Scroll Top

Wolfgang Borchert

Μια ιστορία του αναγνωστικού

Ήταν κάποτε δύο άνθρωποι. Δύο χρονών, δέρνονταν με τα χέρια.
Δώδεκα χρονών, δέρνονταν με ραβδιά και πετούσαν πέτρες.
Είκοσι δύο χρονών χτυπιόντουσαν με ντουφέκια.
Σαράντα δύο χρονών, έριχναν βόμβες.
Εξήντα δύο χρονών, έπαθαν μόλυνση.
Ογδόντα δύο χρονών, πέθαναν. Θάβονται ο ένας δίπλα στον άλλο.
Όταν μετά από εκατό χρόνια ένα σκουλήκι πέρασε τρώγοντας από τα δύο μνήματα, καθόλου δεν αντιλήφθηκε ότι εδώ είχαν ταφεί δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Ήταν η ίδια γη. Παντού η ίδια γη.

*

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, ο στρατιώτης επέστρεψε στο σπίτι του. Δεν είχε όμως ψωμί. Τότε είδε κάποιον που είχε ψωμί. Και τον σκοτώνει.
Μα δεν επιτρέπεται να σκοτώνεις, του είπε ο δικαστής. Γιατί δεν επιτρέπεται, ρώτησε ο στρατιώτης.
* * *

Το ρολόι της κουζίνας

 

Τον πρόσεξαν που ερχόταν από μακριά προς το μέρος τους, γιατί τους έκανε εντύπωση. Είχε ένα πολύ γερασμένο πρόσωπο, αλλά από το περπάτημα του έβλεπε κανείς πως δεν ήταν περισσότερο από είκοσι χρονών. Κάθισε στο παγκάκι με το γερασμένο του πρόσωπο στραμμένο σ’ αυτούς. Και τότε τους έδειξε τί κράταγε στα χέρια του.
Αυτό ήταν το ρολόι μας, είπε, και τους κοίταξε όλους στη σειρά, που κάθονταν στο παγκάκι και λιάζονταν. Ναι, το βρήκα. Αυτό απόμεινε.
Κράταγε ένα στρογγυλό άσπρο ρολόι και σκούπιζε με το δάχτυλό του μπλε νούμερα.
Δεν έχει πια αξία είπε σα να ‘θελε να δικαιολογηθεί, αυτό το ξέρω κι εγώ. Κι ούτε καμιά ιδιαίτερη ομορφιά, Μοιάζει με πιάτο, έτσι με το άσπρο βερνίκι. Κι όμως οι μπλε αριθμοί του φαίνονται όμορφοι, έτσι νομίζω. Οι δείχτες, φυσικά, είναι τσίγκινοι. Και τώρα πια δεν λειτουργούν ούτε κι αυτοί. Όχι. Το ρολόι είναι από μέσα χαλασμένο, αυτό είναι σίγουρο. Απ’ έξω όμως φαίνεται ακόμα έτσι όπως ήταν πάντα. Κι ας μη δουλεύει τώρα πια. Έφερε προσεχτικά την άκρη του δαχτύλου του ένα γύρω πάνω στο στρογγυλό ρολόι. Και είπε ψιθυριστά: Κι έχει σωθεί.
Αυτοί που κάθονταν και λιάζονταν στο παγκάκι δεν τον κοίταζαν. Ο ένας έβλεπε τα παπούτσια του κι η γυναίκα κοίταζε το καροτσάκι του μωρού της. Τότε είπε κάποιος:
Τα έχετε χάσει λοιπόν όλα;
Ναι, ναι, είπε σχεδόν χαρούμενα, για σκεφθείτε, πραγματικά όλα! Εκτός από τούτο εδώ, αυτό γλίτωσε. Και ξανασήκωσε το ρολόι ψηλά, σα να μη το είχαν δει ακόμα οι άλλοι.
Όμως τώρα δε δουλεύει πια, είπε η γυναίκα.
Όχι, όχι. Είναι χαλασμένο, αυτό το ξέρω καλά. Κατά τα άλλα όμως είναι ακόμα όπως ήταν πάντοτε: άσπρο και μπλε. Και τους ξανάδειξε το ρολόι του. Και το πιο ωραίο, συνέχισε με έξαψη, δεν σας το είπα καν ακόμα. Το πιο ωραίο δεν το μάθατε ακόμη: σκεφθείτε πως έχει σταματήσει στις δυόμισι. Ακριβώς στις δυόμισι, για σκεφθείτε.
Σίγουρα λοιπόν το σπίτι σας θα βομβαρδίστηκε στις δυόμισι, είπε ο άντρας σφίγγοντας τα χείλη του με σοβαρότητα. Το έχω ακούσει πολλές φορές. Όταν πέφτει η βόμβα τα ρολόγια σταματούν. Αυτό οφείλεται στην πίεση.
Κοίταξε το ρολόι του και κούνησε στοχαστικά το κεφάλι του. Όχι, αγαπητέ κύριε, όχι, σ’ αυτό κάνετε λάθος. Δεν έχει καμιά σχέση με τις βόμβες. Δεν πρέπει να μιλάτε όλο για τις βόμβες. Όχι. Στις δυόμισι ήταν κάτι εντελώς άλλο, που εσείς όμως δεν το ξέρετε. Αυτό ακριβώς είναι που έχει σημασία: ότι έχει σταματήσει ακριβώς στις δυόμισι. Και όχι στις τρεις και τέταρτο ή στις εφτά. Στις δυόμισι ήταν η ώρα που ερχόμουνα πάντοτε στο σπίτι. Τη νύχτα εννοώ. Σχεδόν πάντοτε στις δυόμισι. Αυτό ακριβώς είναι που έχει σημασία.
Κοίταξε τους άλλους, αυτοί όμως είχαν τραβήξει τα μάτια τους από πάνω του. Δεν τους συνάντησε. Έσκυψε πάλι στο ρολόι του: και φυσικά πείναγα τότε, δεν είναι έτσι; Κι ήταν σχεδόν πάντα δυόμισι. Και τότε, τότε ερχόταν η μητέρα μου. Όσο σιγά κι αν άνοιγα την πόρτα, πάντοτε με άκουγε. Και καθώς εγώ έψαχνα στη σκοτεινή κουζίνα να βρω κάτι να φάω, άναβε ξαφνικά το φως. Στεκόταν τότε εκεί με τη μάλλινη ζακέτα της, τυλιγμένη σ’ ένα κόκκινο σάλι. Και ξυπόλητη, πάντοτε ξυπόλυτη. Και η κουζίνα μας ήταν στρωμένη με πλακάκια. Κι έκλεινε πολύ τα μάτια της, το φως της έπεφτε πολύ δυνατό. Μόλις είχε σηκωθεί από τον ύπνο. Ήταν νύχτα, είπαμε.
Πάλι τέτοια ώρα, έλεγε μετά. Τίποτε άλλο. Μόνο: πάλι τέτοια ώρα. Και μου ζέσταινε τότε το φαγητό και με έβλεπε καθώς έτρωγα, τρίβοντας πάντοτε τα πόδια της, το ‘να με τ’ άλλο, γιατί τα πλακάκια ήταν τόσο κρύα. Τη νύχτα δεν φορούσε ποτέ παπούτσια. Και καθόταν τόσην ώρα δίπλα μου· ώσπου να φάω. Κι ύστερα την άκουγα που ακούμπαγε τα πιάτα, όταν εγώ είχα ανοίξει πια το φως στο δωμάτιό μου. Αυτό γινόταν κάθε νύχτα. Και τις πιο πολλές φορές στις δυόμισι. Ήταν εντελώς αυτονόητο, έτσι πίστευα, να μου ετοιμάζει στις δυόμισι τη νύχτα στην κουζίνα το φαγητό. Το εύρισκα εντελώς αυτονόητο. Το έκανε άλλωστε πάντοτε. Και ποτέ δε μου είχε πει τίποτε περισσότερο παρά μονάχα: Πάλι τόσο αργά. Αυτό όμως το έλεγε πάντοτε. Και φανταζόμουν πως αυτό δεν μπορούσε ποτέ να σταματήσει. Ήταν για μένα τόσο αυτονόητο όλο αυτό. Αφού γινόταν πάντοτε έτσι.
Για μια στιγμή έγινε στο παγκάκι απόλυτη ησυχία. Έπειτα είπε σιγά: και τώρα; Κοίταξε τους άλλους. Δεν τους συνάντησε. Τότε είπε ψιθυριστά στο άσπρο-μπλε πρόσωπο του στρογγυλού ρολογιού: τώρα, τώρα πια το ξέρω, πως αυτός ήταν ο Παράδεισος, ο αληθινός Παράδεισος.
Στο παγκάκι βασίλευε ακόμα απόλυτη ησυχία. Τότε η γυναίκα ρώτησε: Και η οικογένεια σας;
Της χαμογέλασε, ταραγμένος κάπως: Α, εννοείτε τους γονείς μου; Ναι, χάθηκαν κι αυτοί. Όλα χάθηκαν. Όλα, για φανταστείτε, όλα χάθηκαν.
Χαμογελούσε παράξενα κοιτάζοντας πότε τον ένα και πότε τον άλλο. Αυτοί όμως δεν τον κοίταγαν.
Σήκωσε τότε ξανά το ρολόι ψηλά και γέλασε. Γέλαγε: μόνο αυτό εδώ, αυτό γλίτωσε. Και το πιο ωραίο είναι ότι έχει σταματήσει ακριβώς στις δυόμισι. Ακριβώς στις δύο και μισή.
Δεν ξαναείπε πια τίποτα. Είχε όμως ένα ολότελα γερασμένο πρόσωπο. Κι ο άντρας που καθόταν δίπλα του κοίταγε τα παπούτσια του. Το μυαλό του ήταν ακόμα στη λέξη Παράδεισος.