Scroll Top

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί – Κριτική από την Αγγελική Πεχλιβάνη

Το παρθενικό βιβλίο του Ευά Παπαδάκη, με τον παράδοξο, σχεδόν nonsense τίτλο, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί, προκαλεί εκ πρώτοις και αν μη τι άλλο αμηχανία. Αφενός γιατί το θέμα είναι “αποκλίνον”, έξω από κάθε μοντερνιστική “κανονιστική” ποιητική θεματολογία, αφετέρου διότι η αιρετικά σόλοικη και υβριδική έκφρασή του το κατατάσσει ή μάλλον δεν το κατατάσσει πουθενά. Επιπλέον, η θεατρικότητα, η εναλλαγή ποιητικών υποκειμένων καθώς και οι δραματικές “άριες” που ακούγονται στη σύνολη σύνθεση/συλλογή και η ως εκ τούτου ερμητικότητα αρκετών ποιημάτων, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέηλ για δυνατούς πότες.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Το 1983, η Χαρίκλεια Βαλιέρι, το γένος Καβάφη, σε μια συνέντευξή της στην Ελευθεροτυπία, μιλώντας για τον θείο της Κωνσταντίνο, αναφέρει:

Ο θείος μου ο Κωστής, ξέρετε το ελάττωμα που είχε, ε; είναι θετικό, είχε αυτό το ελάττωμα. Αλλά δεν του φαινούντανε. […] Εντυνούντανε σοβαρότατα, με γκρίζα σκούρα ρούχα, με πουκάμισο, γραβάτα, ολ’ αυτά κλασικά. Ήταν ντυμένος όπως ένας κύριος μιανής καλής οικογένειας, ως το τέλος της ζωής του. 1

Αυτά, η γηραιά ανηψιά του Καβάφη. Την ίδια περίοδο ο βασικός μελετητής του Καβάφη και διαχειριστής του περίφημου αρχείου του Γ. Π. Σαββίδης, αλλά και ο μείζων φιλόλογος Δ. Μαρωνίτης, εξανίστανται όταν αποδίδεται στον Καβάφη η “ανάρμοστη και καταχρηστική” ετικέτα του gay.2 Βέβαια, από τότε έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια και πολλά έχουν αλλάξει∙ η παρουσία της queer ποίησης στην Ελλάδα είναι πλέον αισθητή και έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη δυναμική, μολονότι οι στερεοτυπικές, συμπλεγματικές αλλά και φοβικές προσεγγίσεις δεν λείπουν – ούτε από την κριτική ούτε φυσικά από το κοινωνικό σώμα.

   Ο Ευά Παπαδάκης γράφει ένα βιβλίο στο οποίο ποιητική του είναι ο βίος του, είναι το ίδιο του το σώμα. Ένα βιβλίο οριακό, στο οποίο βασικό του θέμα δεν είναι μόνο η ρευστότητα των σεξουαλικών ταυτοτήτων, η διεμφυλικότητα, η επίπονη φυλομετάβαση και η δυσφορία φύλου

///υστερόγραφο δύο///
για αυτούς ετοίμαζα τη ζωή μου|
για τους γιατρούς|για τα οιστρογόνα|
για τα ενέσιμα |τα αναπνεύσιμα|
τα χειροπιαστά|

αλλά και το τραύμα, η μνήμη, η καταπιεσμένη ορμή, το παραλήρημα, το τρυφερό/ ανθρώπινο παράπονο.

///το δέχομαι///
αν το δεχτώ και απλώσω
τα πόδια μου|ξαπλώσω
στην αγκαλιά σου|αν
δώσω δίκιο|θα με παρηγορήσεις
που γεννήθηκα λάθος;|

Στη συγκεκριμένη συλλογή δεν προτάσσεται ο βίος με όρους αναχρονιστικού βιογραφισμού ούτε ένα είδος μαρτυρίας ή καταστατικού μανιφέστου της queer κοινότητας∙ εδώ έχουμε την εμπλοκή του σώματος με το έργο ως σημείο από όπου εκκινεί η ποιητική παραγωγή και –γιατί όχι– η αναγνωστική πρόσληψη. Ακόμα, όμως, και στο πλαίσιο του θετικιστικού βιογραφισμού όπου ο συγγραφέας ή ποιητής αυτοβιογραφείται, πάντα υπάρχει μια persona ανάμεσα σε αυτόν και το έργο∙ μια διαμεσολάβηση. Αλλιώς δεν θα ήταν λογοτεχνία. Και ο Ευά Παπαδάκης, γράφει με ποιητικούς όρους. Γράφει βέβηλα,

/// άψωλοι άνθρωποι///
οι άνδρες φοβούνται/
τις γυναίκες επειδή/
φοβούνται μη γίνουν
γυναίκες/ άψωλοι
άνθρωποι

με τρόπο ενίοτε ακροβατικό, καταργώντας τη διαφορά ανάμεσα στο υψηλό και το χθαμαλό, με εκούσιες ανακολουθίες και ιδιάζουσα γραμματική, γλωσσική και φωνολογική αταξία,

/// τα ένδοξά μου τα Παρίσια///
μελόχυμα/ φυλλοχωμα/ σκατόχυμα/
ζήλεψες και τα’κανες δικά σου/
σκατόχυμα/μελόχυμα/φυλλόχωμα/
κουκιμπιμπέρισσα εφάνης/ήρθες[…]

με αυτοπαρωδία και χιούμορ

///γέλια///
τα ψεύτικά σου δόντια/
τα πορσελάνινα σερβίτσια/
τα πρικιά και τα ριάλια/
φο βυζού και άκαρδη είσαι/,

με λεκτικά παιχνίδια (ομόηχα κτλ)

///υπερωκεάνιο///
ωνάσειος νταλκάς/ωκεάνειο/
υπερωκεάνειο το αίσθημα

και

///γιάντα///
gιατί με/ gιαντα με
gιατί με/
νταgιαντίζεις/,

γράφει με ριζοσπαστική υπέρβαση ορίων ανάμεσα στη μυθοπλασία και τη μη μυθοπλασία.
Ακόμα όμως και με τα πιο εμβληματικά γνωρίσματα του μεταμοντερνισμού έκτυπα στην ποίησή του, ο ποιητικός του λόγος έχει δομή, αφηγηματική και νοηματική συνοχή και “οργανικότητα”3. Πέρα από τις γλωσσικές εκτροπές και τα “κενά” του, τις –λίγες, ευτυχώς– εκχωρήσεις του στην ευκολία της μεταμοντερνιστικής πανσημίας, η συλλογή αυτή κινείται στα όρια μιας πολυσημίας δραστικά μοντέρνας. Η ποίηση του Ευά Παπαδάκη, μολονότι κινείται στο όριο λανθάνοντος και διαφυγόντος νοήματος, κατορθώνει να διαδράσει με τον αναγνώστη και εν τέλει να συγκινήσει.

///δεν τολμάς τολμάς///
τι είναι αυτό στα πεύκα
για κάμπιες/ που δεν γίνονται
πεταλούδες/για κάμπιες
που μένουν πάντα κάμπιες/
φαμελίτης θανατίτης δεν/
[…]dεν τολμάς/
τολμάς να πεις ότι/
πες ότι δεν/
έτσι με μάθανε/
dεν τολμάς/
τολμάς να πεις ότι/
πες ότι δεν/
υπάρχουμε ο ένας για τον άλλον[…].

Από την αρχή αυτής της παρουσίασης έχει επισημανθεί η θεατρικότητα της παρούσας ποιητικής σύνθεσης. Βέβαια, θεωρώ ότι εάν δεν προτασσόταν εν είδει υπομνηματισμού ότι η μερακλίνα (από τραγούδι του Ξηλούρη), η κουκιμπιμπέρισσα (η λέξη κουκιμπιμπέρης συναντάται στον Πεισίστρατο του Χειμωνά) και το ομπλαντί (τραγούδι των Beatles) είναι πρόσωπα, καθώς και οι οδηγίες ανάγνωσης που παρατίθενται στο τέλος, λίγοι αναγνώστες θα την αντιλαμβάνονταν –χωρίς αυτό να εξασθένιζε, κατά τη γνώμη μου, την ποιητική δυναμική και ευθυβολία της συλλογής. Όπως και να έχει το θέμα, τα ποιήματα της συλλογης αναγιγνώσκονται, απαγγέλλονται αλλά μπορούν και να δραματοποιηθούν. Ο Ευά συννενώνει την ποίηση/λόγο, με την “επιτέλεση”/σώμα, σε ένα είδος “μεικτόν αλλά νόμιμον”. Δίνει έμφαση στον δέκτη, ο οποίος ακόμα και αν αγνοεί τις θεωρίες της πρόσληψης και της αναγνωστικής ανταπόκρισης, και μέσα από μια διαδραστική διαδικασία, αποκτά εξουσία νοηματοδότησης του κειμένου, γίνεται συνδημιουργός του. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα ///Αχινός/// που παρουσιάστηκε στην e-λογοτεχνική σκηνή #9 το 2020.

[…]έλα και τώρα δίπλα-μου[…]
μην κάνεις έτσι/αυτό
που συμβαίνει τώρα σε μας /
έχει συμβεί σε πολύ κόσμο/
πριν από εμάς ήταν εδώ
κι άλλοι[…]
[…]η ηχώ-σου
στο αυτί-μου δέκα
χρόνια μετά/θηρίο
η αγάπη/σε αγαπάω
που με αγαπάς/
αγαπώ που αγαπάς/
που σε αγαπάω/
κι αγαπάς που
σε αγαπώ αγαπώντας σε/
αγαπιόμαστε αγαπημένα/
κι ως αγαπημένες/
αγαπιέται η πλάση/
όλοι.

Αυτός ο εκθετικός τρόπος προβολής της ποίησης –που δεν είναι καινούριος ωστόσο προκαλεί ακόμα αμηχανία– αυτή η ποίηση performance που μας ανάγει στην παράδοση των αρχαίων τελετουργιών αλλά και της αρχαίας τραγωδίας, έχει δημόσια λειτουργία. Αρθρώνει δημόσιο λόγο αμφισβητώντας τα κοινωνικά και πολιτιστικά ειωθότα, λόγο συγκρουσιακό, που όπως αναφέρει και ο performer ποιητής Julien Blaine, δρα αποτελεσματικά ως λόγος εξεγερτικός και κοινωνικής συνειδητοποίησης, εκεί που άλλα προοδευτικά κινήματα έχουν αποτύχει. Και εδώ υπεισέρχεται και η θεωρία queer, η πραξιακή, κινηματική, ανατρεπτική θεωρία που κατόρθωσε να στεγάσει όχι μόνο εκείνους που απεκδύονται τον κοινωνικά κατασκευασμένο ρόλο της σεξουαλικότητάς τους αλλά και πολλούς “ανένταχτους”.

Η προσπάθεια να παρουσιάσει κανείς το βιβλίο του Ευά Παπαδάκη μερακλίνα, κουκιμπιμπέρισσα, ομπλαντί, δεν είναι καθόλου εύκολη, ειδικά αν δεν έχει σχέσει με τις σπουδές φύλου και σεξουαλικότητας. Ένα βιβλίο μοντέρνο και μεταμοντέρνο, queer θεματικά αλλά κυρίως μορφικά, ένα βιβλίο συμμετοχικούhappening, “ανοιχτό” και “κλειστό”, τρυφερό και σκληρό, που ακόμα και μόνο τον κινηματικό του χαρακτήρα να κρατούσαμε θα ήταν αρκετό, ειδικά στην εποχή μας. Όμως αυτό το έκκεντρο βιβλίο είναι πρωτίστως ποίηση που σου διαρρηγνύει τους αρμούς της γλώσσας και σφυροκοπάει τον μετωπιαίο μας λοβό, κραυγάζοντας

///πανδημία///
θα διαλέγουμε το φύλο μας
μαζί με το φίλο μας/ θα σκοτώνουμε
το σκύλο μας/ και το πρωί θα ξυπνάμε
σε νησιά/ σαν νήπια κι όλα θα είναι 

ήπια ή προνήπια./

* Στο κείμενο διατηρήθηκε η στίξη του Πρωτοτύπου

1. Συνέντευξη της Χαρίκλειας Βαλιέρι-Καβάφη, Ελευθεροτυπία, 30/1/83
2. Παπανικολάου, Δ. (2010), “Σαν κ’εμένα καμωμένοι”, Αθήνα: Πατάκης
3. Βαγενάς, Ν. (2002), Μεταμοντερνισμός και λογοτεχνία, Αθήνα: Πόλις 

Ευά Παπαδάκης,μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (εκδ. Στιγμός, 2021)