυτοπυρπολούνται και ταυτόχρονα φωτίζουν, υποδαυλίζουν την εξέγερση του σημαίνοντος κατά του σημαινόμενου και την ίδια στιγμή σηματοδοτούν τον εναγκαλισμό τους.
Είναι, κατά τη γνώμη μου, εμφανές ότι ο ποιητής έλκεται ακόμη δημιουργικά από τις υπερρεαλιστικές αντιφάσεις, τις αμφίσημες συναιρέσεις και μείξεις και προσανατολίζεται στη δημιουργία ποιητικών αντι-κειμένων ανοιχτών, που συντίθενται και διαλύονται κατά τη βούληση του αναγνώστη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα περισσότερα ποιήματα της ανά χείρας συλλογής, φαίνεται να είναι παράφωνα και ερμητικά, ενίοτε δυσάρεστα, σχοινοτενή και αποσπασματικά πάντα, διαρκώς ανοιχτά σε όλα, δημιουργώντας κατά τη γνώμη μου την αναγνωστική αίσθηση μιας τραγικής και βαθύτατα υπαρξιακής φάρσας. Οποιαδήποτε νοηματική οριστικοποίηση ή σταθερότητα συνιστούν, πολλές φορές, για την εν λόγω ποιητική αντίληψη κάτι σαν απαγορευμένη περιοχή, με αποτέλεσμα να εκτρέπεται, ενίοτε, η γραφίδα στην πολυσημία ή στη σκοτεινότητα.
Αυτό που πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί εμφατικά είναι ότι μέσα σε αυτόν τον ανατρεπτικό χρονοτόπο της γραφής, δεν υπνώττει ένας καλλιτεχνικός εφησυχασμός ή μια καλλιτεχνική έπαρση· αντίθετα κυοφορείται μια σημαίνουσα καλλιτεχνική αντίδραση. Μια αντίδραση που εδράζεται στο γεγονός ότι η σύγχρονη ποίηση, απωθημένη σε ένα περιθώριο, καθώς και μονίμως απομακρυσμένη από την εκδοτική αγορά και την ευρύτερη δημόσια σφαίρα, τείνει να αποτελέσει, έτσι κι αλλιώς, μια τέχνη μάλλον κλειστή και απλησίαστη· μια τέχνη την οποία μάλλον λίγοι διακονούν και λιγότεροι παρακολουθούν. Ο Δώρος Γεωργίου, λοιπόν, δεν παρακολουθεί την προϊούσα απαξίωση της τέχνης του αδιάφορα και παθητικά, αλλά αντιδρά ρομαντικά και μαχητικά σε αυτήν. Διαπλέκοντας την αισθητική καινοτομία που παράγεται από την επαναφορά υπερρεαλιστικών τρόπων και ερωτημάτων στο μεταμοντέρνο, σύγχρονο πλαίσιο της γενικευμένης μείξης, ο ποιητής με την αναβολή του νοήματος δεν αποκαλύπτει μόνο την άρνησή του να παίξει με τους όρους του κατεστημένου επικοινωνιακού και κοινωνικού συστήματος, αλλά κυρίως, μια αντισυμβατική, ποιητική ηθική.
Μια πιο προσεκτική ανάγνωση των ποιημάτων της ανά χείρας συλλογής, επιβεβαιώνει, εξάλλου, τον έντονο κοινωνικό και πολιτικό προβληματισμό του. Κι αυτό γιατί η αντισυμβατική στάση και κραυγή του ποιητή δεν περιορίζεται μόνο αυτοαναφορικά στην ποίηση, αλλά επεκτείνεται παράλληλα και σημασιολογικά στο πεδίο της ιστορίας, της κοινωνίας και της πολιτικής της νήσου, αποκαλύπτοντας με τόλμη αφενός την κοινωνική υποκρισία, την πολιτική και εκκλησιαστική διαφθορά και αφετέρου την καταναλωτική και τηλεοπτική ύπνωση μπροστά στη συνεχιζόμενη τούρκικη κατοχή. Πιο συγκεκριμένα, εντοπίζουμε μια πανταχού παρούσα αίσθηση της φθοράς, η οποία εξακτινώνεται και διαπερνά αποδυναμώνοντας την κάθε στιγμιαία πρόσδεση σε συμβατικές καταστάσεις ζωής, προσωπικής και συλλογικής. Φθοράς όχι μόνο υλικής, αλλά και συναισθηματικής, η οποία υποβάλλεται κυρίως με τη μεταφορά και τη χρήση συμβόλων και οδηγεί το ποιητικό υποκείμενο τόσο στον αυτοσαρκασμό όσο και στον ειρωνικό καυτηριασμό της γενικής αδιαφορίας, της υποταγής και της σιωπής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στρατηγική των ελλειπτικών εικόνων και των τολμηρών συζεύξεων -μέσω των οποίων ιχνογραφούνται είτε ως υπαρξιακή πορεία στο άνυδρο τοπίο της μοναξιάς του παρόντος είτε ως υπαρξιακή αναγωγή στους άπιαστους τόπους του παρελθόντος, όπως το αναδεικνύει η μνήμη- οδηγεί τον αναγνώστη στην επίμονη επανάληψη ορισμένων θεματικών περιοχών (τραυματική, παιδική ηλικία, ανεκπλήρωτος έρωτας, φθορά, ποίηση, κοινωνικός προβληματισμός), που στοιχειώνουν τον ποιητικό του κόσμο.
Συνοψίζοντας, η διεισδυτική και αντισυμβατική ματιά του Δώρου Γεωργίου, ο σαρκασμός και το δηκτικό του χιούμορ, η τόλμη στα θέματα και τη γλώσσα, η έντονη αυτοαναφορικότητα, η διακειμενικότητα, η τολμηρή εικονοποιία, η πολυσημία και τέλος μια αντιθετική δόμηση, που τις περισσότερες φορές συναιρεί υπερρεαλιστικά τους αντίθετους όρους (π.χ. έρωτας/ομορφιά και θάνατος/ασχήμια, φως και σκοτάδι, σιωπή και λόγος) συνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ενός αυτόνομου και αναγνωρίσιμου ποιητικού κόσμου.
Οι αδυναμίες που εντοπίζω, αφορούν πρώτα μια υπέρμετρη σκοτεινότητα ή ακόμη την απόλυτη αδιαφάνεια κάποιων ποιημάτων και σπανιότερα μια ροπή προς την επιτηδευμένη γλωσσοθηρία, στοιχεία που προκαλούν, κατά την άποψή μου, ρήγμα στην υλικότητα της εικόνας και κατά συνέπεια στην ικανότητα του στίχου να πυροδοτήσει τη συγκίνησή μας. Πέρα από αυτά, η παρούσα συλλογή επιτυγχάνει την ώσμωση του πραγματικού και του φανταστικού, του κωμικού με του τραγικού, του λυρικού με του αφηγηματικού, του προσωπικού με του συλλογικού, και αποτελεί μιαν αξιόλογη πρώτη ποιητική κατάθεση.

ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Μεγάλωσα στο χαμηλότερο σπίτι
της γειτονιάς.
Το κατάλαβα καλά όταν ακούμπησα
το ταβάνι στα εννιά.

Αργά, χθες το βράδυ
πήγα μια βόλτα στην παραλία.
Δεν ξέρω να σας πω
αν οι ολόισιοι γιγάντιοι πύργοι
αριστερά και δεξιά
ξεφύτρωσαν απ’ τη μεγαλεπήβολη
επιθυμία μας ν’ αγγίξουμε τον Θεό
ή απ’ την ανέλπιστη ανάγκη
να σιγουρέψουμε την πτώση μας.
Ξέρω όμως
πως λίγο να υποκλίνονταν
στη θάλασσα και θα
γίνονταν γοητευτικότεροι.
Υπάρχει λόγος που
οι ψηλότεροι των φίλων μας
καμπουριάζουν τόσο πολύ-
θέλουν να μάθουν
τι διάολο ψιθυρίζουμε
όταν κλαίμε.

[έχω την υποψία πως
είπα το ίδιο πράγμα
τρεις φορές]

ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ, 4000 π.X.

Κατάντια αυτό το καζαντί.*
Με τις γυαλιστερές μεταλλικές μπίλιες
που έλαμπαν θαμπές στο αδύναμο
φθοριούχο φως της νύχτας
θυμίζοντας μακρινά αστέρια
με παράξενες ακανόνιστες τροχιές.
Με τις πέτσινες κάρτες αριθμών
που μύριζαν τσιγαρίλα, τηγανιτές πατάτες
και φτηνή κολόνια.
Με το ψεύτικο χαμόγελο
του καζαντομάστορα που ήλπιζε
να μην κερδίσω κάτι το ακριϐό
– πάντα είχα την υποψία πως κάποιος κινούσε
τα νήματα πίσω απ᾽ το, περιέργως, μεγαλύτερο
απ᾽ όσο φαινόταν στην αρχή, βαν –
Βλέπετε, ήθελα εκείνο το γαμημένο
μαχαίρι του Ράμπο.

Αντί αυτού όμως κέρδιζα την πιο αμάσητη
και σκληρή καραμέλα του κόσμου
με το πιο νόστιμο και μαλακό εσωτερικό.
Την κοφτερή ανάμνηση της γλυκύτερης
κατάντιας, καθώς πλάνταζα στο κλάμα
μέχρι να δοκιμάσω ξανά.

* τυχερό παιχνίδι που συναντά κανείς στα πανηγύρια
στην Κύπρο.

Δώρος Γεωργίου, Oυμάμι (Τεχνοδρόμιον 2020)