Scroll Top

Adam Kelly/Η Nέα Eιλικρίνεια [III] – Μετάφραση: Μάνος Αποστολίδης

Για πολλούς Αμερικάνους συγγραφείς που ασχολούνται στο έργο τους—όπως ο Eggers[1]—με το τραύμα και την ακρότητα, αυτή η δομική σύνδεση ειλικρίνειας και χειραγώγησης έχει γίνει κεντρικός προβληματισμός, ενσωματωμένος στην στάση των συγγραφέων απέναντι στα λογοτεχνικά είδη και σε πολλές από τις λογοτεχνικές φόρμες που υιοθετούν. Για παράδειγμα, στο The Brief Wondrous Life of Oscar Wao (2007) του Diaz, η τραυματική ιστορία της Δομινικανής Δημοκρατίας—που σε κάποιο συμβατικό ιστορικό μυθιστόρημα θα ‘χε υφανθεί ως κομμάτι του παρασκήνιου—εδώ υποβιβάζεται σε υποσημειώσεις, όπου συνεχώς διαβάζεται μέσα από πρότυπα φανταστικής λογοτεχνίας κι επιστημονικής φαντασίας. Στοχεύοντας στο θυμικό, Diaz ρισκάρει να κατηγορηθεί για ευτελισμό, όπως κι ο Chabon σε ένα βιβλίο όπως το The Final Solution[2] (2004), όπου επιστρατεύει μια κωμική πλοκή—που περιλαμβάνει έναν πολύχρωμο παπαγάλο κι έναν γερασμένο Σέρλοκ Χόλμς—ώστε να παρέχει μια φρέσκια οπτική στο Ολοκαύτωμα. Παρ’ όλο τον σεβασμό τους στις συμβάσεις των λογοτεχνικών ειδών, κείμενα σαν αυτά διαβάζονται ως ηθικά πειράματα όπου η θυμική ισχύς δεν μπορεί διαχωριστεί από την—και για την ακρίβεια οφείλεται κατά μεγάλο μέρος στην—υπεξαίρεση του θυμικού για σκοπούς χειραγώγησης. Αυτή η αισθητικά παραγωγική αναποφασιστικότητα είναι κρίσιμη στο τι σημαίνει να είσαι συγγραφέας της Νέας Ειλικρίνειας. Ο κριτικός Steven Connor χαριτολογεί: το να είσαι μοντερνιστής συγγραφέας «ανέκαθεν σήμαινε να μην συνειδητοποιείς πλήρως πως είσαι», ενώ το να είσαι μεταμοντερνιστής «ανέκαθεν εμπεριείχε την επίγνωση ότι είσαι» (10).

Με αυτούς τους ορισμούς, το να είσαι μετά-μεταμοντερνιστής ή συγγραφέας της Νέας Ειλικρίνειας σημαίνει να μην είσαι ποτέ βέβαιος αν είσαι ή όχι, ή ακόμα αν η προσπάθειά σου να υπερβείς τον ναρκισσισμό, τον σολιψισμό, την ειρωνεία, και την ανειλικρίνεια, ξεκινά με καλές προθέσεις. Όταν δεν μπορείς παρά να δεις τις δικές σου αμφισβητήσεις προς διάφορες δομές (οικονομικές, ιδρυματικές, ή γλωσσικές) ως αιτιακές προς το εσωτερικό συναίσθημα, και ταυτόχρονα προς την εξωτερική ομολογία, τότε η ειλικρίνεια της πρόθεσης—αυτό που ο Wallace κάποτε αποκάλεσε «ο στόχος της καρδιάς της τέχνης, ο κρυφός σκοπός της συνειδητότητας πίσω από το κείμενο» (2012, 50)—καταντά το πιο δραστικά αμφισβητούμενο πράγμα. Όπως το θέτει ο αφηγητής του Jonathan Safran Foer στο κλείσιμο του Everything is Illuminated (2002), άλλο ένα πειραματικό κείμενο τραύματος: «Ήταν αδύνατο να θυμηθεί κανείς τι εννοούσε, τι, μετά από όλες τις λέξεις, εννοούταν.» (261).
  Συνοψίζοντας, λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως στην Αμερικανική λογοτεχνία του 21ου αιώνα η εγγύηση της ίδιας της ειλικρίνειας του συγγραφέα δεν μπορεί τελικά να βρίσκεται στην αναπαράσταση. HZadieSmithεντοπίζει αυτό το χαρακτηριστικό στον πρόλογο μιας συλλογής αφιερωμένης στα έργα αυτής της γενιάς συγγραφέων: οι ιστορίες τους, προτείνει, «μοιάζουν να προσπαθούν να πραγματοποιήσουν κάτι εκτός της σελίδας, έξω από τις λέξεις, παράξενο πράγμα να θέλει ένα κείμενο να πετύχει» (xx). Το τι συμβαίνει εκτός σελίδας, εκτός αναπαράστασης, εξαρτάται από την επίκληση και την απόκριση ενός άλλου αυτός ο άλλος στον οποίο αποκρίνομαι, και του οποίου την απόκριση αναμένω, είναι για πολλούς συγγραφείς της Νέας Ειλικρίνειας ο πραγματικός αναγνώστης του κειμένου τους. Είναι εντυπωσιακό το πόσα πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα περιέχουν άμεσες απευθύνσεις στον αναγνώστη, συχνά στο κλείσιμό τους, ζητώντας συντροφικότητα και συζήτηση. Το Eat the Document (2006) της Spiotta—μυθιστόρημα που διερωτάται τι σημαίνει να ‘χεις πολιτικές πεποιθήσεις σε μια κουλτούρα όπου οι επιχειρήσεις και τα μίντια έχουν μετατρέψει την ίδια την ακραία διαμαρτυρία σε μορφή διαφήμισης—κλείνει με τον Τζέισον, τον μυθιστορηματικό αντιπρόσωπο του μέλλοντος, να ζητά από τον αναγνώστη να επιβεβαιώσει τους τελικούς του στοχασμούς πάνω στο πέρασμα του χρόνου: «Κι αυτό θα ‘ναι το κάτι άλλο, δεν νομίζεις;» (290)

Παρομοίως, το Then We Came to the End (2007)[3] του Joshua Ferris, το οποίο αρχίζει με το επαναλαμβανόμενο και ενδεικτικό μάντρα «Δεν Ξες Τι Έχω Μέσα Στην Καρδιά Μου», αντιστρέφει την κατεύθυνσή του μόνο στις δύο τελευταίες αποκαλυπτικές γραμμές: «Είμασταν οι μόνοι που είχαμε απομείνει. Μόνο οι δυο μας, εσύ κι εγώ» (385). Σε αυτά τα παραδείγματα, η σχέση συγγραφέα-αναγνώστη επικαλείται κι απομονώνεται, ενώ ζητείται από τον αναγνώστη να κρίνει την ειλικρίνεια των λέξεων του χαρακτήρα, και των λέξεων του συγγραφέα. Αυτός ο σύνδεσμος μεταξύ αναγνώστη, χαρακτήρα, και συγγραφέα είναι που αποκρυσταλλώνεται σ’ ένα από τα κυριότερα διηγήματα του Wallace, το ‘Octet‘, από το Brief Interviews with Hideous Men (1999),[4] που παρουσιάζει έναν αφηγητή-συγγραφέα που κατεδαφίζει τον συμβατικό τέταρτο τοίχο της ιστορίας του με σκοπό να πείσει τον αναγνώστη για τους καλούς σκοπούς και τις καλές προθέσεις του, όμως το διήγημα τελειώνει με την διφορούμενη εντολή, ή παράκληση, «Οπότε αποφάσισε» (136). Δια μεσολάβησης της λογοτεχνικής γλώσσας, ο αναγνώστης καλείται σε αυτά τα παραδείγματα να αναγνωρίσει τον—και να απευθυνθεί στον—συγγραφέα, κι αντίστροφα. Αυτός ο δομικός συν-υπαινιγμός συμπυκνώνεται στις τελευταίες γραμμές του What Is the What: «Στο μεταξύ, θα ξέρω ότι είσαι εκεί. Πώς μπορώ να προσποιούμαι ότι δεν υπάρχεις; Θα ήταν σχεδόν εξίσου απίθανο με το να προσποιηθείς πως δεν υπάρχω» (535).
Αν πάρουμε στα σοβαρά τις εξωστρεφείς παρακλήσεις και χειρονομίες με τις οποίες κλείνουν τα κείμενα αυτά, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως στην γραφή της Νέας Ειλικρίνειας, ο συγγραφέας κι ο αναγνώστης πράγματι υπάρχουν, δηλαδή δεν υπονοούνται απλώς, δεν είναι ότι βρίσκονται εκεί κυρίως για να γίνουν αντιληπτοί ως ρητορικό κατασκεύασμα ή ως απαθανατισμένο αναγκαίο εξάρτημα. Η ύπαρξη του κειμένου βασίζεται όχι μόνο σε κάποιον συγγραφέα αλλά και σε κάποιον συγκεκριμένο αναγνώστη σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Διατυπωμένο έτσι, το παραπάνω ίσως μοιάζει με ένα ακόμα αδιάφορο κλισέ, ένα βρωμιούχο,[5] όπως θα το έθετε ο Wallace. Κι όμως, πρόκειται για συνειδητοποίηση που η λογοτεχνική κριτική έχει δυσκολευτεί απροσδόκητα να δεχθεί πλήρως. Η γραφή της Νέας Ειλικρίνειας απαιτεί να συμπεριλάβουμε την συνειδητοποίηση αυτή ως ζήτημα επιτακτικό, να αντιληφθούμε την λογοτεχνία ως μια διαδικασία εξαρτώμενη αντί για εξιδανικευμένη, διαδικασία που ανακεφαλαιώνει τον αγώνα για επικοινωνία διαφορετικά κι εκ νέου σε κάθε ανάγνωση. Συνεπώς, αν ο μοντερνιστής καλλιτέχνης, όπως υποστήριξε ο Trilling, «αναζητά την προσωπική γνησιότητα στην καθολική του αυτονομία—ο στόχος του είναι να γίνει τόσο αυτοπροσδιοριζόμενος όσο και το αντικείμενο τέχνης που παράγει» (100), άρα ούτε οι σύγχρονοι συγγραφείς, ούτε τα κείμενα που δημιουργούν, στοχεύουν να ‘ναι υπό αυτή την έννοια ιδανικώς αυτοπροσδιοριζόμενα. Αντ’ αυτού, τέτοια κείμενα τελικά ορίζονται από την αναποφασιστικότητα και την συναισθηματική απόκριση που προσκαλούν απ’ τους—και προκαλούν στους—αναγνώστες τους, με ερωτήματα περί ειλικρίνειας ενσωματωμένα σε διάφορα επίπεδα στην εξαρτώμενη εμπειρία της ανάγνωσης του κειμένου.

[1] Σημ. μτφ: Όλες οι μεταφράσεις ονομάτων και όρων είναι του μεταφραστή εκτός από όπου αναφέρεται αλλιώς. Οι τίτλοι και τα ονόματα που παρέμειναν στην αγγλική γλώσσα παραπέμπουν στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.
[2] Σημ. μτφ: Η Τελική Λύση.
[3] Σημ. μτφ: Και Μετά Φτάσαμε στο Τέλος.
[4] Σημ. μτφ: ‘Οκτέτο’, από Σύντομες Συζητήσεις με Απαίσιους Άντρες. (Μετάφραση: Μπαμπασάκης Γιώργος-Ίκαρος, εκδ. ΚΡΙΤΙΚΗ, 2019).
[5] Σημ. μτφ: Έτσι αποκαλούνται στα αγγλικά οι πολύ μεγάλες κοινοτοπίες. Ο όρος προέρχεται από το χημικό ανιόν βρωμίου όπως το χρησιμοποιεί ο Gelett Burgess στο Are You a Bromide?
(1906)

ΠΗΓΗ

Kelly, A. (2016). The new sincerity. Postmodern/Postwar and After: Rethinking American Literature, 197-208.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Boswell, Marshall. Understanding David Foster Wallace. Columbia: UP of South Carolina, 2003.
Burn, Stephen J. Jonathan Franzen at the End of Postmodernism. New York: Continuum, 2008.
Collins, Jim. “Genericity in the Nineties: Eclectic Irony and the New Sincer­ity.” Film Theory Goes to the Movies. Ed. Jim Collins, Hilary Radner, and Ava Preacher Collins. London: Routledge, 1993. 242-63.
Connor, Steven. “Introduction.” The Cambridge Companion to Postmodernism.
Ed. Steven Connor. Cambridge: Cambridge UP, 2004. 1-19.
Cusset, Francois. French Theory: How Foucault, Derrida, Deleuze, & Co. Trans­formed the Intellectual Life of the United States. Trans. Jeff Fort. Minneapolis:
U of Minnesota P, 2008.
Dames, Nicholas. “The Theory Generation.” n+1 14 (2012): 157-69.
Egan, Jennifer. A Visit from the Goon Squad. London: Corsair, 2011.
Eggers, Dave. What Is the What. London: Penguin, 2008.
Ferris, Joshua. Then We Came to the End. London: Penguin, 2008.
Fitzgerald, John D. Not Your Mother’s Morals: How the New Sincerity Is Changing Pop Culture for the Better. New York: Bondfire Books, 2013.
Foer, Jonathan Safran. Everything Is Illuminated. London: Penguin, 2003.
Guillory, John. Cultural Capital: The Problem of Literary Canon Formation. Chicago: U of Chicago P, 1993.
Harvey, David. A Brief History of Neoliberalism. Oxford: Oxford UP, 2005.
James, David, and Urmila Seshagiri. “Metamodernism: Narratives of Continuity and Revolution.” PMLA 129 (2014): 87-100.
Jameson, A. D. “What we talk about when we talk about the New Sincerity, part 1.” HtmlGiant (4 June 2012). <http://htmlgiant.com/haut-or-not/what-we -talk-about-when-we-talk-about-the-new-sincerity>.
Jameson, Fredric. Postmodernism, or, The Cultural Logic of Late Capitalism. London: Verso, 1991.
Kelly, Adam. “Beginning with Postmodernism.” Twentieth-Century Literature 57 (2011): 391-422.
Konstantinou, Lee. “No Bull: David Foster Wallace and Postironic Belief.” The Legacy of David Foster Wallace. Ed. Samuel Cohen and Lee Konstantinou. Iowa City: U of Iowa P, 2012. 83-112.
Magill, R. Jay, Jr. Sincerity. New York: Norton, 2012.
Matz, Jesse. “Pseudo-Impressionism?” The Legacies of Modernism: Historicizing Postwar and Contemporary Fiction. Ed. David James. Cambridge: Cambridge UP, 2012. 114-32.
McGurl, Mark. The Program Era: Postwar Fiction and the Rise of Creative Writing. Cambridge, MA: Harvard UP, 2009.
Michaels, Walter Benn. The Shape of the Signifier: 1967 to the End of History. Princeton, NJ: Princeton UP, 2004.
Morris, Jason. “The Time Between Time: Messianism and the Promise of a ‘New Sincerity.’ ” Jacket 35 (2008). <jacketmagazine.com>.
Rodgers, Daniel T. Age of Fracture. Cambridge, MA: Harvard UP, 2011.
Rutten, Ellen. “Reviving Sincerity in the Post-Soviet World.” Reconsidering the Postmodern: European Literature Beyond Relativism. Ed. Thomas Vaessens and Yra van Dijk. Amsterdam: Amsterdam UP, 2011. 27-40.
Shakespeare, William. Hamlet. The Norton Shakespeare. Ed. Stephen Greenblatt. New York: Norton, 1997. 1659-1759.
Siegel, Lee. “The Niceness Racket.” New Republic (19 April 2007). <http://www .powells.com/review/2007_04_19.html>.
Smith, Zadie. Introduction. The Burned Children of America. Ed. Marco Cassini and Martina Testa. London: Hamish Hamilton, 2003. xi-xxii.
Spiotta, Dana. Eat the Document. New York: Scribner’s, 2006.
Striphas, Ted. The Late Age of Print: Everyday Book Culture from Consumerism to Control. New York: Columbia UP, 2009.
Trilling, Lionel. Sincerity and Authenticity. London: Oxford UP, 1972.
Van Alphen, Ernst, and Mieke Bal. Introduction. The Rhetoric of Sincerity. Ed. Ernst Van Alphen, Mieke Bal, and Carel Smith. Stanford, CA: Stanford UP, 2009. 1-17.
Wallace, David Foster. Brief Interviews with Hideous Men. London: Abacus, 2001.
——. Consider the Lobster. London: Abacus, 2005.
——. Conversations with David Foster Wallace. Ed. Stephen J. Burn. Jackson:
UP of Mississippi, 2012.
——. A Supposedly Fun Thing I’ll Never Do Again. London: Abacus, 1997.
Whitehead, Colson. Apex Hides the Hurt. New York: Anchor Books, 2007.

                                        Adam Kelly

I joined UCD in January 2020 as Associate Professor of English. From 2013-19 I was Lecturer and then Senior Lecturer at the University of York, and from 2011-13 I was a postdoctoral fellow at Harvard University.
I am the author of American Fiction in Transition: Observer-Hero Narrative, the 1990s, and Postmodernism (Bloomsbury 2013) and the co-editor of special issues of Comparative Literature Studies and Open Library of the Humanities. I am currently writing a book about the aesthetics and politics of sincerity in American fiction during the period 1989-2008. I have also published in the fields of African American literature, Irish literature, and political theory. My broader research and teaching interests include literary and critical theory, the history of ideas, the history of the novel, and the relationships among literature, philosophy, politics, and economics.
ACADEMIC POSITIONS: Associate Professor University College Dublin, English, Drama and Film, Dublin, Ireland6 Jan 2020, Senior Lecturer University of York, English and Related Literature, York, UK1 Oct 2018 – 31 Dec 2019, Lecturer University of York, English and Related Literature, York, United Kingdom30 Sep 2013 – 30 Sep 2018
IRC Postdoctoral Fellow, Harvard University, English, Cambridge, MA, United States5 Sep 2011 – 31 Aug 2013 

                          Manos Apostolidis

MSc. Φαρμακευτική (AUTH) // MA Δημιουργική Γραφή (UoWM) // PhD candidate. Δημιουργική Γραφή (UoDundee). Γεννήθηκε το ’93 στην Θεσσαλονίκη και βιοπορίζεται ως κοινωνικός φαρμακοποιός. Έχει δημοσιεύσει σε λογοτεχνικές ιστοσελίδες και περιοδικά (ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ, Book’s Journal, κ.α.), διηγήματά του έχουν ανθολογηθεί (Παράξενες Μέρες, Crime and Horror), ενώ έχει διακριθεί με πρώτη θέση σε διαγωνισμό διηγήματος (‘Χωρίς Οξυγόνο’) και διαγωνισμό ποίησης (‘The Kiss Venture’). Πρόσφατο έργο του η μετάφραση του δοκιμίου ‘E Unibus Pluram’ του Ντ. Φ. Γουάλας. Σήμερα εκπονεί την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο του Dundee (Σκωτία) με θέμα την επιστημολογία στην αυτοβιογραφική αναζήτηση εαυτού εκεί που αυτή συναντά τις νευροεπιστήμες.Ιστότοπος: manosapostolidis.com