Scroll Top

“ΟΙ ΡΕΤΣΙΝΕΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ” ΤΟΥ ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΖΟΥΡΓΟΥ – ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΚΙΟΣΣΕ

 Ισίδωρος Ζουργός,Οι ρετσίνες του βασιλιά, Αθήνα: Πατάκης, 2019

Οι ρετσίνες του βασιλιά, ένατο στη σειρά πεζογράφημα του Ισίδωρου Ζουργού, συνεχίζει από πολλές απόψεις δόκιμους και δοκιμασμένους τρόπους ενός έμπειρου αφηγητή ιστοριών, συνιστά όμως και έναν πειραματισμό του σε νέες ατραπούς ως προς τη θεματολογία, τη διαγραφή των χαρακτήρων, το χωροχρονικό σκηνικό και τον ευρύτερο προβληματισμό στον οποίο εμπλέκει τον αναγνώστη. Ο εβδομηντάχρονος Λεόντιος Έξαρχος, χαρακτήρας ηγεμονικός, διακεκριμένος επαγγελματικά στον τομέα των κατασκευών, απολαμβάνει για χρόνια τον αφ’ υψηλού έλεγχο των γύρω του. Όταν μένει χήρος, κι απογοητευμένος από τη συμπεριφορά των θυγατέρων του, αποσύρεται στον πύργο του πεθαμένου πεθερού του, σε ένα αποδεκατισμένο χωριό, στοχεύοντας να βιώσει την ελευθερία της μοναξιάς. Αυτό που βιώνει τελικά στο θνησιγενές κοινωνικό περιβάλλον της ελληνικής επαρχίας είναι η μοναξιά της (θεωρούμενης) ελευθερίας. Ο ήρωας θα επιχειρήσει μια πορεία αυτο- και ετερογνωσίας με όχημα την αναπόληση, την ενδοσκόπηση, καθώς και την κάθοδο, κυριολεκτική και μεταφορική, στον μικρόκοσμο της υπαίθρου. Η πρόσβαση του αναγνώστη στις κινήσεις αυτές τελείται κυρίως μέσα από επαφή του με ποικίλες μορφές λόγου του Λεόντιου: ενδιάθετου, αυτοβιογραφικού, επιστολικού, δραματικού μονολόγου, διαλόγου, ανεπίδοτης επιστολής, προσχέδιου μυθιστορήματος που δεν προορίζεται να διαβαστεί. Πρόκειται για την πρωτεϊκή έκφραση της ίδιας φωνής και ταυτόχρονα για την προγραμματική συγκράτησή της.

Η ιδιαιτερότητα του μυθιστορήματος του Ζουργού έγκειται στο ότι προσκαλεί τον αναγνώστη σε μια πολυπρισματική ανάγνωση. Αρχικά, σε επίπεδο ρεαλιστικό, αποδίδονται με αληθοφάνεια σύγχρονες ατομικές και συλλογικές παθογένειες (δυστοκία των οικογενειακών σχέσεων, ατομικά αδιέξοδα, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα των τελευταίων δεκαετιών κ.λπ.), με λεπτές ψυχογραφικές και ηθογραφικές παρατηρήσεις περί του ελληνικού άστεος και της υπαίθρου. Σημαντικό μέρος της παραστατικής δύναμης της αφήγησης αντλείται από την αξιοποίηση πολιτισμικών, ιστορικών και λαογραφικών συμβόλων του σχετικά πρόσφατου παρελθόντος, κάποια από τα οποία κατέχουν ακόμη κυρίαρχη θέση στη συλλογική συμβολική αποτύπωση (πβ. λ.χ. τους οικείους χαρακτηρολογικούς τύπους του καφετζή, του τρελού του χωριού, του παπά, του νεήλυδος, που έρχεται να ταράξει τα νερά ενός περίκλειστου κοινωνικού τόπου, κ.λπ.).

Ταυτόχρονα, όμως, το έργο του Ζουργού προσφέρεται για μια ενδιαφέρουσα διακειμενική συν-ανάγνωση. Πέρα από κάποιες ρητές αναφορές –στη δομή επιφάνειας– σε έργα του Σαίξπηρ, του Ραμπελαί και του Μπαχτίν, ο υποψιασμένος αναγνώστης μπορεί να διακρίνει βαθύτερα και σημαντικότερα, ως προς την ερμηνευτική τους ισχύ, κειμενικά ίχνη των συγκεκριμένων, αλλά και άλλων κειμένων, όπως του Θερβάντες και του Κάφκα. Σημαντικότερη εξ αυτών, η εγνωσμένη σχέση του έργου με τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ (πβ. τα παρακειμενικά σχόλια της εκδότριας του βιβλίου). Οι θεματικές και δομικές ομοιότητες με το σαιξπηρικό έργο είναι πολλές, με κυρίαρχη αυτή του βασιλιά – πατέρα και της αντιπαράθεσης με τις κόρες του, σύμβολο της σύγκρουση της (εκάστοτε) παλαιάς με την (εκάστοτε) νέα τάξη πραγμάτων. Πολλά κομβικά επεισόδια της πλοκής εμφανίζονται με την ίδια ένταση στα δύο έργα (λ.χ. η πορεία των δύο ηρώων μέσα σε καταιγίδα, συνοδευόμενων από τους «τρελούς» τους ακολούθους, η άφιξή τους στο καταφύγιο, η τελική σκηνή του θανάτου, κ.ά.). Εμφανής είναι ακόμη και η ονοματολογική συσχέτιση των «παράλληλων» χαρακτήρων (Lear – Λεόντιος, Goneril, Regan και Cordelia – Γκαμπριέλα, Ρεγγίνα και Κορίνα, οι κόρες τους, Duke – Δούκας, κ.λπ.). Ο αναγνώστης δεν παραβλέπει, επίσης, στο κειμενικό κατώφλι του βιβλίου του Ζουργού, τη λίστα με «τα του δράματος πρόσωπα» («dramatis personae», δραματουργικό κατάλοιπο περασμένων αιώνων). Κυρίως, όμως, τα δύο έργα διαβάζονται ως αλληγορική πραγμάτευση παλαιών φιλοσοφικών ζητημάτων, οριζόμενων σε αρχετυπικά δίπολα, στα οποία ταλαντώνεται η ανθρώπινη εμπειρία και νόηση: φύση vs πολιτισμός, ύπαιθρος vs άστυ, επιθυμία vs λογική, κυριαρχία vs υποταγή, δύναμη vs αδυναμία κ.λπ. Στο ίδιο πλαίσιο, τα κείμενα μπορούν να πρo(σ)καλέσουν ψυχαναλυτικές ερμηνείες (λ.χ. στους άξονες των σχέσεων ανδρός – θήλεος ή πατρός – θυγατέρος) ή συζητήσεις που εμπίπτουν στην ηθική ή και οικο-κριτική (λ.χ. η συμφιλίωση του ανθρώπου με την ιδέα της φθοράς και του θανάτου, η πτώση των δυνατών και η εξύψωση των ταπεινών, η ανθρώπινη παρέμβαση στη φύση – ή η εγκληματική εγκατάλειψή της).

Ο Ζουργός όμως δεν επαναφηγείται μόνο την κλασική ιστορία του σαιξπηρικού Βασιλιά Ληρ στον σύγχρονο πολιτισμικό χωροχρόνο, κατά τον τρόπο παρόμοιων δημοφιλών επαναφηγήσεων από σημαντικούς συγγραφείς, όπως η Margaret Atwood (Hag-Seed Το παιδί της τρικυμίας), ο Jo Nesbø (Macbeth), κ.ά. Η αφήγηση του Ζουργού μπολιάζεται, επίσης, διακειμενικά και με το γνωστό κείμενο του Φρανσουά Ραμπελαί Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ. Το αναγεννησιακό αυτό κείμενο, που εξιστορεί τις περιπέτειες του γίγαντα Γαργαντούα και του γιου του Πανταγκρυέλ, αποτελεί, ως γνωστόν, μια καυστική κοινωνική σάτιρα, που σκανδάλισε τα ήθη της εποχής του (16ος αι.) και γι’ αυτό λογοκρίθηκε έντονα. Στο συγκεκριμένο έργο στηλιτεύεται η σοβαροφάνεια και η υποκρισία προσώπων και θεσμών της εποχής του, θεολογικών κύκλων, κοινωνικών δομών, κ.λπ., ενώ προβάλλεται η αξία της λαϊκής κουλτούρας σε έναν κόσμο καρναβαλικό, όπου κυριαρχούν οι σωματικές απολαύσεις, το φαγητό, το ποτό και το γέλιο. Όπως γράφει ο Ραμπελαί στην αρχή του έργου του: «κάλλιο το γέλιο παρά για κλάματα να γράφω, αφού το γέλιο είναι γνώρισμα τ’ ανθρώπου μόνο».

Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του εξέχοντος Μ. Μπαχτίν, το έργο του Ραμπελαί «ρίχνει αναδρομικό φως στις χιλιετίες εξέλιξης της λαϊκής γελαστικής κουλτούρας, της οποίας είναι ο σπουδαιότερος εκφραστής στη σφαίρα της λογοτεχνίας» (Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του, μτφ. Γιώργος Πινακούλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σ. 4). Βασικά στοιχεία της κουλτούρας αυτής είναι το καρναβαλικό στοιχείο, το πανηγύρι, η ευωχία, η μέθη, η κραιπάλη, το αστείο, η φάρσα, αλλά και η «μεγαλοποίηση», ο υπερβολισμός, το υπέρμετρο, ή αλλιώς το γκροτέσκο. Σε ένα παρόμοιο κλίμα εισέρχεται σταδιακά ο ήρωας του Ζουργού. Ο «βασιλιάς» Λεόντιος, κατέρχεται από τον πύργο του για να συμμετάσχει σε παρόμοιες καρναβαλικές συνάξεις, όπου κυριαρχεί το φαγοπότι, τα ανέκδοτα, οι φάρσες και η ρετσίνα, το «ταπεινό», απλοϊκό ποτό του ελληνικού λαού, που «λύνει τη γλώσσα» (σ. 47) αλλά και το σώμα. Ο Ζουργός αξιοποιεί την ιδέα της λαϊκής συλλογικότητας, συνδεδεμένης με το καρναβαλικό στοιχείο, στο πλαίσιο της οποίας το άτομο βιώνει μια ιδιότυπη απώλεια της ατομικότητας αλλά και της ιεραρχικής ανωτερότητας· η ατομικότητα πλέον χωνεύεται στην ομάδα συμμετοχής, όπου, όπως στο καρναβάλι, όλοι θεωρούνται ίσοι, ενώ αναδεικνύεται μια τεταμένη αίσθηση της υλικοσωματικής υπόστασης, της αρχέγονης επιθυμίας του ανθρώπου για κάλυψη των βιοτικών και ερωτικών αναγκών του.

Εν κατακλείδι, ο ήρωας φυλακίζει εαυτόν σε μια αδιέξοδη προσπάθεια να κατανοήσει τις περιβάλλουσες αλλαγές, κρατώντας, ωστόσο, κλειστά τα μάτια σε αλήθειες που γνωρίζει ακόμη και ο (θεωρούμενος) τρελός του χωριού. Η άγνοιά του αυτή απεργάζεται, έτσι, την κλασική τραγική ειρωνεία και τον οδηγεί, όπως ακριβώς τους ήρωες του Σοφοκλή και των άλλων τραγικών, στο άδοξο και αδόκητο τέλος του. Ο μυθοπλαστικός, όμως, ήρωας του Ζουργού μάς θυμίζει περισσότερο το αρχαιοελληνικό «σπουδαιογέλοιον»: μια έννοια που αναφέρεται στα λεπτά, διάτρητα όρια ανάμεσα στο σοβαρό και το κωμικό, καθώς ακόμη και στο πιο σοβαρό μπορεί να εντοπιστεί μια αστεία πλευρά –και το αντίστροφο. Ο Λεόντιος σχοινοβατεί ανάμεσα στην τραγικότητα και τη γελοιότητα, στο κρασί και στη ρετσίνα, στον ευγενή βασιλιά (Ληρ) και στο τέρας (Γαργαντούα), το υψηλό και το χοϊκό, ένας ήρωας κωμικοτραγικός, υβριδικός –όπως ευρύτερα και το μυθιστόρημα του Ζουργού– που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με την έννοια της αλλαγής, της φθοράς, του ανεπίστρεπτου.