Scroll Top

Adam Kelly/Η Nέα Eιλικρίνεια [I] – Μετάφραση: Μάνος Αποστολίδης

Η γενιά των Αμερικανών λογοτεχνών που γεννήθηκαν (γύρω) στα ’60s έφτασε σε διανοητική ωριμότητα τις τελευταίες δύο δεκαετίες του εικοστού αιώνα—μια περίοδος που σήμερα ονομάζεται ποικιλοτρόπως: μεταμοντέρνα ή μεταϊστορική, νεοφιλελεύθερη ή εποχή της ρήξης.[i] Μια εποχή όπου όσα σημάδεψαν τα ’60s—η ριζοσπαστική πολιτική της χειραφέτησης, η ισονομιστική ελπίδα της κοινωνίας, οι καλλιτεχνικοί πειραματισμοί—είχαν αρχίσει να μοιάζουν, στα μάτια των πολλών, με κειμήλια ενός παρελθόντος ολοένα πιο απόμακρου. Καθώς αυτή η γενιά Αμερικάνων άρχισε να γράφει και να δημοσιεύει, το οικονομικό και πολιτικό τοπίο ήταν βουτηγμένο στον Ρεϊγκανισμό, στην νεοσυντηρητική παραδοχή ενός “ιστορικού τέλους”, και στην εκτόξευση της παγκοσμιοποίησης με την άνοδο (και άνοδο) του πολυεθνικού καπιταλισμού. Το Αμερικανικό πανεπιστήμιο—θεσμός όπου πλέον περνούσαν αρκετά χρόνια σχεδόν όλοι οι εκκολαπτόμενοι συγγραφείς, ενώ πολλοί απ’ αυτούς περνούσαν ολόκληρες τις καριέρες τους—βρέθηκε παρόν σε σημαντικές εξελίξεις: μέσω της επιρροής των Ευρωπαίων, κυρίως Γάλλων, στοχαστών, γεννήθηκαν νέα πρότυπα λογοτεχνικής μελέτης o καθιερωμένος λογοτεχνικός κανόνας της Αμερικής χάρη στην άνοδο της πολιτικής ταυτοτήτων κι υπό πιέσεις κοινωνικών αλλαγών βρέθηκε διαιρεμένος και διαφοροποιημένος και τα προγράμματα δημιουργικής γραφής συνέχισαν την άνοδό τους από συγγραφική οδός—μία εκ των πολλών—σε ημιυποχρεωτική διαβατήρια τελετή του επαγγέλματος.[ii] Στην σφαίρα των μίντια, αυτό που ανήγγειλε την “τρίτη ηλικία της τυπογραφίας” (Striphas) ήταν ο ερχομός του Παγκόσμιου Ιστού—μια ριζοσπαστικώς νέα τεχνολογική μορφή που προστέθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ο έντυπος λόγος τον ίδιο αιώνα, όπως σινεμά και τηλεόραση. Ενώ, στην πολιτισμική σφαίρα, κάτι που ονομαζόταν μεταμοντέρνα ειρωνεία άρχισε να καθορίζει το πνεύμα των καιρών όλο και περισσότερο, αλληλοσυνδέοντας τα πάντα από τον καταναλωτισμό και την ταυτότητα έως τα πολιτικά και τις τέχνες.
Τα τελευταία χρόνια, ένα σημαντικό κύμα πολιτισμικής παραγωγής—κύμα που προέκυψε από, και απάντησε σε, αυτή την περίοδο της Αμερικανικής ζωής—περιγράφεται συνήθως ως χαρακτηριζόμενο από μια «Νέα Ειλικρίνεια». Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί σε συζητήσεις περί ταινιών, ποίησης, οπτικών τεχνών, και ποπ μουσικής.[iii] Διευρύνοντας τον όρο ώστε να περικλείει την γραφή κάποιων απ’ τους επιφανέστερους Αμερικάνους συγγραφείς της μετα-μπέιμπι μπούμερ γενιάς—συμπεριλαμβάνει τους Michael Chabon, Junot Diaz, Jennifer Egan, Dave Eggers, Dana Spiotta, Colson Whitehead, και David Foster Wallace—επιδιώκω να συσχετίσω το έργο αυτών με ευρύτερες πολιτισμικές τάσεις, καθώς στοχεύω επίσης να τονίσω τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της λογοτεχνίας που τής επέτρεψαν να αναμετρηθεί μ’ αυτές τις πολιτισμικές τάσεις με τρόπο επιτακτικό, περίπλοκο, και διαλεκτικό. Κοινώς, η σύγχρονη στροφή προς την ειλικρίνεια τείνει να εξετάζεται ως μια στιβαρή επιβεβαίωση των μη-ειρωνικών αξιών, ως μια ανανεωμένη υπαιτιότητα απέναντι στο νόημα που έχουν τα λόγια μας, ως ένα μετα-μετα-μοντέρνο αγκάλιασμα των «αξιών» που ο Wallace αποκαλεί «μη-υπονοούμενες», τις οποίες επικαλείται στο δοκίμιο που πλέον παρατίθεται τακτικά ως πρώιμο μανιφέστο του κινήματος της Νέας Ειλικρίνειας. Όμως, ενώ το ‘E Unibus Pluram: Τηλεόραση κι Αμερικανική Λογοτεχνία’ (1993) κλείνει με σάλπισμα προς μια νέα γενιά από ειλικρινείς «αντι-επαναστάτες», αυτούς που θα ξεπροβάλλουν για να κριτικάρουν την τυραννία της ειρωνείας μέσα στην κουλτούρα των ΗΠΑ (1997, 81), η λογοτεχνία του Γουάλας και των ομότιμών του αντιμετωπίζει με πιο περίπλοκους τρόπους τα ερωτήματα περί ειρωνείας κι ειλικρίνειας. Η σύγχρονη Αμερικανική λογοτεχνία απαντά σε ένα εύρος συγκείμενων—ιστορικών, θεσμικών, τεχνολογικών, κι αισθητικών—στα οποία κάνει νύξη η αρχική μου παράγραφος, κι έτσι φέρνει στο προσκήνιο την θεωρία και την πρακτική μιας ειλικρίνειας που κοιτάζει μπροστά αντί για πίσω, που είναι νέα αντί για παλιά.
Αυτή την νεότητα, όμως, θα μπορέσουμε να την προσεγγίσουμε καλύτερα αν πρώτα στραφούμε σε μια περιγραφή της παλιά ειλικρίνειας πώς έμοιαζε, πώς ενυπήρχε στην συλλογική φαντασία στα λογοτεχνικά κείμενα. Την κλασσική εξήγηση την προσφέρει η μελέτη του Lionel Trilling Sincerity and Authenticity (1972). Ο Trilling ορίζει την ειλικρίνεια ως «μια συμβατότητα μεταξύ ομολογίας κι αληθινού συναισθήματος», ενώ εντοπίζει την εμφάνιση του όρου στην «ηθική ζωή της Ευρώπης» που διήρκησε μέχρι την πρώιμη μοντέρνα περίοδο (2). Ο Trilling κάνει παραπομπή στο Σεξπηρικό Hamlet, το οποίο χρησιμοποιεί ως κεντρικό κείμενο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην γνωστή συμβουλή του Πολώνιου προς τον Λαέρτη καθώς ο τελευταίος ετοιμάζεται να αναχωρήσει για Παρίσι.

Αυτό πάνω από όλα—απέναντι στον εαυτό σου να ‘σαι αληθινός,
Κι αναγκαία ακολουθεί, όπως η νύχτα την ημέρα
Πως τότε δεν μπορείς ψεύτικος να ‘σαι εμπρός σε κανέναν.

(Shakespeare 1.3.78-80)

Για τον Trilling, ο κατά τ’ άλλα διεφθαρμένος Πολώνιος εδώ βιώνει «μια στιγμή αυτό-υπέρβασης», στιγμή «χάρης, αλήθειας» (3). Τα λόγια του πρέπει να παρθούν σοβαρά, ενώ για την σημασία τους είναι κρίσιμο να εξετάσουμε την αλήθεια απέναντι στον εαυτό όχι ως σκοπό, αλλά ως μέσο διασφάλισης της αλήθειας απέναντι στους άλλους. Ο Trilling συνεχίζει, ισχυριζόμενος—μέσω αναγνώσεων των Rousseau, Diderot, Wordsworth, Jane Austen, κ.α.—ότι αυτή η συνεπειοκρατική θεώρηση της ειλικρίνειας θα κατέληγε να γίνει «ένα ευδιάκριτο, ίσως κεντρικό, χαρακτηριστικό της Δυτικής κουλτούρας για τετρακόσια περίπου χρόνια» (6). Όμως στον εικοστό αιώνα η ειλικρίνεια είχε εκπέσει καθέτως, και την θέση της είχε πάρει το ιδανικό της γνησιότητας, όπου η αλήθεια απέναντι στον εαυτό αντιμετωπίζεται ως σκοπός κι όχι απλώς ως μέσο. Ενώ η ειλικρίνεια δίνει έμφαση στην διυποκειμενική αλήθεια και στην επικοινωνία με τους άλλους—και σε αυτό που ο Trilling αποκαλεί «ορατός δημόσιος σκοπός» (9)—η γνησιότητα βλέπει την αλήθεια ως εσωστρεφή, προσωπική, κρυφή ως στόχο πρωτίστως της αυτοσκόπησης κι όχι της επικοινωνίας της στραμμένης στον άλλον. Το παιχνίδι ρόλων—που σχετίζεται με το θέατρο όπως η ειλικρίνεια που έχει τις ρίζες της σε συγγραφείς σαν τον Shakespeare—απορρίπτεται, ενώ ευνοείται η βουτιά στην Κονραντιανή καρδιά του σκότους και, πράγματι, ο Trilling βρίσκει στενές συνδέσεις μεταξύ αφ’ ενός της ειλικρίνειας όπως επισκιάστηκε κοινωνικά απ’ την γνησιότητα κι αφ’ ετέρου της έντονης πλην μη-εξομολογητικής εξερεύνησης εαυτού που βρίσκουμε στον λογοτεχνικό μοντερνισμό.
Ο μοντερνισμός είναι, κατά την εξήγηση του Trilling, η κορύφωση «δύο αιώνων αισθητικής θεωρίας και καλλιτεχνικής πρακτικής που έμοιαζαν όλο και λιγότερο πρόθυμες να υπολογίσουν τις συνήθεις προτιμήσεις του κοινού» (97). Μια νέα θεώρηση του καλλιτέχνη ως απρόσιτη ιδιοφυία, ως περσόνα αντί για άτομο, κατακερμάτισε την παλιά παραδοσιακή εικόνα του ποιητή, αυτή που αρθρώνεται καλύτερα από τον Wordsworth ως «άνθρωπος που μιλά σε ανθρώπους». Το μοντερνιστικό πρότυπο—που εντοπίζεται στην αισθητική του Eliot περί απροσωπίας, ή στον καλλιτέχνη του Joyce που στέκει πάνω από το έργο του και κόβει τα νύχια του—κατοχυρώθηκε περεταίρω όταν οι Νέοι Κριτικοί αμαύρωσαν την έννοια της πρόθεσης στις λογοτεχνικές μελέτες κρίνοντάς την ως πλάνη μια έννοια αναπόφευκτα κεντρική σε κάθε θεώρηση ειλικρίνειας. Κι οι πρώιμες καλλιτεχνικές αντιδράσεις απέναντι στον μοντερνισμό—η Ευρωπαϊκή λογοτεχνία υπαρξισμού και παραλόγου στα μέσα του 19ου, όπως η Αμερικανική Μπιτ γραφή κι η εξομολογητική ποίηση—απλώς διεύρυναν το προνόμιο που είχε δοθεί στην γνησιότητα, καθώς κάθε φανερή εύνοια του δημόσιου εαυτού—άλλο ένα κύριο χαρακτηριστικό της ειλικρίνειας—είχε συνδεθεί με τον δόλο ή με κάποια τεχνητή ανειλικρίνεια. Αυτή η κατάσταση οδηγεί τον Trilling να γράψει για τον «αναχρονισμό» και την «γραφικότητα» που πλέον εμπλέκονται στην έννοια της ειλικρίνειας, για το πώς όταν επικαλούμαστε την λέξη, «πιθανότατα το κάνουμε είτε άβολα είτε ειρωνικά» (6). Όμως αυτό που ο Trilling δεν μπορούσε να προβλέψει το 1972 ήταν ότι η ειρωνεία ήταν ήδη καθ’ οδόν προς την κυριαρχία, και πως, με την άνοδο του μεταδομισμού στα πανεπιστήμια και του μεταμοντερνισμού στις τέχνες, το μοντέλο επιφάνειας/βάθους του εαυτού—μοντέλο που υιοθετήθηκε και από την ειλικρίνεια και από την γνησιότητα κατά Trilling—σύντομα θα το διαδεχόταν το προνόμιο του κεφαλαίου, της τεχνολογίας, του πολιτισμού, και της γλώσσας, προνόμια που πλέον διεκδικούσαν την κάζουαλ ισχύ και αναγκαιότητα που παλιότερα ανήκαν στην εσωτερική ζωή.

ΠΗΓΗ

Kelly, A. (2016). The new sincerity. Postmodern/Postwar and After: Rethinking American Literature, 197-208.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ (Adam Kelly)

[i] Σχετικά με αυτούς τους όρους βλέπε, αντίστοιχα, Fredric Jameson, Michaels, Harvey, and Rodgers.
[ii] Σχετικά με αυτές τις τρεις εξελίξεις βλέπε Cusset, Guillory, and McGurl.
[iii] Γι’ αυτά τα είδη, βλέπε Collins, Morris, Magill (187-207), και Fitzgerald για ένα αδρό ιστορικό σχεδιάγραμμα του «κινήματος», βλ. A. D. Jameson. Ενώ εδώ ο στόχος μου είναι στραμμένος καθαρά στο Αμερικανικό πλαίσιο, υπάρχει αξιοσημείωτη διεθνής διάσταση στην χρήση της φράσης «νέα ειλικρίνεια» για μια συζήτηση στο ρωσικό πλαίσιο, και μια χρήσιμη βιβλιογραφία άλλων διεθνών πηγών, βλ. Rutten.

βιβλιογραφια

  1. Boswell, Marshall. Understanding David Foster Wallace. Columbia: UP of South Carolina, 2003.

Burn, Stephen J. Jonathan Franzen at the End of Postmodernism. New York: Continuum, 2008.
Collins, Jim. “Genericity in the Nineties: Eclectic Irony and the New Sincer­ity.” Film Theory Goes to the Movies. Ed. Jim Collins, Hilary Radner, and Ava Preacher Collins. London: Routledge, 1993. 242-63.
Connor, Steven. “Introduction.” The Cambridge Companion to Postmodernism.
Ed. Steven Connor. Cambridge: Cambridge UP, 2004. 1-19.
Cusset, Francois. French Theory: How Foucault, Derrida, Deleuze, & Co. Trans­formed the Intellectual Life of the United States. Trans. Jeff Fort. Minneapolis:
U of Minnesota P, 2008.
Dames, Nicholas. “The Theory Generation.” n+1 14 (2012): 157-69.
Egan, Jennifer. A Visit from the Goon Squad. London: Corsair, 2011.
Eggers, Dave. What Is the What. London: Penguin, 2008.
Ferris, Joshua. Then We Came to the End. London: Penguin, 2008.
Fitzgerald, John D. Not Your Mother’s Morals: How the New Sincerity Is Changing Pop Culture for the Better. New York: Bondfire Books, 2013.
Foer, Jonathan Safran. Everything Is Illuminated. London: Penguin, 2003.
Guillory, John. Cultural Capital: The Problem of Literary Canon Formation. Chicago: U of Chicago P, 1993.
Harvey, David. A Brief History of Neoliberalism. Oxford: Oxford UP, 2005.
James, David, and Urmila Seshagiri. “Metamodernism: Narratives of Continuity and Revolution.” PMLA 129 (2014): 87-100.
Jameson, A. D. “What we talk about when we talk about the New Sincerity, part 1.” HtmlGiant (4 June 2012). <http://htmlgiant.com/haut-or-not/what-we -talk-about-when-we-talk-about-the-new-sincerity>.
Jameson, Fredric. Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism. London: Verso, 1991.
Kelly, Adam. “Beginning with Postmodernism.” Twentieth-Century Literature 57 (2011): 391-422.
Konstantinou, Lee. “No Bull: David Foster Wallace and Postironic Belief.” The Legacy of David Foster Wallace. Ed. Samuel Cohen and Lee Konstantinou. Iowa City: U of Iowa P, 2012. 83-112.
Magill, R. Jay, Jr. Sincerity. New York: Norton, 2012.
Matz, Jesse. “Pseudo-Impressionism?” The Legacies of Modernism: Historicizing Postwar and Contemporary Fiction. Ed. David James. Cambridge: Cambridge UP, 2012. 114-32.
McGurl, Mark. The Program Era: Postwar Fiction and the Rise of Creative Writing. Cambridge, MA: Harvard UP, 2009.
Michaels, Walter Benn. The Shape of the Signifier: 1967 to the End of History. Princeton, NJ: Princeton UP, 2004.
Morris, Jason. “The Time Between Time: Messianism and the Promise of a ‘New Sincerity.’ ” Jacket 35 (2008). <jacketmagazine.com>.
Rodgers, Daniel T. Age of Fracture. Cambridge, MA: Harvard UP, 2011.
Rutten, Ellen. “Reviving Sincerity in the Post-Soviet World.” Reconsidering the Postmodern: European Literature Beyond Relativism. Ed. Thomas Vaessens and Yra van Dijk. Amsterdam: Amsterdam UP, 2011. 27-40.
Shakespeare, William. Hamlet. The Norton Shakespeare. Ed. Stephen Greenblatt. New York: Norton, 1997. 1659-1759.
Siegel, Lee. “The Niceness Racket.” New Republic (19 April 2007). <http://www .powells.com/review/2007_04_19.html>.
Smith, Zadie. Introduction. The Burned Children of America. Ed. Marco Cassini and Martina Testa. London: Hamish Hamilton, 2003. xi-xxii.
Spiotta, Dana. Eat the Document. New York: Scribner’s, 2006.
Striphas, Ted. The Late Age of Print: Everyday Book Culture from Consumerism to Control. New York: Columbia UP, 2009.
Trilling, Lionel. Sincerity and Authenticity. London: Oxford UP, 1972.
Van Alphen, Ernst, and Mieke Bal. Introduction. The Rhetoric of Sincerity. Ed. Ernst Van Alphen, Mieke Bal, and Carel Smith. Stanford, CA: Stanford UP, 2009. 1-17.
Wallace, David Foster. Brief Interviews with Hideous Men. London: Abacus, 2001.
——. Consider the Lobster. London: Abacus, 2005.
——. Conversations with David Foster Wallace. Ed. Stephen J. Burn. Jackson:
UP of Mississippi, 2012.
——. A Supposedly Fun Thing I’ll Never Do Again. London: Abacus, 1997.
Whitehead, Colson. Apex Hides the Hurt. New York: Anchor Books, 2007.

                                  Adam Kelly 

I joined UCD in January 2020 as Associate Professor of English. From 2013-19 I was Lecturer and then Senior Lecturer at the University of York, and from 2011-13 I was a postdoctoral fellow at Harvard University.
I am the author of American Fiction in Transition: Observer-Hero Narrative, the 1990s, and Postmodernism (Bloomsbury 2013) and the co-editor of special issues of Comparative Literature Studies and Open Library of the Humanities. I am currently writing a book about the aesthetics and politics of sincerity in American fiction during the period 1989-2008. I have also published in the fields of African American literature, Irish literature, and political theory. My broader research and teaching interests include literary and critical theory, the history of ideas, the history of the novel, and the relationships among literature, philosophy, politics, and economics.
ACADEMIC POSITIONS: Associate Professor University College Dublin, English, Drama and Film, Dublin, Ireland6 Jan 2020, Senior Lecturer University of York, English and Related Literature, York, UK1 Oct 2018 – 31 Dec 2019, Lecturer University of York, English and Related Literature, York, United Kingdom30 Sep 2013 – 30 Sep 2018
IRC Postdoctoral Fellow, 
Harvard University, English, Cambridge, MA, United States5 Sep 2011 – 31 Aug 2013

                    Manos Apostolidis

MSc. Φαρμακευτική (AUTH) // MA Δημιουργική Γραφή (UoWM) // PhD candidate. Δημιουργική Γραφή (UoDundee). Γεννήθηκε το ’93 στην Θεσσαλονίκη και βιοπορίζεται ως κοινωνικός φαρμακοποιός. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες και περιοδικά (ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Book’s Journal, κ.α.), διηγήματά του έχουν ανθολογηθεί (Παράξενες Μέρες, Crime and Horror), ενώ έχει διακριθεί με πρώτη θέση σε διαγωνισμό διηγήματος (‘Χωρίς Οξυγόνο’) και διαγωνισμό ποίησης (‘The Kiss Venture’). Πρόσφατο έργο του η μετάφραση του δοκιμίου ‘E Unibus Pluram’ του Ντ. Φ. Γουάλας. Σήμερα εκπονεί την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο του Dundee (Σκωτία) με θέμα την επιστημολογία στην αυτοβιογραφική αναζήτηση εαυτού εκεί που αυτή συναντά τις νευροεπιστήμες.Ιστότοπος: manosapostolidis.com