Scroll Top

Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου, Ένα δέντρο λιβάνι. Και πάλι ο ξηρανθός – Παρουσίαση από τον Παναγιώτη Νικολαΐδη

Με την έβδομη κατά σειρά και άρτι αφιχθείσα ποιητική συλλογή της Ευφροσύνης Μαντά Λαζάρου Ένα δέντρο λιβάνι. Και πάλι ο ξηρανθός (Βακχικόν 2020), η ποιήτρια βαθιά επηρεασμένη από την τραγική διαχρονικά μοίρα της πατρίδας της, αλλά και από τα πρόσφατα τραγικά γεγονότα και βιώματα των σύγχρονων μεταναστών, ανοίγει χρονικά, χωρικά και ιστορικά έναν ευρύτερο μυθοποιητικό κύκλο. Πιο συγκεκριμένα το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο «Ένα δέντρο λιβάνι» είναι πιο αφηγηματικό και εστιάζει συγκλονιστικά στο ανοικτό τραύμα και δράμα της ιδιαίτερής της πατρίδας, ενώ το δεύτερο «Ο ξηρανθός», που είναι εκτενέστερο, συνδέει το προσωπικό, υπαρξιακό δράμα του θανάτου, αλλά και της κυπριακής προσφυγιάς με το διαχρονικό δράμα του πολέμου και της μετανάστευσης στη Μεσόγειο θάλασσα, η οποία παραμένει το υδάτινο λίκνο των μεγαλύτερων πολιτισμών και των μεγαλύτερων συγκρούσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δεσπόζουσα και αισθητικά λειτουργική παρουσία του δέντρου-λιβανιού, αλλά και του απονεκρωμένου και αποστραγγισμένου από ζωή ξηρανθού, που συμβάλλουν διαχρονικά στην πνευματική ανάταση και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος θρησκευτικών και κοινωνικών τελετών για χιλιετίες, αποτελούν δραστικά σύμβολα της ίδιας της ποίησης, η οποία επιχειρεί να επιτελέσει αφενός το μνημόσυνο του Γρηγόρη Αυξεντίου, αλλά και της κυπριακής προσφυγιάς και των αδικοχαμένων και προδομένων παλικαριών της τουρκικής εισβολής του 1974, και αφετέρου το μνημόσυνο όλων των αφανών και αδικοχαμένων μεταναστών που χάθηκαν και χάνονται καθημερινά στη Μεσόγειο, αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Έχουμε, δηλαδή, μπροστά μας ένα μυριστικό ποίημα- μνημόσυνο της προσφυγιάς (Τροία Κερύνεια, Αμμόχωστος, η Αντιόχεια, η Βηρυτός, Παλμύρα, Δαμασκός, Ραμάλα, Ιερουσαλήμ…», καθώς το διαχρονικό πουλί της ποίησης, όπως αποκαλύπτεται στο ποίημα «Μινύρισμα»=σιγανό κελάηδισμα, επιχειρεί «να θυμιατίσει πάνω από τη θάλασσα όλα τα αφανισμένα».
Συχνά στη συλλογή είναι, επομένως, τα αυτοαναφορικά σχόλια ή ακόμη και ποιήματα ποιητικής, τα οποία πέρα από την άμεση σύνδεσή τους με την προαναφερθείσα ιστορικοκοινωνική ή την υπόγεια υπαρξιακή θεματική, αναδεικνύουν αφενός τις λογοτεχνικές προτιμήσεις της ποιήτριας (Βασίλης Μιχαηλίδης, δημοτικό τραγούδι, Πάουλ Τσελάν, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα, Φροσούλα Κολοσιάτου, Αγγέλα Καίμακλιώτη κ.ά.) και αφετέρου τονίζουν εμφατικά τη λυτρωτική δράση μιας ποίησης που φαίνεται να μπορεί να αντέξει το φάντασμα της φθοράς. Ο λυτρωτικός ρόλος, πάντως, της ανά χείρας συλλογής που αναλαμβάνει να επιτελέσει αυτό το ποιητικό μνημόσυνο, εστιάζοντας πάνω σε συγκλονιστικά γεγονότα βαμμένα με αίμα και θάνατο, προβληματίζει βαθιά την ποιήτρια, καθώς το φλέγον ερώτημα ποιητικής ηθικής «Φέρνει το αίμα η γραφή / ή αντίθετα ξεπλένει η γραφή τα ίχνη ενός φόνου» παραμένει διαχρονικά μετέωρο, αφήνοντας «στο χαρτί/ τα ίχνη ενός εγκλήματος ή πιο ποιητικά να πούμε μιας αναίρεσης». Μέσα σε αυτό το ασαφές και ρευστό πλαίσιο, ωστόσο, τόσο ο άνθρωπος όσο και η ποιήτρια Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου προσπαθεί εναγωνίως να αντισταθεί στην καταλυτική και αμετάκλητη επίδρασή της αδικίας και της φθοράς, να μην καταστεί έρμαιό τους, και μέσα από τη δημιουργική της κατάθεση να στίξει τον χρόνο και να τον σημαδέψει με τις λέξεις της.
Το ενδιαφέρον στην προκείμενη περίπτωση βρίσκεται στο γεγονός ότι τα απολύτως προσωπικά βιώματα που συνθέτουν και διατηρούν αρραγή τον βασικό θεματικό πυρήνα των ποιημάτων, τα ίδια αυτά βιώματα συμβάλλουν στη διαστολή του, δημιουργώντας με διαφορετικούς τρόπους (αφηγηματικότητα, δεκαπεντασύλλαβος στίχος, λυρισμός) ρωγμές και ανοίγματα επικοινωνίας, με συνέπεια τις περισσότερες φορές να επιτυγχάνεται καθολικότητα, χωρίς, όμως, να διακυβεύεται η ταυτότητά τους. Παράλληλα ο ευαίσθητος ψυχισμός της ποιήτριας, με την ειδική υφή της ενηλικίωσής της, μεταφέρει στο παρόν έργο έναν υπόγειο θρήνο· την ίδια την εύθραυστη υφή της ύπαρξη που διαρκώς συνδιαλέγεται με το αναπόφευκτο όριο του θανάτου, δίνοντας έτσι στο βιβλίο την υπαρξιακή δύναμη και το βάθος του. Κλείνω επιλέγοντας τρία δυνατά ποιήματα από το βιβλίο.

ΦΥΛΛΟΡΟΕΙ

Καμένα σωθικά δεν κλαίνε, δεν γελάνε. Η μέρα ωστόσο έφερνε. Έφερνε συντροφιές πουλιά, έδενε δάση αγκαλιασμένων τα κορμιά των δέντρων –τα ζώα ήσυχα– κι έραβε ο ήλιος το μετάξι των μωρών που ήσυχα ξυπνούσαν. Ο ποταμός κατέβαινε. Λιβάδια πράσινα ο ήλιος πήρε να κεντρίζει, σπινθήρες άναβαν μέσα στην καρπερή διέγερση οργάδος. Ο ποταμός κατέβαινε. Στα μαύρα φρύδια των γκρεμών όλα συντελεσμένα και το νερό ανέβαζε τη χλόη και τα θαμνόριζα έπλεκε –τα ζώα ήσυχα– οι αετοί στις κορυφές σιωπούσαν, διάφανα τα σύννεφα κι οι λογισμοί αγέρας, το φως σιροπιαστό στις λίμνες, όμοια στον μαύρο του βυθό ο νους τη γνώση βελονιάζει. Ανάλαφρα βλέφαρα σηκώνονταν τα υγροτόπια, παιχνίδι ήσυχων φερτών και η θάλασσα γαλάζιο απαστράπτουσα ανθό ανέβαινε από το βουβό, κρυφό βυθό της. Ο ποταμός κατέβαινε. Και στα ρηχά ρυάκια του έφερνε να ποτιστούν. Συγκαταβατικά νερά από βροχή συμποτική –τα ζώα ήσυχα– ξεδίψαγαν οι σαύρες και τα ερπετά και φτερωτοί αγγέλοι, συγκαταβατική βροχή –τα ζώα ήσυχα– πυρακτωμένος κι ανερμήνευτος ο κόσμος. Ο ήλιος το βελόνι του. Καίγεται με όσα σωθικά ακόμη διαθέτει. Ο ποταμός κατέβαινε. Βαθιά κατέβαινε φυλλοροή χλωμά παιδιά που δεν ξυπνούσαν.

ΤΕΙΧΟΣΚΟΠΙΑ

Φαίνονταν τώρα επί γης,
Τροία, Κερύνεια, Αμμόχωστος,
η Αντιόχεια, η Βηρυτός, Παλμύρα, Δαμασκός,
Ραμάλα, Ιερουσαλήμ…
Χαμηλότερα ένα κομμάτι από Αφρική.
Ξημέρωνε σαν πάντα ωφέλιμο το φως
για εκείνους που είναι το χόρτο της ζωής.
Για τους άλλους μια τελευταία σφαίρα ο ήλιος,
η πιο οδυνηρή,
έξυσε την παγωμένη τους καρδιά.
Είναι νεκροί.
Κανένα τείχος.
Και μόνο ο στοχασμός μάς συγκρατούσε
σαν μέσα σε νεφέλη ελάχιστα πιο πάνω,
χώρια ακόμη από τους σκοτωμένους:
Χρυσό πουλί ανατολή, μαύρο φτερό στη δύση.
Και εν ανθρώποις η μελαγχολία:
ευδοκιμούμε ανάμεσα·
μονοπόδαροι
σε δύο όχθες ραβδιστές του χρόνου.

ΑΜΦΙΒΙΟΣ
του Αντώνη

Αφήνω καμιά φορά την ακροθαλασσιά σου.
Σ’ αφήνω ήσυχο να φεύγεις μες στη σκοτεινή σπηλιά.
Τα μάτια σου πάντα μου φέρνουν μελί το φως,
μια κατανόηση γλυκό ψωμί που μαλακώνει μες στο δάκρυ.
Τεντώνεις πάντα ένα χέρι στη μάνα που σε γέννησε
– φάε ψωμί, πιες νερό, ζεις τόσο λίγο.
Κι εγώ σε υπακούω, φεύγω,
επιστρέφω χτυπώντας ελαφρά
τις παπαρούνες, κόκκινες μες στα σπαρτά
σαν μάνα της πρωτομαγιάς
και τους λαζάρους μωβ σαν μάνα από επιτάφιο
μήπως ξυπνήσω από όνειρο κακό.
Πώς θα ‘ναι, αν πάλι δεν σε ξαναβρώ
στο ακρογιάλι σου να δοκιμάζεις:
να ζήσεις ξένος και δικός ή να μην ζήσεις,
αμφίβιο μωρό μου;

* Ευφροσύνη Μαντά Λαζάρου, Ένα δέντρο λιβάνι. Και πάλι ο ξηρανθός (Βακχικόν 2020)