Scroll Top

Νίκος Χουλιαράς

 Δυο εικόνες απ’ τα Τίρανα

1

Αυτό που βλέπω να απλώνεται στο δάπεδο, σ’ ένα παλιό εργαστήριο των Τιράνων είν’ ένας κήπος. Μάλλινος κήπος, νυχτερινός, γεμάτος νήματα.
Στην άκρη του ακουμπάνε δυο κορίτσια. Είναι κι ακόμη δυο που τον κοιτούν.
Εκείνα που είναι πάνω του απλώνουνε δισταχτικά τα χέρια. Καμώνονται πως σχηματίζουν, με τα δάχτυλα, τους ρόμβους και τα τρίγωνα. Τα μυθικά του έντομα και τα περίταχνα κλαδιά.
Φως δυνατό αποτυπώνει την εικόνα. Τα δυο κορίτσια, με συστολή απερίγραπτη – μιας και γνωρίζουν πώς μιμούνται κινήσεις που έχουν ήδη γίνει προ πολλού – πλαστογραφούν αδέξια τη ζωή για χάρη της εικόνας.

2

Στη διπλανή φωτογραφία βλέπω μιαν αίθουσα γυμναστικής. Τα παραθύρια της είν’ ανοιχτά και μπαίνει φως. Φως δυνατό, μεσημεριού, που έρχεται απ’ έξω. Η αίθουσα είναι γεμάτη από παιδιά: μικρά αγόρια, στη σειρά, φορώντας τα αθλητικά τους ρούχα.
Ισορροπούν στο ένα πόδι τους κι έχουν τα δυο τους χέρια τεντωμένα, σ’ έκταση, λες και πετούν. Η στοίχιση είναι τέλεια, όπως και οι κινήσεις. Κρατάνε το κεφάλι τους στητό κι ακίνητο. Όλα κοιτούν ίσια, μπροστά, με κάποια αυστηρότητα.

Έξω απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα, βλέπω το δρόμο και τα δέντρα. Φαίνεται ακόμη, η ράχη ενός κοριτσιού και τα μαλλιά του που ανεμίζουν.
Στην αίθουσα, τ’ αγόρια, στέκουν ακίνητα˙ στη στάση που έλεγα πιο πριν. Το θέαμά τους θα απέβλεπε, φαντάζομαι, να δώσει μιαν εικόνα τέλειας πειθαρχίας, αν δεν την διατάραζε έν’ απ’ αυτά. Κι ήταν το πρώτο πρώτο στη σειρά. Ένα αγόρι αδύνατο με μια φουντίτσα αέρα στα μαλλιά, δεν κοίταγε μπροστά του όπως τ’ άλλα. Είχε γυρίσει το κεφάλι, βιαστικά και κοίταγε προ τα έξω.
Έξω στο δρόμο κοίταγε και στη ζωή και θα ‘χε φύγει ολότελα απ’ τη γραμμή, φαντάζομαι, αν δεν υπήρχε αυτό το χέρι που πρόβαλε από την άκρη της εικόνας: χέρι μεγάλο αντρικό – χωρίς κανένα κάτοχο – κράταγε το μικρό παιδί απ’ το πηγούνι.
Με ταραχή τα νευρικά του δάχτυλα πίεζαν το άτακτο κεφάλι μα ήταν πια αργά.
Για χάρη της ζωής, εκείνο το παιδί, πλαστογραφούσε ήδη την εικόνα.

1981

Πίσω, στο σκοτάδι

Για πενήντα πέντε ολόκληρα χρόνια, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους, που έζησαν – έφαγαν, περπάτησαν, ερωτεύτηκαν και κοιμήθηκαν – στην περιοχή που πιάνει απ’ τα λιβάδια της Μπάφρας ως πάνω, στα σύνορα της Αλβανίας, δε βρέθηκε ποτέ, ούτε ένας, που να συγγενέψει – έστω και λίγο – με την ψυχή ή με το σώμα του Γεράσιμου του Γκρέμου.
Τη μοναδική σχέση που κατάφερε να ‘χει στη ζωή του ο επιλεγόμενος Καπετάν-Τανάλιας, ήταν η γελάδα του Φωτάκη του Ντράνα: εκείνη η άσπρη γελάδα, με τα καφετιά μπαλώματα, που βόσκαγε το χορτάρι του αφεντικού της δίπλα στη λίμνη.
Αυτή ήταν κιόλας που τον έστειλε πίσω στο σκοτάδι το Γεράσιμο το Γκρέμο, με μια και μοναδική κλωτσιά, που βρήκε απροστάτευτα τα γεννητικά του τα όργανα, το καλοκαίρι του 1963: απόγευμα, στις 17 του Αυγούστου.

Πηγή: Το άλλο μισό (Δεκαέξι ιστορίες ελεγχόμενου πάθους σαν παραμύθια), Εκδ. Νεφέλη