Scroll Top

“Δαιμόνιοι” της Άννας Γρίβα – Παρουσίαση από την Αγγελική Πεχλιβάνη

Η συλλογή Δαιμόνιοι είναι η ώριμη και μεστή κατάθεση της Άννας Γρίβα, μιας ποιήτριας νέας (γεννηθείσας το 1985) που έχει διανύσει, ήδη, αρκετά χιλιόμετρα στη λεωφόρο της Ποίησης. Πρόκειται για την πέμπτη της συλλογή –βρίσκεται στο εκδοτικό λογοτεχνικό προσκήνιο από το 2010– η οποία αποτελείται από είκοσι δύο ελευθερόστιχα ποιήματα διαφορετικής στροφικής οργάνωσης, που έχουν ως θέμα τους ιστορικά πρόσωπα (εκτός από τέσσερα που αναφέρονται σε περιπτώσεις ανωνύμων).Ο Δάντης, η Σαπφώ, η Υπατία, ο Γαλιλαίος, ο Σενέκας, ο Καρτέσιος, η Ιωάννα της Λωραίνης αλλά και λιγότερο γνωστές προσωπικότητες (για 2-3 από τις οποίες –ομολογώ– προσέτρεξα στη βοήθεια βιογραφικού λεξικού), όπως η Αρτεμίζια Τζεντιλέσκι, η Τζούλια Γκονζάγκα, ο Ζοφρέ Ρουντέλ κ.ά., αισθητοποιούνται σ’αυτήν την ολιγοσέλιδη συλλογή. Τι κοινό έχουν μεταξύ τους αυτά τα πρόσωπα, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι γυναίκες; Είναι δαιμόνια: άτομα ασύμβατα με την εποχή τους, αποκλίνοντα από την κυρίαρχη νόρμα και την κοινώς παραδεδεγμένη συμπεριφορά πρόσωπα ανοίκεια αλλά και χαρισματικά που μετεωρίζονται ανάμεσα στο φως της ιερότητας και στο σκοτάδι μιας παράδοξης μοίρας. Στο όριο του υπερλογικού ρεαλισμού, κατά κανόνα τη στιγμή του θανάτου, όπου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά και ρέοντα. Εκεί όπου, ίσως, βρίσκεται η μόνη αλήθεια. Όπως ο Δάντης, που τη στιγμή που πεθαίνει στην εξορία, χωρίς την αγωνία της γραφής και του έρωτα, αγγίζει τη μέγιστη αυτοσυνειδησία –τη μερικότητα τηςζωής και της ύπαρξης– μέσα στην ανοιξιάτικη αγαπημένη του Φλωρεντία.

1321

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ DANTE ALIGHIERI
ΣΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ

Δεν άκουγε πια φωνές
ούτε και βήματα
η αγορά έξω απ’ την πόρτα του
σαν να βουβάθηκε […]

τότε ήταν που είδε
μια δίνη πολύχρωμη
τη Φλωρεντία με ανοιξιάτικα χρώματα[…]
κι εκείνος παιδί
ξαπλωμένος στη χλόη
χωρίς υπόνοια της κόλασης
χωρίς οσμή της Βεατρίκης
μονάχα με μιαν άγραφη
βουβή ανησυχία
για όσα περνούν μέσα απ’ την ύλη
και μένουν πάντα άπιαστα.

Αυτό που είναι θαυμαστό στα ποιήματα της Άννας Γρίβα, είναι ότι κατορθώνουν και λειτουργούν ποιητικά, κατορθώνουν και παράγουν ποιητική συγκίνηση, χωρίς να δημιουργηθεί η ανάγκη καταφυγής σε περισσότερες ιστορικές πληροφορίες εκ μέρους του αναγνώστη. Εξ’ ου και δεν υπάρχουν παραπομπές και διευκρινιστικά σχόλια. Μολονότι οι ιστορίες των ποιημάτων εντάσσονται σε ιστορικά/πραγματικά συμφραζόμενα, η ποιητική τους δραστικότητα είναι ιδιαίτερη, αποδεικνύοντας ότι η ποιητικότητα ενός κειμένου δεν συνίσταται στην αξία ή στην πρωτοτυπία των πληροφοριών αλλά στη διηγησιμότητά τους.

1208
Η ΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΟΣ ΣΓΟΥΡΟΥ

Τον είδαν να πέφτει έφιππος
εν πλήρει εξαρτύσει
θρηνώντας το χαμένο του βασίλειο.[…]

Ένα κορίτσι μόνο επέμενε
ότι είδε το άλογό του να καλπάζει
κι έπειτα να βόσκει στη θάλασσα
χωρίς να βουλιάζει.
Μα κανείς δεν την πίστεψε:
ο Λέων –της έλεγαν–
ήταν σκληρός σαν πέτρα
δεν θα έπλεε ποτέ
μήτε σαν βαρκούλα
μήτε σαν τα ρόδινα πέλματα
του Χριστού.

H Γρίβα σ’ αυτή τη συλλογή γράφει ποίηση με άξονα την ιστορία. Τα ποιήματά της έχουν ιστορικό χώρο, χρόνο, ιστορικά πρόσωπα και επεισόδια. Συχνά, όμως, εμπλουτίζονται με πλαστά πρόσωπα και επεισόδια, κατατασσόμενα έτσι στην κατηγορία των ψευδοϊστορικών ή ιστορικοφανών –για να παραπεμφθούμε στην καβαφική περιοχή από όπου ξεπροβάλλει ανάγλυφα η ποιήτριά μας. Ως εκ τούτου η ιστορία στα ποιήματα αυτά χρησιμοποιείται περισσότερο ως πρόφαση για φιλοσοφικό στοχασμό, ως αφορμή για να λάμψει ποιητικά η ιερή αλλά και δαιμόνια ατομικότητα, η οποία δεν καταγράφηκε σε όλο της το βάθος από την ιστορία. Είναι το ανθρώπινο βάθος, η στα όρια του λογικού και του άλογου μαγική ιδιοπροσωπία που μεγεθύνει το ιστορικό επεισόδιο και δίνει προοπτική στην ιστορία. Και για να επιστρατεύσουμε την εικαστική γλώσσα, τα ποιήματα αυτής της συλλογής αναπτύσσονται σαν πίνακας μανιεριστή ζωγράφου: το βασικό θέμα, η αποσταγματική ουσία, βρίσκεται στο περιθώριο, υπαινικτική, ενίοτε ειρωνική (να, άλλο ένα καβαφικό στοιχείο) και κατά κανόνα έκκεντρη. Όπως στο εξαιρετικό και εξόχως καβαφικό ποιήμα

421 μ. Χ.
Η ΣΤΕΨΗ ΤΗΣ ΕΥΔΟΚΙΑΣ

Όλοι τη βλέπαν σκεπτική
και έκριναν πως έφταιγε
η βοή του κόσμου.
Μα εκείνη τίποτα δεν άκουγε
μονάχα στο μυαλό της
μια σκέψη τριγυρνούσε:[…]

Πού να βρει τώρα θυμιάματα
από φρούτα ευωδιαστά
πού να βρει αγάλματα θεών
με ωραίες κνήμες και λαγόνια;

Κακώς άφησε πίσω την Αθήνα.
Τώρα θα σκύβει στους σταυρούς
και θα προσεύχεται.
Και προπαντός μην ξεχαστεί
κι αφήσει έκθετες τις φτέρνες της
μην και φανεί
που είναι απόγονος αυτή
του Αχιλλέα.

Η συλλογή Δαιμόνιοι περιλαμβάνει ποιήματα αφηγηματικά, εντελούς μορφής, λιτά και ευκρινή. Η ρέουσα αφηγηματικότητα δεν ξεχειλίζει, αλλά πυκνώνει προϊόντος του ποιήματος, για να καταλήξει σε μια συχνότερα λυρικήή δραματική κορύφωση. Είναι αυτές οι κρυστάλλινες κύστεις λυρισμού που, σε συνδυασμό με το στοχαστικό βάθος και την εικονοπλαστική ευστοχία, “φορτίζουν” το ποίημα καθιστώντας το “αιμάτινο”–και όχι μια εγκεφαλική κατασκευή εξαιτίας ιστορικής υπερφόρτωσης.

1ος αι. μ.Χ

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΠΑΠΥΡΟ

Χάθηκες πια
απ΄τους ναούς την αγορά
το θέατρο τους βωμούς
σε ψάχνω φωνάζω τ΄όνομά σου
μέχρι βαθιά στις κατακόμβες

τώρα στερνή φορά σού γράφω
και το χέρι μου τρελαίνεται:
αν δεν σε δω κι απόψε
θα σβήσω στα μάτια μου
όλα τ΄αστέρια

να γίνει ο ουρανός
σκοτεινός
μαύρο πουλί
επιτάφιο.

Είναι η χαμηλόφωνη αλλά διακριτή φωνή της ποιήτριας που “εκτίθεται”, χαρίζοντάς μας συγκίνηση “Ύψους” (με τη έννοια του θαυμαστού συντονισμού διάνοιας και συναισθήματος).

3000 π.Χ.
ΦΥΛΑΚΤΟ ΚΥΝΗΓΟΥ

Μικρή λευκή αρκουδίτσα από πέτρα.
την κάρφωνες στο δόρυ σου
ή την κρεμούσες στο λαιμό{…]
Τώρα μέσα στη γυάλινη προθήκη
μαζί με τ’άλλα φυλακτά {…]

ψάχνω να σε βρω
τον κόσμο σου ν’αναγνωρίσω
μα είμαι αφύλακτη.
Γυμνή.

Ω κυνηγέ της άλλης όχθης;!
Το φυλακτό μου γίνε εσύ
σοφή σπηλιά χτίσε τα σπλάχνα μου
ζωγράφησέ με
πελέκησέ με
κάνε με χίμαιρα
τρελού οπτασία
κύμα πελάγους μυθικού
όλα αυτά τα άπιαστα
τα εφήμερα
που αντέχουν στους αιώνες.

Στα ποιήματα της Γρίβα το ποιητικό υποκείμενο, πότε τριτοπρόσωπο εποπτικό και αποστασιοποιημένο πότε πρωτοπρόσωπο δραματοποιημένο και δραματικό, μετατρέπει τον κόσμο σε ένα μαγικό σύμπαν ψυχικών διεργασιών και βιωμάτων σ’ένα σύμπαν, στο οποίο το μεταφυσικό είναι τόσο γειωμένο και το παράλογο δοσμένο με τέτοια ακρίβεια, ώστε να δικαιούμαστε να μιλήσουμε για μαγικό ρεαλισμό. Το χάρισμα και η ματαιότητα,η ευφυία και η προσωρινότητα, η ύλη και το πνεύμα,η θνητότητα και η αιωνιότητα καθώς και ο θάνατος και η αποκάλυψη, είναι τα θεματικά δίπολα αυτού του βιβλίου, τα ιδεογράμματά του. Μολονότι το μέτρο απουσιάζει, η όλη συλλογή υπακούει σε έναν υπόγειο ρυθμό που ενίοτε δίνει ιάμβους (Βασίλισσα πια δεν βαστώ…Αυτά σκεφτόταν να της πει…) και αναπαίστους (κι οι στερνοί μου σπασμοί/με αιθέριο κάλλος θα μοιάζουν).
Η Άννα Γρίβα, λαμβανομένης υπόψη και της μικρής της ηλικίας, είναι μια ποιητική αξία. Μοντέρνα, με ό, τι καλό αυτό συνεπάγεται, έχει κατακτήσει τους ποιητικούς της τρόπους και από καιρού εις καιρόν θα τους επικαιροποιεί. Σίγουρη, χωρίς την ανασφάλεια της μεταμοντέρνας καινοθηρίας, ήδη, μετράει το μερίδιό της στο φως.